ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΕΙΣ

Σταμάτης Μαρασιώτης: «Μέσα από την μαυρίλα της ψυχής μας και του καπνού που μας περικύκλωσε, υπήρχε γύρω μας ένα φως ανθρωπιάς…»

Μαίρη Φώτη 14 λεπτά ανάγνωση
ΣΤΑΜΑΤΗΣ ΜΑΡΑΣΙΩΤΗΣ
Μέσα από την μαυρίλα της ψυχής μας και του καπνού που μας περικύκλωσε, υπήρχε γύρω μας ένα φως ανθρωπιάς…

ΣΤΑΜΑΤΗΣ ΜΑΡΑΣΙΩΤΗΣ

  • «Η τοπική κοινωνία δημιούργησε μια τεράστια αλυσίδα αγάπης και αλληλεγγύης»

Στις 22 Ιουλίου συμπλη­ρώ­θηκε ένας χρόνος από την μεγα­λύ­τερη επι­χεί­ρηση εκκέ­νω­σης σε φωτιά, που έγινε ποτέ στην Ελλάδα. Στη διάρ­κεια της κατα­στρο­φι­κής πυρ­κα­γιάς της Ρόδου πραγ­μα­το­ποι­ή­θηκε προ­λη­πτική εκκέ­νωση περίπου 19.000 ανθρώ­πων. Οι 16.000 μετα­φέρ­θη­καν με επίγεια μέσα και οι 3.000 με πλωτά.

Η τερά­στια αυτή επι­χεί­ρηση εκκέ­νω­σης, έγινε συντο­νι­σμένα χάρις στη συνερ­γα­σία όλων των εμπλε­κό­με­νων φορέων αλλά και των αντα­να­κλα­στι­κών που επέ­δειξε η τοπική κοι­νω­νία δημιουρ­γώ­ντας μιας τερά­στια αλυσίδα αγάπης και αλλη­λεγ­γύης.

Ο Στα­μά­της Μαρα­σιώ­της, οδηγός ταξί και ιδιο­κτή­της στα τελευ­ταία 16 χρόνια, από­φοι­τος Ανω­τέ­ρας Σχολής Του­ρι­στι­κών Επαγ­γελ­μά­των Ρόδου, ήταν ένας κρίκος όπως λέει ο ίδιος στην μεγάλη αυτή αλυσίδα ανθρω­πιάς.

Στη συνέ­ντευξή του σήμερα στη «δημο­κρα­τική», φέρνει στη μνήμη του όλα όσα κλή­θη­καν να δια­χει­ρι­στούν οι άνθρω­ποι που πήραν μέρος στην τερά­στια επι­χεί­ρηση της εκκέ­νω­σης και της ασφα­λούς μετα­φο­ράς των 19.000 ανθρώ­πων.

Σταμάτη, να ξεκι­νή­σουμε τη συνέ­ντευξη από την ημέρα που δόθηκε η εντολή για την μεγα­λύ­τερη επι­χεί­ρηση εκκέ­νω­σης που έγινε ποτέ σε πυρ­κα­γιά, στην Ελλάδα. Πού ήσουν εσύ;

Εγώ εκείνη την ημέρα ξεκί­νησα στις 4 το από­γευμα τη βάρδιά μου. Εφυγα απευ­θείας για το αερο­δρό­μιο γιατί και εκεί υπήρχε ανάγκη για ταξί, διότι ήταν ημέρα Σάββατο και παράλ­ληλα υπήρχαν πολλές αφίξεις. Μέχρι εκείνη την ώρα δεν είχαμε κατα­λά­βει ακόμα τι θα ακο­λου­θή­σει. Δεν είχαμε πλήρη εικόνα, για να μην σου πω καθόλου. Νομί­ζαμε ότι θα ήταν ακόμα ένα Σάββατο, όμως δεν ήταν… Θυμάμαι απο­σπα­σμα­τικά εκείνη την ημέρα. Θυμάμαι ότι πηγαίνω ένα ζευγάρι προς Φαλη­ράκι και αρχίζει τότε το κέντρο, περίπου στις 16:30, να μας λέει ότι υπάρχει ανάγκη για να φύγουν ταξί προς νότια Ρόδο να βοη­θή­σουν στις εκκε­νώ­σεις ξενο­δο­χείων. Εγώ χωρίς δεύτερη σκέψη, αφού άφησα τους πελάτες, έφυγα προς τα έξω. Μετά τα Κολύ­μπια, είχα ανάψει και τα αλάρμ γιατί κάποιοι πήγαι­ναν αργά, εμείς έπρεπε να πάμε λίγο πιο γρήγορα αλλά και με ασφά­λεια, γιατί περί­με­ναν άνθρω­ποι.

Και τότε γίνεται αντι­λη­πτό τι συμ­βαί­νει στη νότια Ρόδο;

Δεν είχαμε ακόμα εικόνα, αλλά όταν ακούς για εκκέ­νωση ξενο­δο­χείων, η πρώτη σου σκέψη είναι ότι αυτό το Σάββατο δεν θα είναι το ίδιο με τα άλλα… Εκεί κατά­λαβα, και εγώ και αρκετοί συνά­δελ­φοι, ότι το Σάββατο σήμερα θα είναι μεγάλο. Εκεί ακού­στηκε για πρώτη φορά η λέξη «εκκέ­νωση». Οταν είχα φτάσει, θυμάμαι ότι είδα κάποια ταξί κοντά στην Κάλαθο που είτε μετέ­φε­ραν κόσμο σε πιο ασφαλή σημεία είτε στο αερο­δρό­μιο. Το Σάββατο είναι μέρα αιχμής οπότε υπήρχαν πολλές αφίξεις και ανα­χω­ρή­σεις και παρά την ανα­στά­τωση έπρεπε οι επι­σκέ­πτες που ανα­χω­ρού­σαν να φτάσουν στο αερο­δρό­μιο για να μην χάσουν την πτήση τους.

Πότε αντι­λαμ­βά­νε­σαι ότι τα πράγ­ματα είναι πιο σοβαρά απ΄ότι είχες εκτι­μή­σει;

Η πρώτη μου εικόνα εκεί που κατα­λα­βαίνω ότι τα πράγ­ματα έχουν σοβα­ρέ­ψει, είναι όταν είδα ένα ρεύμα του κόσμου -υποθέτω πως ήταν ντόπιοι οι άνθρωποι- να θέλουν να στρί­ψουν δεξιά προς Πυλώνα. Είχαν δημιουρ­γη­θεί τρία ρεύματα στον κυκλικό κόμβο της Πυλώνας. Ρώτησα τον αστυ­νο­μικό πού χρειά­ζε­ται να πάμε, γιατί ήταν η πρώτη μου επαφή και δεν είχα ιδέα προς τα πού πρέπει να κατευ­θυνθώ. Μου λέει ότι χρειά­ζε­ται όλοι να κινη­θούμε προς Λάρδο ή, αν τα κατα­φέ­ρουμε, και Κιοτάρι. Περ­νώ­ντας από τη Λίνδο, από την πλατεία της Κράνας, δεν έχω ξαναδεί ποτέ τόσο κόσμο μαζε­μένο. Νομίζω ότι είδα περισ­σό­τερα από 4.000 με 5.000 άτομα, χωρίς υπερ­βολή. Δεν υπήρχε σπιθαμή χώρου άδεια, μόνον ο δρόμος είχε μείνει ανοι­κτός. Αμέσως κάποιοι άρχισαν να κάνουν νόημα με τα χέρια ότι χρειά­ζο­νται ταξί, προ­φα­νώς και τους προ­σπερ­νάω γιατί η εντολή ήταν να φτά­σουμε είτε Λάρδο είτε Κιοτάρι. Φτάνω περίπου λίγο πριν από τις 5 το από­γευμα έξω από το Lindos Princess. Εκεί είχε κρυφτεί ο ήλιος από τους καπνούς. Είχε μια μου­ντάδα, μια σκο­τει­νιά. Εκεί πέρα είδα πραγ­μα­τικά πανικό… Ο κόσμος που περί­μενε μόλις είδε ταξί, έκανε λες και βρήκε, τι να σας πω, χρυσό! Ομως κι εμείς μπο­ρούμε να μετα­φέ­ρουμε μέχρι τέσσερα άτομα. Την ίδια ώρα που κάνω μια ανα­στροφή το ταξί για να έχει κατεύ­θυνση προς Λίνδο, θυμάμαι ξεκινάω με μια οικο­γέ­νεια Νορ­βη­γών και ακριβώς πίσω μου ήταν ένας οδηγός του ΚΤΕΛ που έβαζε απο­σκευές στο χώρο του λεω­φο­ρείου. Ηρθαν κοντά τα οχήματά μας. Τον χτύπησα λίγο στην πλάτη, κι αυτός το ίδιο και του λέω “τι κάνουμε; ξανα­γυρ­νάμε; ξανα­γυρ­νάτε κι εσείς;” Μου λέει ναι, θα πηγαί­νουμε Λίνδο και θα ξανα­γυρ­νάμε. Οι οδηγοί των λεω­φο­ρείων, του ΚΤΕΛ, της ΡΟΔΑ αλλά και των του­ρι­στι­κών λεω­φο­ρείων, αυτοί έκαναν την περισ­σό­τερη δουλειά. Βεβαίως και τα ταξί και οι εθε­λο­ντές με τα αυτο­κί­νητά τους, αλλά άλλο να μετα­φέ­ρεις τέσσερα άτομα και άλλο 44 ή 50, δεν είναι το ίδιο. Αυτοί οι άνθρω­ποι, οι οδηγοί των λεω­φο­ρείων, μπό­ρε­σαν και μετέ­φε­ραν χιλιά­δες κόσμου. Είχαν επι­στρα­τευ­θεί από την πρώτη στιγμή. Και εμείς, σαφώς.

Εσύ με τους Νορ­βη­γούς προς τα πού κατευ­θύν­θη­κες;

Πήγαμε στη Λίνδο, διότι αυτή ήταν η εντολή από την αστυ­νο­μία. Αυτή ήταν η εντολή που μας έδωσαν από το τηλε­φω­νικό κέντρο.

Οι επι­βά­τες τι σας έλεγαν;

Μας έλεγαν πράγ­ματα όπως “you are heroes”, “this is lifesaving”… ενώ εμείς -και δεν το λέω καθ΄υπερβολήν- θεω­ρή­σαμε ότι κάναμε το καθήκον μας. Διότι και το ταξί είναι μια δημόσια περιου­σία και εμείς είμαστε εκμε­ταλ­λευ­τές, αν μας πουν φεύγετε για εκεί είναι εντολή, οφεί­λουμε να πάμε. Αλλά επίσης όλοι θέλαμε να βοη­θή­σουμε, δεν θα μπο­ρού­σαμε να είμαστε κάπου αλλού την ώρα που καί­γε­ται το νησί μας. Ο κ. Αντώνης Κάλλας, μέλος του Δ.Σ. του Συν­δέ­σμου Ιδιο­κτη­τών Ταξί, έκανε μια έκκληση από την εφαρ­μογή που χρη­σι­μο­ποιούμε για να μιλάμε μεταξύ μας λέγο­ντας “παρα­καλώ όλους τους συνα­δέλ­φους σήμερα να σταθούν στο ύψος της περί­στα­σης, όπου κι αν βρί­σκο­νται κι αφού εκκε­νω­θούν τα μέρη που πρέπει να εκκε­νω­θούν με εντολή της αστυ­νο­μίας, οφεί­λουμε να κινη­θούμε νότια”. Αυτό είπε, αυτή ήταν η εντολή μέχρι εκείνη τη στιγμή. Και θυμάται χαρα­κτη­ρι­στικά ότι όταν είδε να έρχο­νται πίσω του κι άλλα οχήματα, κι άλλα ταξί που άκουσαν την εντολή του, είπε πως ένιωσε πάρα πολύ υπε­ρή­φα­νος για όλους μας. Αλλά εμείς κάναμε το καθήκον μας.

Θυμάσαι πόσα δρο­μο­λό­για έκανες εκείνη την ημέρα;

Μετέ­φερα μια οικο­γέ­νεια Νορ­βη­γών, μετά μια οικο­γέ­νεια Φιν­λαν­δών οι οποίοι μάλιστα είχαν ξεχάσει τον εξο­πλι­σμό τους για τη θάλασσα όπως βατρα­χο­πέ­διλα, μάσκες κλπ και τότε είπα ότι μπορούν να ζήσουν και χωρίς αυτά και πως δεν μπο­ρούμε να γυρί­σουμε πίσω για να τα πάρουμε. Μετά, μετέ­φερα μια οικο­γέ­νεια Αγγλων πάλι από Λάρδο για Λίνδο. Μπορώ να πω ότι στη Λίνδο έπεφταν πάνω στα οχήματά μας για να τους πάμε Ρόδο, Φαλη­ράκι… Οπου­δή­ποτε μακριά από τη φωτιά όμως δεν μπο­ρού­σαμε διότι η εντολή ήταν ξεκά­θαρη, ότι θα μεί­νουμε εκεί μέχρι να εκκε­νω­θεί η Λάρδος, το Κιοτάρι ή μέχρι να έχουμε κάποια νεότερη ενη­μέ­ρωση. Θυμάμαι ότι η ατμό­σφαιρα πραγ­μα­τικά ήταν απο­πνι­κτική. Οχι ότι δεν μπο­ρού­σαμε να ανα­πνεύ­σουμε αλλά δεν ήταν υγιές αυτό που υπήρχε στην ατμό­σφαιρα.

Μέχρι ποια ώρα έμεινες εκεί;

Εμεινα περίπου μέχρι τις 6 και μετά χρειά­στηκε να μετα­φέρω πελάτες πρα­κτο­ρείου προς το αερο­δρό­μιο γιατί υπήρχαν και άνθρω­ποι που είχαν προ­πλη­ρω­μένο transfer. Μέσα σε όλο αυτό τον πανικό έπρεπε να εξυ­πη­ρε­τη­θούν και οι πελάτες των πρα­κτο­ρείων που ταξί­δευαν. Έπρεπε να είμαστε σε πολλά σημεία ταυ­τό­χρονα εκείνο το Σάββατο και μαζί με τη βοήθεια όλων, τα κατα­φέ­ραμε.

Φοβη­θή­κατε καθόλου;

Εγώ προ­σω­πικά, όχι. Δεν φοβή­θηκα ότι η φωτιά θα με βλάψει εμένα, ούτε ο καπνός. Το μόνο που ένιωσα ήταν απο­γο­ή­τευση και θυμός για τη Ρόδο μας που και­γό­ταν. Εκεί δάκρυσα και έκλαψα όταν κατά­λαβα ότι καί­γε­ται το νησί μας. Και μέχρι σήμερα, μου προ­κα­λεί… το ίδιο συναί­σθημα, σου το λέω τώρα και με πιάνει ένα ρίγος.

Αρα πας αερο­δρό­μιο και επι­στρέ­φεις νότια Ροδο;

Ναι, εκείνη την ώρα με παίρνει τηλέ­φωνο ένας συνά­δελ­φος, είχε ακόμα φως η ημέρα δεν είχε νυχτώ­σει και μου λέει ότι πρέπει να κινηθώ προς Κάλαθο, όπου βρί­σκο­νται δύο κοπέλες που ψάχνουν επί δύο ώρες ταξί. Ηταν από την Ουγ­γα­ρία, δεν μιλού­σαν αγγλικά, συνεν­νοη­θή­καμε μέσω google translate. Μου έγραψαν από τα ουγ­γρικά στα αγγλικά, σε ευχα­ρι­στούμε πάρα πολύ που μας πας στο αερο­δρό­μιο, δεν θα το ξεχά­σουμε ποτέ. Και τους απά­ντησα κι εγώ “σας ευχα­ρι­στώ πολύ, αλλά είναι καθήκον μας να σας μετα­φέ­ρουμε ασφα­λείς στο αερο­δρό­μιο”.

Οπότε μέχρι τις πρώτες πρωινές της Κυρια­κής, από το από­γευμα του Σαβ­βά­του, εκτε­λείς δρο­μο­λό­για βοη­θώ­ντας όπου υπήρχε ανάγκη για μετα­φορά.

Ναι. Υπήρχε πάρα πολύ μεγάλη πλη­ρο­φο­ρία που διο­χε­τευό­ταν σε πολύ λίγο χρόνο. Μετά από την εκκέ­νωση έπρεπε να βοη­θή­σουμε τον κόσμο που ήταν στα κλειστά γυμνα­στή­ρια, στα σχολεία. Θυμάμαι ότι πέντε ταξί, ξεκι­νή­σαμε για Πεύκους με πελάτες πρα­κτο­ρείου περίπου στις 9 το βράδυ, και ρωτή­σαμε τους υπεύ­θυ­νους “παιδιά πού μας στέλ­νετε; ερχό­μα­στε από την εκκέ­νωση, δεν περνάνε τα αυτο­κί­νητα”. Και αφού πέρασε λίγος χρόνος και έπειτα από συνεν­νό­ηση, φτά­νουμε μέχρι τα Αφάντου κι εντέλει κατα­λή­ξαμε με τους επι­σκέ­πτες στο κλειστό γήπεδο της Ιαλυσού. Και οι πρό­σκο­ποι ήταν εκεί, και πολλοί εθε­λο­ντές. Οπως επίσης πολλοί εθε­λο­ντές ήταν στο Κλειστό Καλ­λι­θέας όπως ο φίλος μου ο Δημή­τρης… Είχαμε όλα αυτά, είχαμε πάρα πολύ πλη­ρο­φο­ρία την οποία έπρεπε να δια­χει­ρι­στούμε. Μερικές φορές ήταν και λάθος αυτή η πλη­ρο­φο­ρία αλλά εντέλει φάνηκε ότι όλοι μαζί, κάτι κάναμε σωστά. Δημιουρ­γή­θη­καν ομάδες στις εφαρ­μο­γές συνο­μι­λίας, ώστε να υπάρχει καλύ­τερη συνεν­νό­ηση σε μικρό­τε­ρες ομάδες συνα­δέλ­φων που δου­λεύ­ουν ταξί. Υπήρχε μια ομάδα πέντε ατόμων, που έκαναν ένα ρεκόρ. Ο καθένας τους είχε μετα­φέ­ρει σε ασφαλές σημείο περίπου από 15 οικο­γέ­νειες.

Οταν επι­στρέ­φεις στο σπίτι σου, μετά από τόσες ώρες στο τιμόνι, τι περ­νούσε από το μυαλό σου;

Ημουν 13 ώρες στο τιμόνι και έκανα περισ­σό­τερα από 600 χλμ. Είχε κόσμο που έκανε περισ­σό­τερα χιλιό­με­τρα από εμένα. Είχε συνα­δέλ­φους και οδηγούς του­ρι­στι­κών λεω­φο­ρείων ή ΚΤΕΛ που μπορεί να έκαναν και περισ­σό­τερα… Οταν έφτασα στο σπίτι ήμουν σε μια υπε­ρέ­νταση. Εικόνες από όλα όσα είδαμε περ­νού­σαν από το μυαλό μου, εικόνες που δεν μπορώ να πω ότι τις θυμάμαι συνε­χό­μενα αλλά απο­σπα­σμα­τικά, σαν στιγ­μιό­τυπα. Θυμάμαι μόνον τον πανικό και θυμάμαι ότι άργησα πάρα πολύ να κοιμηθώ από την υπε­ρέ­νταση και από όλο αυτό που έζησα και που ζήσαμε όλοι μας. Οταν βλέπεις τον πανικό κάποιου άλλου προ­φα­νώς επη­ρε­ά­ζε­σαι κι εσύ. Θυμάμαι ότι με πήρε ο ύπνος πάρα πολύ αργά.

Και λογικά με τους συνα­δέλ­φους σου την επόμενη ημέρα, θα συζη­τή­σατε για τις εμπει­ρίες για όλα όσα ζήσατε.

Ναι, βέβαια. Ενας συνά­δελ­φός μου, ο Τσα­μπί­κος, οδήγησε μια οικο­γέ­νεια προς την Ιξιά. Τα παιδιά έκλαι­γαν όλη την ώρα. Αυτός ο άνθρω­πος πλη­ρώ­θηκε μια αγκαλιά, δεν πήρε χρήματα για το δρο­μο­λό­γιο από το του­ρι­στικό λιμάνι στην Ιξιά και του είπε ο επι­σκέ­πτης μας από την Αγγλία σε ευχα­ρι­στούμε για ο,τι έκανες για εμάς. Εχω κι άλλες εμπει­ρίες να σου πω, και ειδικά από το τηλε­φω­νικό μας κέντρο… Η Μαρία, που είναι από τις πιο παλιές μας τηλε­φω­νή­τριες, κατα­πλη­κτική στη δουλειά της και της μίλησα πριν από λίγο για να τη ρωτήσω με αφορμή τη συνέ­ντευξή μας τι θα ήθελε να μετα­φέρω, μου απά­ντησε με λυγμούς πως θυμάται μια κυρία που την κάλεσε και της είπε “παιδί μου και­γό­μα­στε, σας παρα­κα­λούμε κάντε κάτι” και με δάκρυα της απά­ντησε “θα κάνουμε ό,τι μπο­ρούμε, στέλ­νουμε ταξί. Κάντε κου­ρά­γιο και να έχετε δύναμη”. Η κυρία Κάτια που είναι επίσης από τις πιο παλιές μας τηλε­φω­νή­τριες δια­χει­ρί­στηκε πολλά τέτοια περι­στα­τικά. Ξέρετε, στο τηλε­φω­νικό κέντρο είχαν να δια­χει­ρι­στούν και τον πανικό του κόσμου που ζητούσε ταξί. Επρεπε να καθη­συ­χά­σουν τους ανθρώ­πους που ήταν στη γραμμή, να τους ηρε­μή­σουν πρώτα και μετά να μπο­ρέ­σουν να κατα­λά­βουν πού ακριβώς βρί­σκο­νται για να τους στεί­λουμε το πιο κοντινό ταξί, αν υπήρχε βεβαίως δια­θέ­σιμο. Εγώ υπο­λο­γίζω ότι εκείνο το από­γευμα το τηλε­φω­νικό μας κέντρο απά­ντησε σε χιλιά­δες κλήσεις. Είχαν επι­στρα­τευ­θεί όλοι, ακόμα και κάποιοι που κανο­νικά δεν δού­λευαν εκείνη την ώρα. Ηταν όλοι πάνω και είχαν ανοίξει όλες οι γραμμές για να απα­ντάνε στα τηλέ­φωνα.

Τι έχεις κρα­τή­σει από τους ανθρώ­πους που μετέ­φε­ρες εκείνη την ημέρα;

Εχω κρα­τή­σει τις εκφρά­σεις τους, την ευγνω­μο­σύνη, τα συναι­σθή­ματά τους. Υπάρ­χουν συνά­δελ­φοι οι οποίοι έχουν κρα­τή­σει και επαφές, και φωτο­γρα­φίες και έχουν κρα­τή­σει και τα μηνύ­ματα που αντάλ­λα­ξαν μέσω viber.

Πολύ έντονα συναι­σθή­ματα σε πολύ σύντομο χρονικό διά­στημα.

Ναι, ακριβώς αυτό. Θυμάμαι να μιλάω με τον φίλο μου τον Δημήτρη που ήταν ένας από τους εθε­λο­ντές στο κλειστό γυμνα­στή­ριο Καλ­λι­θέας και να μοι­ρα­ζό­μα­στε την αγωνία μας για το τι θα γίνει. Δεν ξέραμε και ακριβώς τι γίνεται με τη φωτιά. Τη φωτιά την είδα ανε­βαί­νο­ντας εκεί στους Αγίους Θεο­δώ­ρους, είδα τη λάμψη που κατέ­βαινε προς Πυλώνα κι εκεί κατά­λαβα ότι τα πράγ­ματα δεν πάνε καθόλου καλά. Θυμάμαι κοι­τούσα αρι­στερά τη φωτιά και συνέ­χιζα να οδηγώ. Δεν ήθελα να ξανα­κοι­τάξω την περιοχή που και­γό­ταν.

Μετά την εκκέ­νωση πότε ξανα­πή­γες στην περιοχή;

Την Δευτέρα, χωρίς καμία όρεξη να βγω για δουλειά. Παρόλα αυτά έπρεπε διότι το ταξί δεν μπορεί να είναι ακι­νη­το­ποι­η­μένο. Βγαίνω για δουλειά το πρωί, θυμάμαι την υπερ­βο­λική ζέστη και την υγρασία και μιλάω με έναν συνά­δελφο από Ελεούσα ο οποίος είχε δημιουρ­γή­σει μια ομάδα εθε­λο­ντών, και με ρώτησε αν θα πάμε το βράδυ προς Απόλ­λωνα και Προφήτη Ηλία. Και του απά­ντησα “δεν το συζη­τάμε, όπως είμαστε φεύ­γουμε. Αν θες τελειώ­νουμε και τη βάρδια πιο νωρίς, για να φύγουμε να βοη­θή­σουμε όπως μπο­ρούμε”.

Πήγατε και ως εθε­λο­ντές στην κατά­σβεση της φωτιάς;

Ναι, βέβαια. Συγκε­κρι­μένα ήταν για την κατά­σβεση των ανα­ζω­πυ­ρώ­σεων στον Προφήτη Ηλία. Βοη­θή­σαμε και την Πυρο­σβε­στική για να τους μετα­φέ­ρουμε ό,τι ζητού­σαν και σε δρόμους πολύ δύσκο­λους, πάνω στις κεραίες του Προφήτη Ηλία.

Αφού έκλεισε ο κύκλος της φωτιάς στην περιοχή, για να μετα­φέ­ρεις πελάτες πότε ξανα­πή­γες;

Για περίπου 12 με 15 μέρες μετά, δεν ξανα­πή­γαμε, υπήρχαν πάρα πολλές ακυ­ρώ­σεις. Ακόμα και φίλοι που έχουν επι­χει­ρή­σεις κάτω στο Κιοτάρι, καφέ, εστια­τό­ρια, για αυτούς η σεζόν είχε κλείσει ήδη τον Ιούλιο. Ο φίλος μου ο Γιώργος που έχει ένα καφέ εκεί, κάηκε αλλά μέσα από τις στάχτες κατά­φερε και το ξανά­νοιξε και μπράβο του. Πέρα από τις ακυ­ρώ­σεις ομως, υπήρχε και κόσμος που έλεγε ότι προ­τί­μησε να μην ακυ­ρώ­σει τις δια­κο­πές του και ταξί­δεψε στη Ρόδο για να ενι­σχύ­σει το νησί. Βγήκε προς τα έξω η ανθρώ­πινη διά­σταση του θέματος, η αλλη­λεγ­γύη που έδειξαν οι Ροδίτες και στους επι­σκέ­πτες αλλά και μεταξύ τους. Τα μέσα ενη­μέ­ρω­σης, εκτός από τις εικόνες της φωτιάς πρό­βα­λαν και την υπε­ράν­θρωπη προ­σπά­θεια όλων μας να τα κατα­φέ­ρουμε. Και υπήρχε κόσμος που ήρθε ακριβώς για αυτό τον λόγο, για να μας ενι­σχύ­σουν επειδή δείξαμε ανθρώ­πινο πρόσωπο στην επι­χεί­ρηση της εκκέ­νω­σης και δώσαμε τον καλύ­τερό μας εαυτό.

Οι πληγές από τη φωτιά παρα­μέ­νουν εμφα­νείς στη νότια Ρόδο. Πώς αντι­δρούν οι του­ρί­στες;

Τις περισ­σό­τε­ρες φορές μένουν απο­σβο­λω­μέ­νοι από το μέγεθος της κατα­στρο­φής, ακούμε τα επι­φω­νή­ματά τους. Μας ρωτάνε, ειδικά όταν περνάμε από τη Γλύστρα, και τους εξη­γούμε ότι εκεί είναι που κατέ­ληξε η φωτιά και πως ο,τι βλέπει το μάτι τους δεξιά και αρι­στερά, κάποτε ήταν πράσινο.

Από εκείνη την περίοδο τι έχεις κρα­τή­σει;

Θυμάμαι πάρα πολύ τα μάτια, τις εκφρά­σεις των ανθρώ­πων. Ενώ εμείς κάναμε αυτό που θεω­ρούμε ως καθήκον μας, μας απα­ντού­σαν ότι κάναμε κάτι ηρωικό, ότι τους σώσαμε… Ενώ για εμάς ήταν το αυτο­νό­ητο. Ηταν το καθήκον μας, πρώτα απ΄ όλα ως Ροδίτες και μετά ως ταξί. Εγώ έχω κρα­τή­σει την ευγνω­μο­σύνη που εισπρά­ξαμε, γιατί την είδα με τα μάτια μου. Συγκε­κρι­μένα πριν από πέντε μέρες μετέ­φερα ένα ζευγάρι στην Ιαλυσό που ήταν πέρσι στο Γεννάδι και είχαν απο­μα­κρυν­θεί από την περιοχή, όπως μου είπαν μέσω της θάλασ­σας. Ηταν από τη Σλο­βε­νία. Ηταν από εκεί­νους που μετα­φέρ­θη­καν με σκάφη. Και τους λέω “παρόλα αυτά ξανα­ήρ­θατε στη Ρόδο” και μου είπαν ξανα­ήρ­θαμε στη Ρόδο γιατί πέρσι εισπρά­ξαμε όλη αυτή την αγάπη. Ο κόσμος της Ρόδου μάς αγκά­λιασε, μας βοήθησε. Eνιωσαν ότι όφειλαν, όπως μου είπαν, να ξανα­έρ­θουν για να περά­σουν κανο­νικά τις δια­κο­πές τους και να απο­λαύ­σουν το νησί. Και υπάρ­χουν πάρα πολλοί σαν αυτούς τους ανθρώ­πους που ήρθαν στη Ρόδο επειδή ένιωσαν την αγάπη του κόσμου και έζησαν τον αλτρουι­σμό. Γιατί αυτό ήταν, η ύψιστη μορφή αλτρουι­σμού. Εχω μια μαρ­τυ­ρία της φίλης μου της Ελένης, η οποία δούλευε σε ξενο­δο­χείο στο Γεννάδι το οποίο και­γό­ταν κι έπρεπε όλοι να φύγουν από τα δωμάτιά τους. Υπήρχε μια οικο­γέ­νεια που η μητέρα με τα δύο παιδιά είχαν χάσει τον σύζυγο και πατέρα, στη δια­δι­κα­σία της εκκέ­νω­σης. Η Ελένη γέμισε όλους τους χώρους του ξενο­δο­χείου με φωτο­γρα­φίες του πατέρα και με τηλέ­φωνο επι­κοι­νω­νίας, σημειώ­νο­ντας επίσης τι ρούχα φορούσε, με σκοπό αν τον δει κάποιος να ειδο­ποι­ή­σει. Επίσης υπήρχε περι­στα­τικό, στο ίδιο ξενο­δο­χείο, με μια μητέρα να είναι σε κρίση πανικού επειδή ένιωσε κακή μητέρα που δεν θυμή­θηκε να δώσει τα φάρμακα του παιδιού της καθώς έφυγαν μέσα στον πανικό από το δωμάτιο, και το παιδί είχε άσθμα. Κι όλο αυτό έπρεπε να το δια­χει­ρι­στούν οι άνθρω­ποι που δού­λευαν στην υποδοχή συν του ότι είχαν να δια­χει­ρι­στούν και τη δική τους λύπη, και τον πανικό τους για όλα όσα συνέ­βαι­ναν και για το νησί μας που και­γό­ταν. Επρεπε όλα να γίνουν πολύ γρήγορα και έπρεπε ο καθένας να πράξει με σοφία, με ανι­διο­τέ­λεια, με ωρι­μό­τητα και γι΄αυτό αξίζουν πολλά συγ­χα­ρη­τή­ρια και στους υπαλ­λή­λους υπο­δο­χής. Ολοι μαζί δημιουρ­γή­σαμε μια αλυσίδα, κι αυτή ήταν αδιά­σπα­στη. Μιλάμε για την μεγα­λύ­τερη εκκέ­νωση σε του­ρι­στική περιοχή σε όλα τα χρόνια που η Ελλάδα έχει του­ρι­σμό. Ελπί­ζουμε να μην χρεια­στεί να το ξανα­κά­νουμε. Μέσα από την μαυρίλα της ψυχής μας και του καπνού που μας περι­κύ­κλωσε, υπήρχε γύρω μας ένα φως ανθρω­πιάς που άφησε το δικό του ανε­ξί­τηλο στίγμα στον τόπο μας.

Σε αυτή την αλυσίδα ήμουν ένας υπε­ρή­φα­νος κρίκος.

Πώς σας φάνηκε το άρθρο;

Ένα πάτημα, χωρίς λογαριασμό. Μία ψήφος ανά συσκευή.

Σχολιασμός άρθρου

Προσθέστε ένα σχόλιο

Εμφανίζεται μετά από έγκριση · το e-mail δεν δημοσιεύεται0 / 2000

Τα σχόλια εκφράζουν τον σχολιαστή, όχι τη Δημοκρατική. Όροι σχολιασμού

Τα σχόλια εκφράζουν αποκλειστικά τον εκάστοτε σχολιαστή. Η Δημοκρατική δεν υιοθετεί αυτές τις απόψεις. Διατηρούμε το δικαίωμα να διαγράψουμε όποια σχόλια θεωρούμε προσβλητικά ή περιέχουν ύβρεις, χωρίς καμία προειδοποίηση. Χρήστες που δεν τηρούν τους όρους χρήσης αποκλείονται. Τα σχόλια δημοσιεύονται μετά από έγκριση· το e-mail δεν δημοσιεύεται.

Γίνετε ο πρώτος που θα σχολιάσει.