ΤΟΠΙΚΕΣ ΕΙΔΗΣΕΙΣ

Τελ Αβίβ – Ρόδος, εισιτήριο χωρίς επιστροφή

news room 14 λεπτά ανάγνωση
ΙΣΡΑΗΛ

Στην Ελλάδα, οι Ισραη­λι­νοί που δια­φεύ­γουν από τον πόλεμο προ­σπα­θούν να ανα­κτή­σουν μία υπο­τυ­πώδη “κανο­νική ζωή”.

Από τις 7 Οκτω­βρίου, αρκετές εκα­το­ντά­δες ισραη­λι­νές οικο­γέ­νειες έχουν βρει κατα­φύ­γιο στην Ελλάδα, μια χώρα που τους επι­τρέ­πει να επι­λέ­ξουν ανάμεσα από διά­φο­ρους τύπους βίζας.

Η πραγ­μα­τι­κό­τητα έχει γίνει χαοτική. Επι­λέ­ξαμε να φύγουμε για να μπο­ρέ­σουν τα παιδιά μας να έχουν μια φυσιο­λο­γική ζωή”, μας εκμυ­στη­ρεύ­ε­ται ο Haran Anjioni, ο οποίος απο­φά­σισε πριν από λίγες εβδο­μά­δες να εγκα­τα­στα­θεί στο νησί της Κρήτης, στην Ελλάδα, με τη σύζυγό του και τα τέσσερα παιδιά του. Στις 7 Οκτω­βρίου 2023, η οικο­γέ­νεια ζούσε σε ένα κιμπούτς στο βόρειο Ισραήλ, μόλις 7 χιλιό­με­τρα από τα σύνορα με τον Λίβανο. Το σοκ από τη βίαιη επίθεση της Χαμάς, οι “εφιάλ­τες μετά την 7η Οκτω­βρίου” και τα πυρά ρου­κε­τών της Χεζ­μπο­λάχ ώθησαν τους Anjioni να μετα­κο­μί­σουν την επόμενη κιόλας ημέρα σε ένα άλλο κιμπούτς στο κεντρικό Ισραήλ.

“Εδώ κι έναν χρόνο, έχουμε μετα­κο­μί­σει πάνω από πέντε φορές. Όταν έληξε η μίσθωση της τελευ­ταίας μας κατοι­κίας, σκε­φτή­καμε να πάμε με όλη την οικο­γέ­νεια στην Κρήτη. Αλλά αυτή τη φορά, δεν ήταν μόνο για δια­κο­πές”, εξηγεί. Λάτρης της Ελλάδας, όπου έχει περάσει πολλές δια­κο­πές, ο Haran Anjioni παρα­δέ­χε­ται ότι η χώρα είναι “μια τέλεια επιλογή για τους Ισραη­λι­νούς”: “Το μεσο­γειακό κλίμα και η φύση είναι τα ίδια με αυτά που γνω­ρί­ζουμε (…) Οι Έλληνες είναι απί­στευτα φιλό­ξε­νοι. Η χώρα απέχει λιγό­τερο από δύο ώρες πτήσης από το Τελ Αβίβ και το κόστος ζωής είναι λογικό.”

Δεν είναι όλοι οι Ισραη­λι­νοί τόσο ενθου­σιώ­δεις. Η Ναόμι, μια ανύ­πα­ντρη γυναίκα που δεν θέλησε να δώσει το όνομά της, πέρασε τέσ­σε­ρις μήνες στην Αθήνα προτού τελικά επι­στρέ­ψει στο Ισραήλ, καθώς η περι­πλά­νησή της σε μια χώρα που δεν ήταν η δική της δεν είχε το επι­θυ­μητό απο­τέ­λε­σμα της ανα­κού­φι­σης. “Ποτέ δεν θεώρησα τον εαυτό μου πρό­σφυγα. Σε αυτόν τον πόλεμο, υπάρ­χουν πραγ­μα­τικά εκτο­πι­σμέ­νοι άνθρω­ποι, όσοι ανα­γκά­στη­καν να εγκα­τα­λεί­ψουν τα σπίτια τους στον Βορρά και κοντά στη Λωρίδα της Γάζας, και μετά, φυσικά, όλοι οι Παλαι­στί­νιοι πρό­σφυ­γες. Αλλά δεν ήμουν του­ρί­στρια και ένιωθα παρε­ξη­γη­μένη από τους ντό­πιους. Ήμουν σοκα­ρι­σμένη, όπως όλοι οι Ισραη­λι­νοί, έχασα αγα­πη­μένα πρόσωπα, είδα ρου­κέ­τες να περνούν πάνω από το κεφάλι μου”, λέει η νεαρή γυναίκα στο τηλέ­φωνο. Για εκείνη, η Αθήνα ήταν μια αυθόρ­μητη κι ευνόητη επιλογή. “Ο κόσμος μετά την 7η Οκτω­βρίου δεν φαι­νό­ταν πολύ φιλό­ξε­νος για τους Ισραη­λι­νούς και δεν θέλαμε να πάμε σε χώρες όπου οι αντι­ση­μι­τι­κές επι­θέ­σεις αυξά­νο­νταν”, προ­σθέ­τει. […]

Επι­στρέ­φο­ντας πάλι στο σπίτι

Η οικο­γέ­νειά μας έφυγε από το Ισραήλ για την Ελλάδα μετά την επίθεση της Χαμάς, όχι ακριβώς πρό­σφυ­γες και όχι ακριβώς του­ρί­στες. Μετά από τέσ­σε­ρις εβδο­μά­δες απου­σίας, ήμασταν έτοιμοι να επι­στρέ­ψουμε στο Τελ Αβίβ.

Τι ακριβώς συνέβη;

Την περα­σμένη εβδο­μάδα, επι­στρέ­ψαμε στο Ισραήλ μετά από τέσ­σε­ρις εβδο­μά­δες στο εξω­τε­ρικό, κατά τις οποίες μείναμε σε τέσσερα δια­φο­ρε­τικά Airbnb, πρώτα στο ελλη­νικό νησί της Ρόδου και στη συνέ­χεια στην Αθήνα. Φύγαμε από το Ισραήλ πέντε μέρες μετά τις 7 Οκτω­βρίου χωρίς εισι­τή­ριο επι­στρο­φής. Δεν ξέραμε πόσο καιρό θα λείπαμε, και δεν προ­γραμ­μα­τί­σαμε τίποτα πέρα από λίγες ημέρες. Πήραμε λίγα πράγ­ματα, αλλά πολλά βιβλία, για κάθε ενδε­χό­μενο. Δεν ήμασταν σίγου­ροι τι είδους  ρούχα θα χρεια­ζό­μα­σταν – ποιος ξέρει πόσο καιρό θα μεί­νουμε;”- αλλά φρο­ντί­σαμε να μην πάρουμε μπλου­ζά­κια με εβραϊκά γράμ­ματα, για λόγους “χαμηλού προφίλ”.

Στις 7 Οκτω­βρίου, όλα τα σχέδιά μας για το αύριο και για τα μελ­λο­ντικά αύριο είχαν ακυ­ρω­θεί ή του­λά­χι­στον ανα­βάλ­λο­νταν για την ώρα. Ήμασταν εξαι­ρε­τικά τυχεροί- τίποτα τρομερό δεν συνέβη σε εμάς προ­σω­πικά, αλλά η ζωή μας ξαφνικά και απροσ­δό­κητα ξέφυγε από τον έλεγχο. Η ιδέα ήταν να φύγουμε και να πάρουμε τα παιδιά από εδώ, το συντο­μό­τερο δυνατό. Η ισραη­λινή οικο­νο­μική εφη­με­ρίδα The Marker υπο­στή­ριξε στις αρχές Νοεμ­βρίου ότι περισ­σό­τε­ροι από 230.000 Ισραη­λι­νοί εγκα­τέ­λει­ψαν τη χώρα από την αρχή του πολέμου – ήμασταν ανάμεσά τους.

Λει­τούρ­γησε εδώ το copycat σύν­δρομο. Μετά το αρχικό σοκ, είδαμε ότι κάποιοι από τους φίλους μας ετοι­μά­ζο­νταν να φύγουν, οπότε μας φάνηκε σωστό να το κάνουμε κι εμείς. Άλλοι έφυγαν επειδή φύγαμε εμείς, και ούτω καθεξής. Όταν κανείς δεν ξέρει τίποτα, μιμεί­σαι τυφλά. Η Ρόδος επι­λέ­χθηκε λίγο πολύ με τον ίδιο τρόπο. Δεν ρωτή­σαμε τους φίλους μας γιατί η Ρόδος – υπο­θέ­σαμε ότι είναι η μόνη πτήση που κατά­φε­ραν να κλεί­σουν. Οι φίλοι που μας ακο­λού­θη­σαν εκεί δεν ρώτησαν επίσης γιατί η Ρόδος.

Δεν ήταν εύκολο να βρει κανείς μια πτήση από το Ισραήλ (υπήρχαν πτήσεις κυρίως προς τη Ρόδο, την Αθήνα και την Κύπρο), όπως δεν ήταν εύκολο και για τους Ισραη­λι­νούς στο εξω­τε­ρικό να επι­στρέ­ψουν, για να συμ­με­τά­σχουν στην πολε­μική προ­σπά­θεια ή να επα­νε­νω­θούν με τις οικο­γέ­νειές τους. Ούτε ήταν εύκολο να επι­βι­βα­στούν στην πτήση. Περι­μέ­ναμε στην ουρά του αερο­δρο­μίου για ώρες ολό­κλη­ρες, πολύ μετά την προ­γραμ­μα­τι­σμένη ώρα ανα­χώ­ρη­σης, χωρίς να γνω­ρί­ζουμε μέχρι την τελευ­ταία στιγμή αν η πτήση θα ακυ­ρω­νό­ταν ή αν θα κατα­φέρ­ναμε να ταξι­δέ­ψουμε.

Ξεκι­νή­σαμε το ταξίδι μας σε ένα ωραίο μεγάλο Airbnb για τρεις οικο­γέ­νειες στην παλιά πόλη της Ρόδου. Τις πρώτες μέρες ήμασταν σε κατά­σταση σοκ. Τα παιδιά έπαιζαν κρυφτό, ενώ οι μεγάλοι κάθο­νταν μαζί, προ­σπα­θώ­ντας να χωνέ­ψουν αυτό που μόλις είχε συμβεί. Έκλαιγα συχνά, όπως και οι άλλες μητέρες. Όλοι νιώθαμε θλίψη, αβο­ή­θη­τοι, μπερ­δε­μέ­νοι και χαμένοι (το ίδιο νιώ­θουμε και τώρα που επι­στρέ­ψαμε), αλλά και μόνο το γεγονός ότι ανα­ρω­τη­θή­καμε πώς νιώ­θουμε μας φάνηκε αυτο­νό­ητο και ανάρ­μο­στο. Συνε­χί­ζαμε να υπεν­θυ­μί­ζουμε στους εαυτούς μας: είμαστε οι τυχεροί, οι πιο τυχεροί από τους τυχε­ρούς.

Από τη στιγμή που προ­σγειώ­θηκα, ανέβηκα σε ένα συναι­σθη­μα­τικό τρενάκι του τρόμου – τη μια στιγμή είμαι στην παραλία ή τρώω σου­βλά­κια, την άλλη κλει­δώ­νο­μαι στο μπάνιο για να μη με δουν τα παιδιά να κλαίω. Το μυαλό τρέχει μεταξύ πρα­κτι­κών σκέψεων (πρέπει να παγώσω τη συν­δρομή μου στο γυμνα­στή­ριο;) και σκέψεων για το τι μας συνέβη, τι συνέβη στη χώρα μας, τι συμ­βαί­νει στη Γάζα, τι θα συμβεί στη συνέ­χεια και από εδώ και πέρα. Στην αρχή αυτό προ­κα­λεί κρίσεις πανικού, και μια αίσθηση που μοιάζει με ίλιγγο ότι δεν μπορείς να το χωνέ­ψεις – αργό­τερα επέρ­χε­ται ένα είδος μου­διά­σμα­τος. Μετά από λίγο, η μανιο­κα­τα­θλι­πτική διάθεση μετα­βάλ­λε­ται σε ένα ήπιο είδος μελαγ­χο­λίας.

Μετά από λίγες μέρες που ρωτού­σαμε τι ακριβώς συνέβη, η ερώτηση άλλαξε σε “τι θα ακο­λου­θή­σει;”. Πολλοί άνθρω­ποι που γνω­ρί­ζουμε πήραν πτήσεις με αντα­πό­κριση από την Ελλάδα ή την Κύπρο προς διά­φο­ρους άλλους προ­ο­ρι­σμούς σε όλη την Ευρώπη ή ακόμη και στις ΗΠΑ. Κάποιοι πήγαν να μείνουν με συγ­γε­νείς ή φίλους σε δια­φο­ρε­τι­κές χώρες. Όσοι μπορούν να εργα­στούν εξ απο­στά­σεως άλλαξαν γρήγορα την ιδιό­τητά τους σε ψηφια­κούς νομάδες – αλλά χάσαμε το μεγα­λύ­τερο μέρος του εισο­δή­μα­τός μας. Δεν ξέραμε πια τι ήμασταν. Είπαμε μισο­α­στειευό­με­νοι ότι ήμασταν πρό­σφυ­γες. Δεν ήμασταν πρό­σφυ­γες. Σε αυτόν τον πόλεμο υπάρ­χουν πραγ­μα­τι­κοί πρό­σφυ­γες: πάνω από 100.000 Ισραη­λι­νοί απο­μα­κρύν­θη­καν γύρω από τα σύνορα με τη Γάζα και τα βόρεια σύνορα προς το κεντρικό Ισραήλ, καθώς και 1 εκα­τομ­μύ­ριο Παλαι­στί­νιοι πρό­σφυ­γες στη Γάζα. Ωστόσο, δεν ήμασταν ούτε του­ρί­στες. ‘Ημασταν σε μια κατά­σταση limbo.

Άρχισα να φτιάχνω λίστες στο κεφάλι μου.

Τρόποι με τους οποίους μοιά­ζουμε με πρό­σφυ­γες:

Φύγαμε από τη χώρα μας βια­στικά χωρίς σχέδιο.

Δεν μας ένοιαζε που θα πάμε.

Δεν ξέρουμε πότε θα επι­στρέ­ψουμε.

Το μεγα­λύ­τερο μέρος του εισο­δή­μα­τός μας ξαφνικά εξα­φα­νί­στηκε.

Όταν οι ντόπιοι ρωτούν από πού είμαστε και τους λέμε, μας αγκα­λιά­ζουν και λένε ότι λυπού­νται πολύ.

Τρόποι με τους οποίους δεν μοιά­ζουμε με πρό­σφυ­γες:

Φύγαμε με τη θέλησή μας.

Έχουμε πιστω­τι­κές κάρτες.

Σχε­διά­ζουμε να επι­στρέ­ψουμε στη χώρα μας σύντομα.

Τρόποι με τους οποίους μοιά­ζουμε με του­ρί­στες:

Πηγαί­νουμε σε εστια­τό­ρια.

Επι­σκε­πτό­μα­στε του­ρι­στικά αξιο­θέ­ατα και βγά­ζουμε πολλές φωτο­γρα­φίες.

Τρόποι με τους οποίους δεν μοιά­ζουμε με του­ρί­στες:

Μερικοί από εμάς συνε­χί­ζουν να εργά­ζο­νται εξ απο­στά­σεως.

Πηγαί­νουμε συχνά τα ρούχα μας στο καθα­ρι­στή­ριο. Πήραμε μια τσάντα γεμάτη σχολικά βιβλία.

Τα παιδιά έχουν σχολείο μέσω Zoom τα πρωινά.

Είμαστε λυπη­μέ­νοι και ανή­συ­χοι.

Είναι εξαι­ρε­τικά ανη­συ­χη­τικό να μην ξέρεις γιατί βρί­σκε­σαι εκεί που είσαι, τι υπο­τί­θε­ται ότι πρέπει να κάνεις τώρα και πού θα είσαι την επόμενη μέρα. Ειδικά για τους γονείς. Σε μια προ­σπά­θεια να κατα­νο­ήσω την κατά­σταση, άρχισα να γράφω ένα ημε­ρο­λό­γιο, το οποίο εγκα­τέ­λειψα σύντομα. Έγραφα για τον εαυτό μου και αρνή­θηκα κατη­γο­ρη­μα­τικά να δημο­σιεύσω τους μηρυ­κα­σμούς μου. Το προ­νό­μιό μου αυτό αισθάν­θηκα κατά κάποιον τρόπο ότι ήταν κάτι σαν ασέβεια, καθώς αν μοι­ρά­ζο­μαι τις προ­σω­πι­κές μου εμπει­ρίες μπορεί να ευτε­λίσω τον πραγ­μα­τικό πόνο που νιώθουν άλλοι άνθρω­ποι αυτή τη στιγμή. Αλλά τώρα, μετά από ένα μήνα, ξαφνικά πιστεύω ότι μπορώ να μιλήσω για όσα περά­σαμε. Εάν 230.000 Ισραη­λι­νοί (πιθανώς περισ­σό­τε­ροι από την τελευ­ταία κατα­μέ­τρηση) βιώνουν πράγ­ματα παρό­μοια με αυτά που έκανα εγώ, αξίζει να το συζη­τή­σουμε.

‘Ετσι ξεκι­νούσε το ημε­ρο­λό­γιό μου στις 16 Οκτω­βρίου:

Σήμερα είναι Δευτέρα. Είμαι πολύ σίγουρη. Είμαστε εδώ, στην παλιά πόλη της Ρόδου, τεσ­σε­ρά­μισι μέρες που πέρασαν όσο να ανοι­γο­κλεί­σουμε τα μάτια μας, αλλά και που μας φάνηκαν μια αιω­νιό­τητα. Φτάσαμε εδώ την Πέμπτη. Προ­νο­μιού­χοι πρό­σφυ­γες. Είναι μια περί­εργη, μετα­μο­ντέρνα έννοια. Ίσως σαν τα θύματα της σφαγής του περα­σμέ­νου Σαβ­βά­του, που σφα­γιά­στη­καν από τρο­μο­κρά­τες ενώ χόρευαν σε ένα πάρτι στην ύπαιθρο – πανέ­μορ­φοι νέοι, με crop tops και τατουάζ με δελ­φί­νια που συνά­ντη­σαν τον θάνατό τους με τον πιο φρικτό τρόπο ενώ γιόρ­τα­ζαν τη ζωή. Είχαν το χει­ρό­τερο ταξίδι που μπο­ρούσε να φαντα­στεί κανείς, και κανείς δεν μπο­ρούσε να φαντα­στεί. Όπως έγραψε ο Έρνεστ Χέμιν­γουεϊ για τη χρε­ο­κο­πία στο The Sun Also Rises – η κατα­στροφή του Ισραήλ ήρθε στα­διακά και μετά ξαφνικά. Ξέραμε ότι καθό­μα­σταν σε μια πυρι­τι­δα­πο­θήκη, αλλά επι­λέ­ξαμε να διώ­ξουμε τη σκέψη. Τώρα ανα­τι­να­χθή­καμε. Προς το παρόν. Είναι πολύ νωρίς για να προσ­διο­ρί­σουμε πότε ακριβώς πηδή­ξαμε στο χρο­νο­διά­γραμμα της κατα­στρο­φής. Πηδή­ξαμε από φόβο ότι τα χει­ρό­τερα είναι ακόμα μπροστά μας ή ότι αυτό το συνεχές κακό θα εκτεί­νε­ται σε τόσο μεγάλο χρονικό διά­στημα που μπορεί να εισχω­ρή­σει στις ψυχές μας και στις ψυχές των παιδιών μας και να το μολύνει.

Ήμασταν μερικές οικο­γέ­νειες που ζούσαμε μαζί σαν σε κοι­νό­βιο, ενώ άλλες ζούσαν κάπου κοντά. ‘Ενας έκανε το μαγεί­ρεμα, ο άλλος τα ψώνια, ο τρίτος ανα­λάμ­βανε το πλύσιμο των ρούχων. Τα παιδιά κάθο­νταν γύρω από ένα μεγάλο τραπέζι το πρωί, παρα­κο­λου­θώ­ντας τα μαθή­ματά τους μέσω Zoom. Τα απο­γεύ­ματα και τα Σαβ­βα­το­κύ­ριακα προ­σπα­θού­σαμε να μπούμε σε του­ρι­στική λει­τουρ­γία. Η κατα­νά­λωση ούζου και το κολύμπι στο κατα­γά­λανο πέλαγος σίγουρα βοή­θη­σαν στην κατα­στολή των στοι­χειω­μέ­νων σκέψεων. Μετα­κο­μί­σαμε από μέρος σε μέρος, ανα­ζη­τώ­ντας πάντα φθη­νό­τερα κατα­λύ­ματα και δια­με­ρί­σματα πιο κοντά σε άλλους Ισραη­λι­νούς φίλους με παιδιά. Λιγό­τε­ροι σνομπ Ισραη­λι­νοί από εμάς εντά­χθη­καν στις τοπικές ισραη­λι­νές ομάδες WhatsApp και Facebook στη Ρόδο και την Αθήνα. Αμέσως μετά τις 7 Οκτω­βρίου, οι Ισραη­λι­νοί άνοιξαν ομάδες σαν αυτές σε αμέ­τρη­τες πόλεις σε όλο τον κόσμο, για να παρέ­χουν ένα σύστημα υπο­στή­ρι­ξης σε άλλους σαν κι αυτούς που φτάνουν στο ίδιο μέρος. Αυτές οι ομάδες προ­σφέ­ρουν πλη­ρο­φο­ρίες, φτηνά δια­με­ρί­σματα, μετα­χει­ρι­σμένα ρούχα, ισραη­λι­νές μπέιμπι σίτερ, καρο­τσά­κια για μωρά, εβραϊκά βιβλία κ.λπ. Σου λένε ποιες γει­το­νιές πρέπει να απο­φεύ­γουν καλύ­τερα οι Εβραίοι και σε συν­δέ­ουν με τοπικά φαρ­μα­κεία που συμ­φω­νούν να συμπλη­ρώ­σουν ισραη­λι­νές συντα­γές. Οι Ισραη­λι­νοί στο εξω­τε­ρικό άρχισαν να ανοί­γουν πρό­χειρα ισραη­λινά σχολεία και παι­δι­κούς σταθ­μούς, μαθή­ματα Pilates, ό, τι είχαν. Λίγες μέρες πριν, όλοι αυτοί οι άνθρω­ποι ήταν στο σπίτι τους, ζούσαν την κανο­νική τους ζωή και ξαφνικά βρέ­θη­καν σε μια ξένη πόλη, χωρίς να ξέρουν πόσο προ­σω­ρινή θα είναι η κατά­στασή τους.

Αυτό το ερώτημα μας βασά­νισε όλους. Είμα­σταν σε δίλημμα, για παρά­δειγμα, για πόσο καιρό θα έπρεπε να κλεί­σουμε το επόμενο Airbnb μας. Εάν κάνεις κράτηση για περισ­σό­τερο, είναι φθη­νό­τερο ανά δια­νυ­κτέ­ρευση, αλλά δεν θέλεις να χάσεις την ελπίδα ότι σε λίγες μέρες ίσως επι­στρέ­ψεις στο σπίτι. Αυτό φαί­νε­ται αστείο. Φυσικά, μπο­ρέ­σαμε να πάμε σπίτι. Το Ισραήλ είναι ακόμα εκεί μετά τις 7 Οκτω­βρίου. Αλλά τι είδους σπίτι είναι αυτό αν αντί για ασφά­λεια και άνεση σου προ­κα­λεί φόβο, πένθος και άγχος;

Πήραμε μαζί μας τον φόβο, το πένθος και την αγωνία μας στην Ελλάδα, αλλά παρόλα αυτά μπο­ρού­σαμε να μένουμε ώρες κάτω από το ντους χωρίς να μας δια­κό­ψει ο τρόμος της σει­ρή­νας και ξέραμε ότι αν, Θεός φυλάξοι, ο πόλεμος κλι­μα­κω­θεί, βρι­σκό­μα­στε σε ασφαλή φυσική από­σταση. Οι άνθρω­ποι πίσω στο σπίτι γενικά έλεγαν ότι είναι καλό που φύγαμε για “lehitavrer”, που σημαί­νει “για να πάρουμε μια ανάσα”. Αυτό κάναμε; Αυτή η ορο­λο­γία που έγινε κοινός τόπος μου έδινε στα νεύρα. Ήμασταν εντελώς απο­γοη­τευ­μέ­νοι – αυτό δεν ήταν σαν μια ανάσα.

Αν κάποτε συζη­τού­σαμε για μουσική, κινη­μα­το­γράφο και λογο­τε­χνία ή απλώς λέγαμε κου­τσο­μπο­λιά, όλες οι συζη­τή­σεις τώρα περιο­ρί­ζο­νταν στον πόλεμο και την πολι­τική, ανταλ­λά­ζο­ντας πλη­ρο­φο­ρίες για γνω­στούς ανθρώ­πους των οποίων τα αγα­πη­μένα πρόσωπα σκο­τώ­θη­καν ή κρα­τή­θη­καν όμηροι (όλοι γνω­ρί­ζουν κάποιον). Η πιο τρο­μα­κτική χει­ρο­νο­μία σε όλη αυτήν την περίοδο ήταν να βλέπεις έναν ενήλικα να δείχνει ήσυχα και δια­κρι­τικά σε έναν άλλον ενήλικα το τηλέ­φωνό του. Έτσι συνήθως μαθαί­νουμε ο καθένας μας για τις φρι­κα­λε­ό­τη­τες. “Τι έγινε;” μας ρωτού­σαν τα παιδιά μας αν παρα­τη­ρού­σαν ότι χάναμε ξαφνικά το χρώμα μας. “Τίποτα, απλά είμαι κου­ρα­σμένη”, λέγαμε ψέματα.

Καθί­σαμε όλοι μαζί, συλ­λο­γι­ζό­με­νοι την κατά­στασή μας και σταθ­μί­ζο­ντας τις επι­λο­γές μας — βρα­χυ­πρό­θε­σμα και μακρο­πρό­θε­σμα. Κάθε οικο­γέ­νεια είχε τη δική της ειδική κατά­σταση, ανάλογα με τον αριθμό των παιδιών, τις ηλικίες των παιδιών (τα μικρά είναι πιο εύκολο να μετα­κι­νη­θούν και πιο εύκολο να τους κρύψεις την πραγ­μα­τι­κό­τητα) και το ενοίκιο ή την υποθήκη που πρέπει να πλη­ρω­θεί στο Ισραήλ, εκτός από τη χρη­μα­το­δό­τηση αυτής της παρά­ξε­νης από­δρα­σης. Κάποιοι έχασαν το εισό­δημά τους, κάποιοι δού­λε­ψαν εξ απο­στά­σεως, άλλοι έχουν απο­τα­μιεύ­σεις ενώ άλλοι έχουν χρέη, κάποιοι έχουν ένα αφε­ντικό που τους πιέζει να επι­στρέ­ψουν ή έναν σύζυγο πίσω στο σπίτι. Πολλές γυναί­κες έφυγαν με τα παιδιά ενώ οι σύντρο­φοί τους παρέ­μει­ναν στο Ισραήλ λόγω δου­λειάς ή στρα­τιω­τι­κής εφε­δρι­κής υπο­χρέ­ω­σης. Συνα­ντή­σαμε επίσης χωρι­σμένα ζευ­γά­ρια που έφυγαν μαζί -για χάρη των παιδιών.

Συζη­τή­θηκε επίσης η ιδέα της μετα­νά­στευ­σης ή της “μετε­γκα­τά­στα­σης” όπως απο­κα­λεί­ται στις μέρες μας. Ξένα δια­βα­τή­ρια, δυνα­τό­τη­τες βίζας, προ­ο­πτι­κές εργα­σίας -όλα ανα­λύ­θη­καν, παρόλο που αυτό που πραγ­μα­τικά θέλαμε ήταν να υπάρχει ειρήνη, πραγ­μα­τική ειρήνη στο σπίτι. Οι προ­ο­ρι­σμοί απορ­ρί­φθη­καν ένας προς έναν, λόγω μετα­να­στευ­τι­κών πολι­τι­κών (κατα­ρα­μένο Brexit), καιρού (πολύ κρύο), γλώσσας (τα πορ­το­γα­λικά φαί­νο­νται δύσκολα), αντι­ση­μι­τι­σμού, συγκε­ντρώ­σεων “ελεύ­θερη Παλαι­στίνη”, μεγάλου μου­σουλ­μα­νι­κού πλη­θυ­σμού, σεισμών κ.λπ. Ο μεγάλος κόσμος ξαφνικά φαι­νό­ταν μικρός και εντελώς αφι­λό­ξε­νος. Η Ελλάδα ήταν υπέροχη, αλλά τι σχέση έχουμε με την Ελλάδα; Αυτός είναι ένας προ­ο­ρι­σμός δια­κο­πών, όχι για πραγ­μα­τική ζωή. Και με κάθε μέρα που περ­νούσε από εκείνο το τρομερό Σάββατο, η πραγ­μα­τική ζωή γλι­στρούσε όλο και πιο μακριά.

Το τεστ πραγ­μα­τι­κό­τη­τας υπο­τί­θε­ται ότι ήταν οι φίλοι και η οικο­γέ­νειά μας στο Ισραήλ, αλλά άλλαζαν το σκοπό τους κάθε μέρα σύμφωνα με τις ειδή­σεις. Κάποιες μέρες μας έγραψαν, “είναι πολύ πιο ασφαλές να είσαι στο Ισραήλ παρά στο εξω­τε­ρικό”. Άλλες μέρες είπαν, “καλύ­τερα μείνε εκεί για λίγο ακόμα”.

Περι­μέ­ναμε ένα σημάδι ότι θα μπο­ρού­σαμε να επι­στρέ­ψουμε σπίτι. Όταν έγινε σαφές ότι ο πόλεμος δεν θα τελεί­ωνε τόσο σύντομα, ήμασταν πρό­θυ­μοι να δεχθούμε ένα πιο ασαφές σημάδι. Περι­μέ­ναμε να ακού­σουμε την ομιλία του Μπάι­ντεν και μετά την ομιλία του Νασράλα. Φοβό­μα­σταν την είσοδο του ισραη­λι­νού Στρατού στη Γάζα, αλλά περι­μέ­ναμε να δούμε τι θα συνέ­βαινε αν και πότε θα το έκανε. Κάθε λίγες μέρες εντο­πί­ζαμε ένα νέο ορόσημο που μπορεί να υπο­δεί­κνυε εάν είναι ok να επι­στρέ­ψουμε — ό,τι κι αν σημαί­νει αυτό. Η ερώτηση “πότε θα είναι ok;” μετα­τρά­πηκε σε “θα είναι ποτέ ok;” Σύντομα μειώ­σαμε τις προσ­δο­κίες μας από ένα πράσινο φως σε ένα μήνυμα που να μας λέει ότι είναι “αρκετά ok”.

Τα σημάδια δεν ήταν εύκολο να βρεθούν αφού δεν είμα­σταν σίγου­ροι από τι ακριβώς ξεφύ­γαμε. Είναι επειδή ζεις με τις σει­ρή­νες και τρέχεις στο κατα­φύ­γιο; Είναι από τον φόβο της κλι­μά­κω­σης; Είναι για να μην βλέπουν τα παιδιά τις αφίσες των ομήρων που είναι κολ­λη­μέ­νες σε κάθε τοίχο στο Ισραήλ; Είναι για να τους κρα­τή­σεις μακριά από τον κίνδυνο ή για να τους προ­στα­τεύ­σεις συναι­σθη­μα­τικά; Δεν ξέραμε ακριβώς τι θα μπο­ρούσε τελικά να τους προ­κα­λέ­σει μεγα­λύ­τερο ψυχο­λο­γικό τραύμα: να είναι στο Ισραήλ τέτοια εποχή ή να βλέπουν τους γονείς τους να τρέχουν μακριά, μπερ­δε­μέ­νοι, να μην μπορούν να τους δώσουν απα­ντή­σεις σε απλές ερω­τή­σεις όπως “πού θα είμαι αύριο;”

Τελικά, δεν λάβαμε κανένα σημάδι. Απλώς πέρασε ο χρόνος. Σε πολλές οικο­γέ­νειες ο μπαμπάς και τα μεγα­λύ­τερα παιδιά ήθελαν να επι­στρέ­ψουν ενώ η μαμά ήθελε να μείνει. Όμως ενέδωσα και τελικά συμ­φώ­νησα ότι ίσως ήταν αρκετά λογικό να επι­στρέψω, παρόλο που η Ται­νιο­θήκη του Τελ Αβίβ -όπου εργα­ζό­μα­στε εγώ και ο σύντρο­φός μου- είναι ακόμα κλειστή.

Πέρασαν τέσ­σε­ρις εβδο­μά­δες, ο πόλεμος συνε­χί­ζε­ται ακόμα, οι όμηροι δεν έχουν απε­λευ­θε­ρω­θεί, αλλά οι φίλοι και η οικο­γέ­νεια στο σπίτι είπαν ότι δεν είναι τόσο άσχημα, το συνη­θί­ζεις. Πετού­σαμε χρήματα, οπότε απο­φα­σί­σαμε να επι­στρέ­ψουμε. Μερικοί από τους φίλους μας επέ­στρε­ψαν λίγες μέρες πριν ή μετά από εμάς (σύν­δρομο copycate ξανά), ενώ άλλοι εξα­κο­λου­θούν να είναι κάπου κρυμ­μέ­νοι ή μετα­κι­νού­νται από μέρος σε μέρος, ανα­ζη­τώ­ντας μανιω­δώς λίγη ψυχική ηρεμία ή ελπίδα για ένα καλύ­τερο μέλλον, κάπου αλλού.

Αφού κλεί­σαμε την πτήση της επι­στρο­φής μας, νιώσαμε ανα­κού­φιση. Όχι επειδή επι­στρέ­φουμε σε μια εμπό­λεμη ζώνη, αλλά επειδή απλώς το αίσθημα ότι δεν ξέρουμε πού θα βρε­θούμε αύριο, έχει αρθεί. Μπο­ρού­σαμε να χαλα­ρώ­σουμε και τις τελευ­ταίες μέρες αισθαν­θή­καμε σχεδόν σαν σε πραγ­μα­τι­κές δια­κο­πές. Μετά από τέσ­σε­ρις εβδο­μά­δες επι­στρέ­ψαμε στο αερο­δρό­μιο Ben-Gurion, το οποίο φαι­νό­ταν σχεδόν έρημο και ήταν γεμάτο με αφίσες των ομήρων και με ταμπέ­λες που σε κατεύ­θυ­ναν στο πλη­σιέ­στερο κατα­φύ­γιο. Μια σειρήνα μας πέτυχε στον αυτο­κι­νη­τό­δρομο στο δρόμο της επι­στρο­φής στο Τελ Αβίβ από το αερο­δρό­μιο. Το ταξί μας στα­μά­τησε κάτω από μια γέφυρα, και πηδή­σαμε έξω και καθί­σαμε στο έδαφος.

Marina Rafenberg

Le Monde, 21.10.2024

Πηγή: lifo.gr

Πώς σας φάνηκε το άρθρο;

Ένα πάτημα, χωρίς λογαριασμό. Μία ψήφος ανά συσκευή.

Σχολιασμός άρθρου

Προσθέστε ένα σχόλιο

Εμφανίζεται μετά από έγκριση · το e-mail δεν δημοσιεύεται0 / 2000

Τα σχόλια εκφράζουν τον σχολιαστή, όχι τη Δημοκρατική. Όροι σχολιασμού

Τα σχόλια εκφράζουν αποκλειστικά τον εκάστοτε σχολιαστή. Η Δημοκρατική δεν υιοθετεί αυτές τις απόψεις. Διατηρούμε το δικαίωμα να διαγράψουμε όποια σχόλια θεωρούμε προσβλητικά ή περιέχουν ύβρεις, χωρίς καμία προειδοποίηση. Χρήστες που δεν τηρούν τους όρους χρήσης αποκλείονται. Τα σχόλια δημοσιεύονται μετά από έγκριση· το e-mail δεν δημοσιεύεται.

Γίνετε ο πρώτος που θα σχολιάσει.