ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΕΙΣ

Βασιλική Πίτση: “Η Θάλειά μου έφυγε από τη ζωή νικήτρια, όχι νικημένη”

Μαίρη Φώτη 15 λεπτά ανάγνωση
IMG_20200125_231837
Η Θάλειά μου έφυγε από τη ζωή νικήτρια, όχι νικημένη

ΒΑΣΙΛΙΚΗ ΠΙΤΣΗ

  • H ΣΥΓΚΛΟΝΙΣΤΙΚΗ ΙΣΤΟΡΙΑ ΕΝΟΣ ΓΕΝΝΑΙΟΥ ΚΟΡΙΤΣΙΟΥ ΟΠΩΣ ΤΗ ΔΙΗΓΕΙΤΑΙ ΣΤΗ «δ» Η ΜΗΤΕΡΑ ΤΗΣ
  • «Ελεγα δεν σε γέννησα φυσιολογικά, δεν γνώρισα ωδίνες τοκετού δυστυχώς όμως γνώρισα τις ωδίνες του θανάτου»
  • «Καθώς έπεφτε σε κώμα, ξαφνικά σηκώνει το κεφάλι της, γουρλώνει τα μάτια της με μια διαπεραστικότητα, με καρφώνει το βλέμμα της και μου λέει – δεν ξέρω αν μίλαγε σε εμένα ή σε κάποιον άλλον εκείνη τη στιγμή – “Εγώ, θέλω να ζήσω!»
  • «Η ζωή είναι πόνος αλλά και χαρά, ξέρω ότι κάθε μέρα που περνάει με φέρνει όλο και πιο κοντά της και είμαι πολύ χαρούμενη. Και από την άλλη κάθε στιγμή που ζω, είναι δώρο του Θεού»

Η Βασι­λική Πίτση μέσα από τον αφόρητο πόνο που βιώνει μια μάνα που χάνει το παιδί της, θέλησε να τιμήσει την μνήμη της κόρης της Θάλειας Καρα­κα­τσάνη, γρά­φο­ντας ένα παρα­μύθι για την αγάπη και την ενσυ­ναί­σθηση.

Ο καλό­καρ­δος γέρο­ντας ο μπάρμπα-Γιάννης κι ο ευαί­σθη­τος γαϊ­δα­ρά­κος Θαλής, είναι οι πρω­τα­γω­νι­στές του παρα­μυ­θιού «Ο γαϊ­δου­ρά­κος Θαλής και το τρια­ντά­φυλλο που το έλεγαν Αγάπη».

Πίσω από κάθε λέξη του παρα­μυ­θιού που πολύ σύντομα θα κυκλο­φο­ρή­σει και στο εξω­τε­ρικό, βρί­σκε­ται η Θάλεια, ένα φωτεινό και αισιό­δοξο κορίτσι που βια­ζό­ταν να κάνει πράγ­ματα στη ζωή της. Και έκανε πολλά στα μόλις 34 χρόνια που πρόλαβε να ζήσει.

Τη συγκλο­νι­στική ιστορία της Θάλειας, αφη­γεί­ται η μητέρα της, Βασι­λική, στη συνέ­ντευξή της σήμερα στη «δημο­κρα­τική»…

Βασι­λική, θα ήθελα να ξεκι­νή­σουμε τη συνέ­ντευξή μας από την αφορμή, από την ιδέα, για τη συγ­γραφή του βιβλίου.

Αυτό έγινε έναν χρόνο σχεδόν από τον χαμό της Θάλειας στις 26 Φεβρουα­ρίου του 2022. Το ’23 προ­έ­κυψε η ιδέα εντελώς απροσ­δό­κητα. Προ­σπα­θώ­ντας τότε να δια­χει­ρι­στώ την απώλεια του παιδιού μου, ήθελα να κάνω μια ανα­δρομή στο παρελ­θόν μου από τότε που ήμουν μικρή και μπήκα να δω φωτο­γρα­φίες. Εκεί που σκάλιζα τις φωτο­γρα­φίες στον υπο­λο­γι­στή μου, έπεσα σε μια από ένα Reunion των απο­φοί­των του Γυμνα­σίου Θηλέων του ’84, που μου είχε στείλει μια φίλη μου. Ήταν φωτο­γρα­φία από ένα λεύκωμα, που μου είχαν στείλει 10 χρόνια πριν μαζί με άλλες, αλλά εγώ δεν την είχα δει. Έγραφα κάτι σαν απο­χαι­ρε­τι­στή­ριο μήνυμα, επειδή τελειώ­ναμε το Γυμνά­σιο το οποίο είχε ως εξής: “Αγα­πη­μένη μου Μαρία, πρέπει να ξέρεις ότι ο χρόνος είναι τόσο γοργός που είναι αδύ­να­τον να τον προ­φτά­σεις ποτέ. Τα βάσανα, οι κακίες του κόσμου, θα σε περι­τρι­γυ­ρί­ζουν, θα προ­σπα­θούν να σε αρπά­ξουν, θα τα νική­σεις έχοντας μια δυνατή ανά­μνηση μέσα σου. Μια ανά­μνηση από τα παιδικά σου χρόνια, στις κάθε είδους δυσκο­λίες κάνε μια ανα­δρομή στο παρελ­θόν, σκέψου τις φίλες σου, τα καλά τους λόγια, πάρε δύναμη και προχώρα. Αρμα­τώ­σου με τα όπλα της αγνής αγάπης, διότι πρέπει να ξέρεις ότι το μόνο τρια­ντά­φυλλο στον κόσμο που δεν έχει αγκάθια είναι η αγάπη”. Προ­σπα­θούσα να θυμηθώ πότε το έγραψα, σε ποια το έγραψα. Και συνει­δη­το­ποιώ ότι ήμουν στην Τρίτη Γυμνα­σίου και ότι ήταν το μόνο πράγμα από τη ζωή μου που δεν το μοι­ρά­στηκα ποτέ με την Θάλεια κι αυτό μου προ­κα­λούσε πόνο. Και από το έντονο κλάμα δεν άντεχα άλλο μέσα στο σπίτι, οπότε απο­φά­σισα να βγω έξω. Μπήκα λοιπόν στο αυτο­κί­νητο και καθώς είμαι σε αγρο­τική περιοχή, στα­μα­τάει μπροστά μου μια μαμά γαϊ­δου­ρί­τσα και πίσω της χαρωπά το γαϊ­δου­ράκι. Εκείνη τη στιγμή κοκ­κα­λώνω, βλέπω αυτή τη σκηνή την ταυτίζω με τη σχέση που είχα εγώ με την κόρη μου. Ήμασταν πολύ δεμένες, η αγκαλιά μας λει­τουρ­γούσε σαν μαγνή­της. Εκείνη τη στιγμή άρχισαν να μου έρχο­νται ιδέες. Είχα απο­δεί­ξεις από σούπερ μάρκετ μέσα στο αυτο­κί­νητο, βρήκα στυλό και άρχισα να γράφω, δεν μπο­ρούσα να στα­μα­τήσω. Μου τελειώ­νουν τα χαρ­τά­κια, κάνω ανα­στροφή και σε τρία λεπτά έφτασα στο σπίτι. Ήταν μεση­μέρι και μέχρι τα μεσά­νυ­χτα είχα τελειώ­σει το παρα­μύθι. Ένιωθα σαν κάποιος -σίγουρα η κόρη μου- να μου οδηγεί το χέρι σαν να μου έλεγε “μπορεί να μην μου το είπες εμένα αυτό αλλά αυτό θα μαθευ­τεί παντού, θα γίνει μια ιστορία αγάπης”. Έβγαλα όλα αυτά τα συναι­σθή­ματα που νιώθαμε και μοι­ρα­στή­καμε με την Θάλεια σε όλη την πορεία της ζωής της αλλά και στη δια­χεί­ριση των συναι­σθη­μά­των μας στη διάρ­κεια της αρρώ­στιας, και με τον καρκίνο και με το αυτο­ά­νοσο. Αυτές τις δύο βόμβες που ήρθαν σχεδόν ταυ­τό­χρονα σε εκείνη.

Σε ποια ηλικία αρρώ­στησε η Θάλεια;

Στα 32 χωρίς να υπάρχει ούτε οικο­γε­νειακό ιστο­ρικό, γι’ αυτό και ποτέ δεν μπο­ρούσα να το φαντα­στώ.

Πρώτα ήρθε ο καρ­κί­νος;

Όχι. Πρώτα ήρθε το αυτο­ά­νοσο, το Βέγκε­νερ που είναι μια μορφή αγγει­ί­τι­δας. Ξεκί­νησε αρχικά με αιμορ­ρα­γίες στη μύτη. Η Θάλεια ήταν στην Αγγλία. Είχε τελειώ­σει ψυχο­λό­γος εδώ στο Τμήμα Φιλο­σο­φίας, Παι­δα­γω­γι­κής και Ψυχο­λο­γίας των Ιωαν­νί­νων. Μετά πέρασε με υπο­τρο­φία και έκανε το μετα­πτυ­χιακό της στο Birmingham και στη συνέ­χεια το διδα­κτο­ρικό της πάνω στην αυτο­τραυ­μα­τική συμπε­ρι­φορά των παιδιών με αυτισμό. Είχε μεγάλη πίεση, ήταν συγ­χρό­νως και ερευ­νή­τρια, δίδασκε στα Πανε­πι­στή­μια 10 χρόνια, μετά πήγε στην Κύπρο και αφού πέρασαν τα χρόνια, ήθελε πάρα πολύ να επι­στρέ­ψει στον τόπο της. Και μου έλεγε “μαμά θέλω να έρθω στη Ρόδο και με όλα αυτά που έχω κατα­φέ­ρει, να βοηθήσω κι εγώ τον τόπο μου”. Κατά τον Σεπτέμ­βριο, ανοίγει εδώ στη Ρόδο για δύο μήνες ένα κέντρο για παιδιά με αυτισμό και τότε βλέπαμε να γίνο­νται πιο συχνές οι αιμορ­ρα­γίες από τη μύτη. Μετά ξαφνικά δεν μπο­ρούσε να περ­πα­τή­σει. Τρέ­χουμε κατευ­θείαν εδώ στον ρευ­μα­το­λόγο τη βλέπει, μας στέλνει επει­γό­ντως στο ΠΑΓΝΗ στην Κρήτη. Στην αξονική, φάνηκε κάτι ελά­χι­στο στο στήθος αλλά εκείνη τη στιγμή δεν ήταν κάτι που κρίθηκε επείγον να το δουν οι γιατροί, προη­γείτο η ταυ­το­ποί­ηση του αυτο­ά­νο­σου. Αφού ταυ­το­ποι­ή­θηκε το αυτο­ά­νοσο, ξεκι­νούν οι ανο­σο­θε­ρα­πείες. Ερχό­μα­στε στη Ρόδο και τότε μπαί­νουμε στην φάση του κορω­νοϊού. Μια μέρα, μετά από δύο μήνες, μου λέει «Μαμά, κάτι έπιασα στο στήθος μου» και της είπα ότι πιθα­νό­τατα δεν είναι κάτι ανη­συ­χη­τικό. Και τότε μου λέει το εξής: «Μαμά, μια φωνή μού λέει ότι έχω καρκίνο μετα­στα­τικό στο συκώτι και στη σπον­δυ­λική στήλη». Ο γιατρός επι­βε­βαί­ωσε τον μετα­στα­τικό επι­θε­τικό καρκίνο, αυτό ακριβώς που μου είχε πει.

Από τους πόνους δεν μπο­ρούσε ούτε να κου­νη­θεί ούτε να περ­πα­τή­σει. Φεύ­γουμε στην Αθήνα σε ιδιω­τικό κέντρο όπου υπο­βάλ­λε­ται σε ακτι­νο­βο­λίες και χημειο­θε­ρα­πείες. Αυτός ο κύκλος κράτησε από τον Μάιο μέχρι τέλος Αυγού­στου του ’20. Τον Σεπτέμ­βριο ερχό­με­νοι εδώ, της ήρθε και ο διο­ρι­σμός της σε ένα σχολείο. Είχα αντιρ­ρή­σεις γιατί ήταν πολύ ταλαι­πω­ρη­μέ­νος ο οργα­νι­σμός της. Εκείνη είχε απί­στευτη δύναμη και το να ασχο­λη­θεί με τα παιδιά ήταν ό,τι καλύ­τερο για την ίδια. Ήταν πολύ δοτική στο επάγ­γελμά της και μου είχε πει ότι αν δεν πάει στη δουλειά της, δεν θα το αντέξει. Σε όλο αυτό το διά­στημα, είχαμε ξεκι­νή­σει υπο­στή­ριξη ήδη από το αυτο­ά­νοσο με μια εξαι­ρε­τική ψυχο­λόγο στην Αθήνα και η Θάλεια και εγώ, έτσι ώστε να αγω­νι­ζό­μα­στε σε όλο αυτό και να δούμε και τι έπαιξε ρόλο να εμφα­νι­στεί. Κι έτσι ξεκι­νάει στο σχολείο της κανο­νικά. Τον Ιούνιο του ΄21 παντρεύ­ε­ται και μετά από δύο μήνες, τέλη Αυγού­στου με αρχές Σεπτεμ­βρίου μάς δείχνει ότι ο καρ­κί­νος ο οποίος ήταν γονι­δια­κός, δεν αντα­πο­κρι­νό­ταν στη θερα­πεία για τον μαστό ενώ υπήρχε στα­σι­μό­τητα από το συκώτι και από τη σπον­δυ­λική στήλη. Οι γιατροί κρίνουν ότι πρέπει να γίνει μαστε­κτομή. Κάνουμε την μαστε­κτομή τον Νοέμ­βριο και τον Δεκέμ­βριο υπο­βάλ­λε­ται πάλι σε ακτι­νο­βο­λίες και σε χάπι χημειο­θε­ρα­πείας στην Αθήνα στο “Υγεία”. Ερχό­με­νοι στη Ρόδο, τον Φλεβάρη του ’22 κολλάει κορω­νοϊό.

Ο οργα­νι­σμός ήταν ήδη πάρα πολύ εξα­ντλη­μέ­νος. Αυτό έπαιξε ρόλο από ότι μας είχαν πει και οι γιατροί. Βρήκε έδαφος πρό­σφορο και πήγε κατευ­θείαν στο συκώτι και άρχισε όλο το μαρ­τύ­ριο τις δύο τελευ­ταίες εβδο­μά­δες του Φεβρουα­ρίου. Φεύ­γουμε από το Νοσο­κο­μείο της Ρόδου με αερο­δια­κο­μιδή στον «Άγιο Σάββα» και εκεί πέρα οι γιατροί μάς είπαν ότι η Θάλεια δεν έχει πολλές μέρες ζωή… Εκεί χάθηκε η γη κάτω από τα πόδια μου. Νομί­ζαμε ότι θα πηγαί­ναμε για να κάνουμε βιοψία, δεν ξέραμε ότι πήγαινε προς τα εκεί όλη αυτή η κατά­σταση. Δεν μπο­ρού­σαμε να το φαντα­στούμε, ούτε κι εκείνη.

Μου περι­γρά­φεις έναν άνθρωπο που όχι μόνο το πάλεψε για δύο χρόνια αλλά ζούσε τη ζωή της με δύναμη και απο­φα­σι­στι­κό­τητα να βγει νική­τρια.

-Η Θάλεια ήταν ένα αισιό­δοξο παιδί. Δεν την είδα ποτέ από μικρό παιδάκι να ξυπνή­σει κατσου­φια­σμένη, να βαριέ­ται…

Και στην περίοδο της ασθέ­νειάς της;

Εκεί που πολλές φορές αγκα­λια­ζό­μα­σταν και μου έλεγε μαμά μου μήπως υπάρχει περί­πτωση να μην τα κατα­φέρω; Φοβάμαι μην γίνει κάτι και δεν τα κατα­φέρω και φύγω τελικά από τη ζωή. Κι εγώ την αγκά­λιαζα και της έλεγα δεν υπάρχει περί­πτωση να γίνει αυτό, δεν μπο­ρούμε να ζήσουμε η μια μακριά από την άλλη, δεν αντέχω να μη χτυπάει το τηλέ­φωνο και να μην είναι η κορούλα μου. Θα παλέ­ψουμε, θα τα κατα­φέ­ρουμε και θα νική­σουμε. Αμέσως άστρα­φτε το βλέμμα της και έλεγε, “ναι μαμά θα τα κατα­φέ­ρουμε, συνε­χί­ζουμε με το κεφάλι ψηλά. Δεν το βάζουμε κάτω, είμαι μαχή­τρια” μού έλεγε. Ποτέ δεν το έβαλε κάτω. Η Θάλεια δεν ξεκου­ρά­στηκε καθόλου από το σχολείο. Μου έλεγε, ο χρόνος δεν μας περι­μέ­νει. Ήθελε να τα προ­λά­βει όλα. Σπουδές, μετα­πτυ­χιακό, διδα­κτο­ρικό…

Αυτά τα δύο χρόνια, έχω την αίσθηση ότι αυτή τη μάχη τη δώσατε μαζί, αχώ­ρι­στες.

Ήμασταν πάντα αχώ­ρι­στες με τη Θάλεια, είχαμε μια ξεχω­ρι­στή σχέση, μια “ερω­τευ­μένη” σχέση. Η επι­κοι­νω­νία μαζί της είχε μια δυνα­μική, μία έκρηξη θετικών συναι­σθη­μά­των που έσβηνε κάθε αρνη­τική σκέψη. Ήταν ένας φωτει­νός οδο­δεί­κτης που σε μάγευε να επι­κοι­νω­νείς μαζί της. Αυτό συνε­χί­ζε­ται και σήμερα. Είναι σαν να μου μιλάει νοερά. Και τον γιο μου τον λατρεύω και του έχω εξη­γή­σει ότι δεν θέλω να θεωρεί ότι δεν τον αγαπάω το ίδιο ή να νιώθει παρα­γκω­νι­σμέ­νος. Η Θάλεια μάς έδινε τόση δύναμη και τόση αισιο­δο­ξία, που δεν χωρού­σαν αρνη­τικά συναι­σθή­ματα στη ζωή της και στη σκέψη της. Έδινε δύναμη σε όλους μας.

Αυτή τη δύναμη, σου την έδωσε η Θάλεια για να δια­χει­ρι­στείς και τον απο­χω­ρι­σμό;

Όταν ανε­βή­καμε στον «Άγιο Σάββα» που είχε τον κορω­νοϊό, δεν μου επέ­τρε­παν να ανέβω να τη δω. Ήταν ημέρα Τετάρτη. Παρα­κα­λούσα να δω το παιδί μου, είχα ήδη μάθει ότι θα “φύγει” και δεν μου επέ­τρε­παν να τη δω. Δεν το άντεχα. Πάμε εκεί που νοι­κιά­ζαμε με τον μπαμπά της και με τον γιο μου, και ξαφνικά με παίρνει τηλέ­φωνο και μου λέει “μάνουλα μου πότε θα έρθεις”. Και της λέω αγάπη μου αυτό προ­σπαθώ, αλλά λόγω του κορω­νοϊού δεν με αφήνουν. Και μου λέει “εντάξει μαμά μου”. Εκείνη τη στιγμή, τους παρατάω, φεύγω, πάω στον Αγιο Σάββα απ΄εξω και τους λέω “Δεν ξέρω τι θα κάνετε, όλα τα κανάλια θα φέρω εδώ, δεν υπάρχει περί­πτωση να μου στε­ρή­σει κανείς τις τελευ­ταίες ώρες με το παιδί μου”. Πάντα έλεγα στη Θάλεια ότι θα κινήσω γη και ουρανό και θα έρθω να σε βρω όπου και να είσαι… Εκείνη τη στιγμή, ειδο­ποιούν ένα γιατρό. Έρχεται ο άνθρω­πος, του λέω «είστε γονιός;». Μου λέει, ναι. Του λέω «μπο­ρείτε να με κατα­λά­βετε»; Μου λέει θα σε πάρω κι ας δια­κιν­δυ­νεύσω, αλλά μόνο για 10 λεπτά.

Η Θάλεια δεν σας περί­μενε…

Η Θάλεια δεν ήξερε ότι θα πήγαινα. Με ντύνουν σαν τον αστρο­ναύτη, πάμε και της λένε, “ήρθε μια κυρία να σε δει”, για να της κάνουν έκπληξη. Η Θάλεια εντω­με­ταξύ δεν έτρωγε καθόλου, πόναγε απί­στευτα γιατί δια­λυό­ταν το συκώτι της… Με βλέπει, μου πιάνει το χέρι και μου λέει «κυρία σας παρα­καλώ, βοη­θή­στε με, πονάω». Και της λέω «αγάπη μου εγώ γι’ αυτό ήρθα… Σου είχα πει ότι θα κινήσω γη και ουρανό και θα έρθω να σε βρω». Με κοίταξε έκπλη­κτη, σήκωσα για λίγο τη μάσκα και λέει «μανούλα μου…», και της λέω «ναι αγάπη μου είμαι εδώ και θα σου πω ένα παρα­μύθι όπως σου έλεγα όταν ήσουν μωράκι». Την τάισα το κοτό­ζουμο κι άρχισε να τρώει και να χαί­ρε­ται, να αγαλ­λιά­ζει η ψυχή της. Εκατσα μισή ώρα μαζί της, της έλεγα ότι όλα θα πάνε καλά και μου έλεγε “ναι, μανούλα μου, πόσο καλά είμαι που ήρθες τώρα”. Ηξερα τι θα γίνει αλλά προ­σπα­θούσα να είμαι δυνατή, έκανα την ψυχή μου πέτρα για να αντέξω…. Την επόμενη ημέρα, μου επέ­τρε­ψαν και έμεινα μαζί της Πέμπτη, Παρα­σκευή μέχρι και το Σάββατο το μεση­μέρι που “έφυγε”. Ηθελα αυτές τις μέρες να της δώσω όλη μου τη φρο­ντίδα. Επειδή πονούσε πολύ, προ­σπα­θούσα να της κάνω μασάζ να την ανα­κου­φίσω, είχα μαζί μου και διάφορα λαδάκια από εκκλη­σίες. Κάποιες στιγμές με έπαιρνε για ελά­χι­στα λεπτά ο ύπνος και μου έλεγε «μανούλα μου συγ­γνώμη που σε ενοχλώ, που δεν σε αφήνω να ξεκου­ρα­στείς αλλά μόνο εσύ με ανα­κου­φί­ζεις, μπορείς λίγο ακόμα;». Θυμάμαι να φιλάω το παιδί μου, να το τρίβω με λάδι και να έχω στο κινητό μου όλες τις προ­σευ­χές και να τις διαβάζω από μέσα μου και συγ­χρό­νως της έλεγα ότι όλα θα πάνε καλά. Μου έλεγε “μαμά μου, τι άτιμος που είναι αυτή τη στιγμή αυτός, τώρα τι είναι ο καρ­κί­νος ή ο κορω­νο­ϊός;”. Λέω αγάπη μου, ο,τι και να είναι θα το ξεπε­ρά­σουμε. Την επόμενη μέρα που ξημέ­ρωσε Σάββατο, άρχισε να πέφτει σε κώμα. Εκεί καθώς έπεφτε σε κώμα, ξαφνικά σηκώνει το κεφάλι της, γουρ­λώ­νει τα μάτια της με μια δια­πε­ρα­στι­κό­τητα, με καρ­φώ­νει το βλέμμα της και μου λέει – δεν ξέρω αν μίλαγε σε εμένα ή σε κάποιον άλλον εκείνη τη στιγμή – “Εγώ, θέλω να ζήσω! Τ’ ακούς; Εγώ θέλω να ζήσω”. Τέσ­σε­ρις φορές το είπε και σκέ­φτηκα ότι το παιδί μου αρχίζει να γίνεται καλά. Φώναξα έναν γιατρό και μου είπε ότι πλη­σιά­ζουμε στο τέλος… Πάντα η Θάλεια μού έλεγε ότι “δεν έχω πει την τελευ­ταία μου κου­βέ­ντα”, για εμένα εκείνη τη στιγμή η Θάλεια ήταν νική­τρια. Μέχρι και την τελευ­ταία στιγμή πάλευε τον καρκίνο. Η Θάλεια δεν έφυγε νικη­μένη, έφυγε νική­τρια. Δεν είπε πονάω, θέλω να ξεκου­ρα­στώ, πάρε με, δεν αντέχω άλλο. Είπε εγώ θέλω να ζήσω! Και μετά από λίγο χαλα­ρώ­νει, γυρνάει το κεφα­λάκι της και μου λέει, «μανου­λί­τσα μου δεν έχω τίποτα, απλά είναι ταχυ­καρ­δίες αυτές που έχω – που όντως είχε- και πες στον γιατρό μια ενε­σούλα να μου βάλει και θα γίνω καλά». Κι εκεί έγειρε το κεφα­λάκι της και άρχισαν να βγαί­νουν οι ωδίνες του θανάτου. Οι ανα­σού­λες της, λίγο λίγο… Ωσότου έφυγε και η τελευ­ταία, στα χέρια μου. Η πίστη μου μέχρι τελευ­ταία ήταν εκεί, παρα­κα­λούσα τον Θεό για ένα θαύμα. Δεν ήθελα να χάσω στιγμή, δευ­τε­ρό­λε­πτο από την κόρη μου. Ελεγα δεν σε γέννησα φυσιο­λο­γικά, δεν γνώρισα ωδίνες τοκετού δυστυ­χώς όμως γνώρισα τις ωδίνες του θανάτου. Αλλά για εμένα αυτό, ήταν μια δύναμη. Ενιωθα τόσο δυνατή και εκείνη τη στιγμή… Μέχρι που η Θάλεια έφυγε. Και εκεί πάγωσα. Δεν μπο­ρούσα να βγάλω ανάσα, το μόνο που έλεγα ήταν «Θεέ μου…». Ηταν αυτό που Του είχα πει όταν “δια­πραγ­μα­τευό­μουν”μαζί Του. Οταν ήταν άρρωστη η Θάλεια με όλα αυτά που πέρναγε, έλεγα “Θεέ μου, δεν μπορείς να το δώσεις σε εμένα; Να το πάρεις από εκείνη και το φέρεις σε εμένα, να γίνει καλά το παιδί μου; Θεέ μου -Του έλεγα- να πάω να ταχθώ σε ένα μονα­στήρι, να γίνω καλό­γρια, κάντην καλά. Τι άλλο θέλεις να σου πω;” Του έλεγα. Και μετά την ίδια στιγμή σκε­φτό­μουν, ποια είμαι εγώ… Και μετά έλεγα “συγ­γνώμη τώρα, εγώ δια­πραγ­μα­τεύ­ο­μαι με Εσένα;”. Κι εκεί Του είπα “Θεέ μου, ας γίνει το θέλημά Σου”. Αλλά μέχρι την τελευ­ταία στιγμή η ελπίδα μου και η προ­σευχή μου, και της Θάλειας, δεν στα­μά­ταγε.

Είναι όμως συγκλο­νι­στικό αυτό που λες, ότι η Θάλεια έφυγε νική­τρια και όχι νικη­μένη.

Ναι, έφυγε νική­τρια. Αυτές οι εικόνες δεν θα φύγουν ποτέ από το μυαλό μου. Εχουν έρθει απί­στευ­τες δυσκο­λίες στη ζωή μου, αυτή τη δύναμη της Θάλειας σκέ­φτο­μαι, και λέω ότι δεν υπάρχει τίποτα που θα με κάνει να το βάλω κάτω. Ναι, βεβαίως, θα στε­νο­χω­ρηθώ. Αλλά θα πάρω πίσω τη δύναμή μου και θα πω “προχώρα, η ζωή είναι αυτή”. Η ζωή είναι πόνος αλλά και χαρά, ξέρω ότι κάθε μέρα που περνάει με φέρνει όλο και πιο κοντά της και είμαι πολύ χαρού­μενη. Και από την άλλη κάθε στιγμή που ζω, είναι δώρο του Θεού, δεν το υποτιμώ, το τιμώ και το κρατάω για μένα και για τους αγα­πη­μέ­νους μου ανθρώ­πους και ό,τι καλό μπορώ να κάνω, θα το κάνω. Ο,τι κακό είναι να κάνω, θα το αποφύγω.

Αυτό το βιβλίο λοιπόν, εμπε­ριέ­χει συναι­σθή­ματα από τη ζωή σου με τη Θάλεια, από αυτά που μοι­ρα­στή­κατε όλα αυτά τα 34 χρόνια γι΄αυτό και τα έσοδα δια­τί­θε­νται για καλό σκοπό. Πρό­σφατα με τα χρήματα αυτά δώρισες μια καρέκλα χημειο­θε­ρα­πείας στο Νοσο­κο­μείο της Ρόδου.

Ολα τα έσοδα του βιβλίου δια­τί­θε­νται για καλό σκοπό και ό,τι μπορώ κι εγώ από μόνη μου, αυτό κάνω. Νιώθω ότι τιμώ την μνήμη της αλλά και πέρα από αυτό, νιώθω ότι αυτή τη στιγμή είναι σαν να έχει έρθει από την Αγγλία και να μου δίνει δύναμη. Δεν έφυγε από κοντά μου. Συνε­χί­ζει να μου δίνει δύναμη, αισιο­δο­ξία, ελπίδα. Ο πρώτος χρόνος χωρίς τη Θάλεια δεν μπορώ να περι­γράψω πώς ήταν. Λίγο λίγο όμως, καθώς εξε­λισ­σό­ταν και πέρναγε ο χρόνος και είδα αυτή τη σελίδα του λευ­κώ­μα­τος που δεν ήξερα, και η συγ­γραφή του παρα­μυ­θιού, και η αγάπη του κόσμου, μου δίνουν τέτοια δύναμη που τα αδύνατα, τα κάνω δυνατά. Η Θάλεια ακόμα και στη φάση που ήταν, δεν στα­μά­τησε να δίνει σε όλους δύναμη. Ελεγε ότι είχε μετα­στα­τικό καρκίνο, «το παλεύω και ζω την κάθε στιγμή» και την έβλεπαν καλά καλά, κανείς δεν την πίστευε. Η Θάλεια δεν πρόλαβε να απο­λαύ­σει τη ζωή, αυτά τα δύο χρόνια του καρ­κί­νου τα θεώρησε δώρο Θεού διότι σε αυτά τα δύο χρόνια έριξε λίγο λίγο όλες αυτές τις πολλές απαι­τη­τι­κές εργα­σίες και στο ένα και στο άλλο Πανε­πι­στή­μιο και άρχισε να νιώθει τον χρόνο… Να μετράει με απλό ρολόι την ώρα και όχι να τρέχει όπως έτρεχε παλιά. Ισως αυτό να της έδωσε την δυνα­τό­τητα να νιώσει κάθε στιγμή. Στο ημε­ρο­λό­γιό της είχε γράψει την πρώτη εβδο­μάδα που είχε πάει στο σχολείο, λίγες μέρες μετά την τελευ­ταία χημειο­θε­ρα­πεία: «Η ζωή είναι γλυκιά αλλά ευαί­σθητη, μικρή αλλά και ανυ­πό­φορη, εξαρ­τά­ται από ποια πλευρά τη βλέπεις. Εγώ θα τη βλέπω από την πολύ­χρωμη και όμορφή της πλευρά». Αυτό το παιδί είχε τόσο μεγάλη δύναμη και τόσο μεγάλη πίστη…

*Στην κεντρική φωτο­γρα­φία, από αρι­στερά η Θάλεια και δεξιά η μητέρα της Βασι­λική

Πώς σας φάνηκε το άρθρο;

Ένα πάτημα, χωρίς λογαριασμό. Μία ψήφος ανά συσκευή.

Σχολιασμός άρθρου 1 σχόλιο

Προσθέστε ένα σχόλιο

Εμφανίζεται μετά από έγκριση · το e-mail δεν δημοσιεύεται0 / 2000

Τα σχόλια εκφράζουν τον σχολιαστή, όχι τη Δημοκρατική. Όροι σχολιασμού

Τα σχόλια εκφράζουν αποκλειστικά τον εκάστοτε σχολιαστή. Η Δημοκρατική δεν υιοθετεί αυτές τις απόψεις. Διατηρούμε το δικαίωμα να διαγράψουμε όποια σχόλια θεωρούμε προσβλητικά ή περιέχουν ύβρεις, χωρίς καμία προειδοποίηση. Χρήστες που δεν τηρούν τους όρους χρήσης αποκλείονται. Τα σχόλια δημοσιεύονται μετά από έγκριση· το e-mail δεν δημοσιεύεται.

  1. NIKOS OIKONOMOS

    Συγκλονιστική η αφήγησή σας… Το σχολείο ήταν το ΚΑΖΟΥΛΛΕΙΟ-4ο ΓΥΜΝΑΣΙΟ ΡΟΔΟΥ, και γω διετέλεσα διευθυντής της! Μια καλοσυνάτη, ευγενέστατη, γενναία κοπέλα, με μόρφωση και αυτοπεποίθηση, συνεπέστατη! Μια μαχήτρια της ζωής αφού και το πρόβλημά της γνώριζε και ποτέ δεν έπαψε να εργάζεται! Εκτός του σχολείου δίδασκε και σε κυπριακά πανεπιστήμια εξ αποστάσεως! Άφησε ένα θετικό αποτύπωμα στη ψεύτικη τούτη ζωή!