ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΕΙΣ

Π. Μιχαήλ Κρητικός: «Η αληθινή δύναμη βρίσκεται στην ταπείνωση και την αγάπη»

Νατάσα Παμπρή 1 λεπτό ανάγνωση
Μιχαήλ Κρητικός

• Ο εφη­μέ­ριος του Αγίου Φα­νου­ρί­ου -από τον πε­ρα­σμέ­νο Ια­νουά­ριο και του Αγίου Πα­ντε­λε­ή­μο­νος, μιλά στη «δ» για το βα­θύ­τε­ρο νόημα της Με­γά­λης Εβδο­μά­δας, την πνευ­μα­τι­κή μο­να­ξιά της επο­χής και τον τρόπο που η Εκ­κλη­σία μπο­ρεί να αγ­γί­ξει ξανά τον σύγ­χρο­νο άν­θρω­πο

Σε μια εποχή τα­χύ­τη­τας, ει­κό­νας και εσω­τε­ρι­κής απο­μά­κρυν­σης, ο λόγος της Εκ­κλη­σί­ας κα­λεί­ται να ξα­να­βρεί τη βα­θύ­τε­ρη απο­στο­λή του: να συ­νο­μι­λή­σει ου­σια­στι­κά με τον άν­θρω­πο. Ο πατήρ Μι­χα­ήλ Κρη­τι­κός, με αφορ­μή την νέα του δια­κο­νία και στον ιστο­ρι­κό ναό του Αγίου Πα­ντε­λε­ή­μο­νος Ρόδου και τη με­γά­λη πνευ­μα­τι­κή πε­ρί­ο­δο της Με­γά­λης Εβδο­μά­δας, κα­τα­θέ­τει έναν λόγο στο­χα­στι­κό, βιω­μα­τι­κό και βαθιά αν­θρω­πο­κε­ντρι­κό. Μέσα από τις απα­ντή­σεις του, ανα­δει­κνύ­ει τη δια­χρο­νι­κή δύ­να­μη της Ορ­θό­δο­ξης πα­ρά­δο­σης, όχι ως μια στα­τι­κή ανα­φο­ρά στο πα­ρελ­θόν, αλλά ως ζω­ντα­νή πρό­τα­ση ζωής για το σή­με­ρα.

Εστιά­ζει στο ου­σια­στι­κό μή­νυ­μα της θυ­σια­στι­κής αγά­πης, στην ανά­γκη υπέρ­βα­σης της υπαρ­ξια­κής μο­να­ξιάς και στη ση­μα­σία μιας Εκ­κλη­σί­ας που δεν κρί­νει, αλλά αγκα­λιά­ζει. Με λόγο που ισορ­ρο­πεί ανά­με­σα στη θε­ο­λο­γία και την κα­θη­με­ρι­νή εμπει­ρία, ο π. Μι­χα­ήλ μιλά για την πίστη ως σχέση και όχι ως τυ­πι­κή υπο­χρέ­ω­ση, για την αμ­φι­βο­λία ως μέρος της ανα­ζή­τη­σης και για τη Με­γά­λη Εβδο­μά­δα ως μια βαθιά πρό­σκλη­ση με­τα­μόρ­φω­σης. Μια συ­νέ­ντευ­ξη που δεν απευ­θύ­νε­ται μόνο στους πι­στούς, αλλά σε κάθε άν­θρω­πο που ανα­ζη­τά νόημα, ελ­πί­δα και αλή­θεια μέσα στον σύγ­χρο­νο κόσμο.

Ανα­λυ­τι­κά η συ­νέ­ντευ­ξη:

• Πατήρ Μι­χα­ήλ, με από­φα­ση του Μη­τρο­πο­λί­τη μας κ. Κυ­ρίλ­λου δια­τη­ρεί­τε την ενο­ρία του Αγίου Φα­νου­ρί­ου και επι­πλέ­ον ανα­λά­βα­τε και την δια­κο­νία του Αγίου Πα­ντε­λε­ή­μο­νος;

Πολύ σωστά κα Πα­μπρή ανα­φέ­ρα­τε ότι από 11ης Ια­νουα­ρί­ου διο­ρί­στη­κα προϊ­στά­με­νος από την Ιερά Μη­τρό­πο­λη Ρόδου και τον σεπτό μας Ποι­με­νάρ­χη Σε­βα­σμιό­τα­το Μη­τρο­πο­λί­τη Ρόδου κκ Κύ­ριλ­λο, στον ιστο­ρι­κό ναό του Αγίου Πα­ντε­λε­ή­μο­νος.

Τον ευ­χα­ρι­στώ για την αμέ­ρι­στη, πα­τρι­κή εμπι­στο­σύ­νη, εκτί­μη­ση και αγάπη που δεί­χνει στην ελα­χι­στό­τη­τά μου, όπου μετά από 9 και πλέον χρό­νια δια­κο­νί­ας στον προ­στά­τη του νη­σιού μας Άγιο Φα­νού­ριο, μου ανέ­θε­σε και αυτήν την ενο­ρία, στην οποία θα ερ­γα­στώ με ζήλο και αυ­τα­πάρ­νη­ση προς δόξα Θεού.

• Ποιο είναι το βα­θύ­τε­ρο μή­νυ­μα της ει­σό­δου του Χρι­στού στα Ιε­ρο­σό­λυ­μα, σή­με­ρα Κυ­ρια­κή των Βαΐων, για την Ορ­θό­δο­ξη Εκ­κλη­σία;

Η Κυ­ρια­κή των Βαΐων δεν απο­τε­λεί μια απλή ιστο­ρι­κή ανά­μνη­ση, αλλά την εί­σο­δο του Λόγου του Θεού στην «Αγία Πόλη» της αν­θρώ­πι­νης ύπαρ­ξης. Το βα­θύ­τε­ρο μή­νυ­μα είναι η ανα­τρο­πή της κο­σμι­κής ισχύ­ος από την άκρα τα­πεί­νω­ση.

Ο Χρι­στός δεν ει­σέρ­χε­ται στα Ιε­ρο­σό­λυ­μα ως ένας θριαμ­βευ­τής στρα­τη­γός, αλλά ως ο «Πράος Βα­σι­λεύς» που επι­λέ­γει εκού­σια τον δρόμο της θυ­σί­ας. Ενώ ο κό­σμος ζη­τού­σε έναν επί­γειο ηγέτη για να λύσει τα πο­λι­τι­κά του δεσμά, Εκεί­νος ήρθε για να λύσει τα δεσμά της φθο­ράς και του θα­νά­του. Τα βάια που κρα­τά­με δεν είναι απλώς σύμ­βο­λα νίκης, αλλά μια ομο­λο­γία πί­στης ότι η αλη­θι­νή ελευ­θε­ρία κερ­δί­ζε­ται μέσω του Σταυ­ρού. Την Κυ­ρια­κή των Βαΐων ο Θεός γί­νε­ται ευά­λω­τος και πα­ρα­δί­δε­ται στα χέρια των αν­θρώ­πων Του, δεί­χνο­ντας ότι η αλη­θι­νή δόξα δεν βρί­σκε­ται στην εξου­σία, αλλά στη θυ­σια­στι­κή αγάπη που νικά τη φθορά και τον θά­να­το και μας καλεί να με­τα­τρέ­ψου­με το εφή­με­ρο «Ωσαν­νά» σε μια μό­νι­μη σχέση αγά­πης, συ­νο­δεύ­ο­ντας Τον όχι μόνο στη δόξα Του, αλλά και στο Πάθος που οδη­γεί τε­λι­κά στην Ανά­στα­ση.

• Η Εκ­κλη­σία πρέ­πει να προ­σαρ­μό­ζε­ται στην εποχή ή να μένει στα­θε­ρή; Και ποιο είναι το με­γα­λύ­τε­ρο πνευ­μα­τι­κό «κενό» που βλέ­πε­τε στην κοι­νω­νία σή­με­ρα;

Η Εκ­κλη­σία δεν ετε­ρο­προσ­διο­ρί­ζε­ται από τις κοι­νω­νι­κές με­τα­βο­λές, δεν οφεί­λει να κυ­νη­γά τις εξε­λί­ξεις και να γί­νε­τε «μο­ντέρ­να», αλλά να πα­ρα­μέ­νει η στα­θε­ρή ακτή μέσα σε έναν κόσμο που αλ­λά­ζει ρα­γδαία.

Γιατί αν η πίστη προ­σαρ­μο­ζό­ταν σε κάθε εποχή, θα έχανε τη δύ­να­μή της να την κα­θο­δη­γεί.

Η στα­θε­ρό­τη­τά της, όμως αυτή, δεν είναι μια στεί­ρα, μου­σεια­κή προ­σκόλ­λη­ση στο πα­ρελ­θόν αλλά η δια­τή­ρη­ση της οντο­λο­γι­κής αλή­θειας που οδη­γεί τον άν­θρω­πο στη θέωση. Είναι η προ­σφο­ρά του δια­χρο­νι­κού λόγου του Ευαγ­γε­λί­ου ως απά­ντη­ση στα σύγ­χρο­να αδιέ­ξο­δα, με­τα­μορ­φώ­νο­ντας το σή­με­ρα χωρίς να αλ­λοιώ­νει την αλή­θεια του.

Το με­γα­λύ­τε­ρο πνευ­μα­τι­κό κενό σή­με­ρα είναι η απώ­λεια του βά­θους, η «υπαρ­ξια­κή ορ­φά­νια». Ζούμε στην επι­φά­νεια της ει­κό­νας και της τα­χύ­τη­τας, στε­ρη­μέ­νοι από την ησυ­χία και την ου­σια­στι­κή σύν­δε­ση με τον συ­νάν­θρω­πο και τον Θεό. Αυτό το κενό εκ­δη­λώ­νε­ται ως μια διά­χυ­τη υπαρ­ξια­κή μο­να­ξιά, την οποία καμία τε­χνο­λο­γία ή υλικό αγαθό δεν μπο­ρεί να γε­μί­σει, παρά μόνο η επι­στρο­φή στην ιε­ρό­τη­τα του προ­σώ­που.

• Πώς μπο­ρεί η Εκ­κλη­σία να μι­λή­σει σε έναν άν­θρω­πο που νιώ­θει απο­μα­κρυ­σμέ­νος;

Η Εκ­κλη­σία μπο­ρεί να προ­σεγ­γί­σει τον άν­θρω­πο που νιώ­θει απο­κομ­μέ­νος μόνο όταν παύει να εμ­φα­νί­ζε­ται ως ένας απρό­σω­πος θε­σμός και φα­νε­ρώ­νε­ται ως θε­ρα­πευ­τή­ριο, μόνο μέσα από τη γλώσ­σα της απο­δο­χής και της έμπρα­κτης αγά­πης, όχι του ελέγ­χου ή της ηθι­κο­λο­γί­ας.

Για να ακου­στεί ο λόγος της, οφεί­λει πρώτα να γίνει μια ανοι­χτή αγκα­λιά που ανα­παύ­ει τον κου­ρα­σμέ­νο, χωρίς να ζητά πι­στο­ποι­η­τι­κά ευ­σέ­βειας.

Ο Χρι­στός δεν πλη­σί­α­σε τους αν­θρώ­πους ως κρι­τής, αλλά ως ια­τρός, δεί­χνο­ντας ότι η Εκ­κλη­σία δεν είναι ένα κλει­στό κλαμπ εκλε­κτών, αλλά ένα «νο­σο­κο­μείο» ψυχών. Η μαρ­τυ­ρία μας σή­με­ρα πρέ­πει να είναι η σιω­πη­λή πα­ρου­σία δίπλα στον πόνο του άλλου, οφεί­λει να είναι η γλώσ­σα του ελέ­ους, η οποία δεν ηθι­κο­λο­γεί ούτε κα­τα­κρί­νει, αλλά προ­σφέ­ρει ανά­παυ­ση στον κου­ρα­σμέ­νο. Ο Χρι­στός δεν προ­σέγ­γι­σε τους αν­θρώ­πους ως δι­κα­στής, αλλά ως ια­τρός, υπεν­θυ­μί­ζο­ντας ότι η Εκ­κλη­σία είναι το σπίτι του «Ασώ­του», όπου η αγάπη του Πα­τέ­ρα προη­γεί­ται πάντα της με­τα­νοί­ας.

Όταν ο σύγ­χρο­νος άν­θρω­πος βλέ­πει στην κοι­νό­τη­τα των πι­στών μια αλη­θι­νή οι­κο­γέ­νεια που σέ­βε­ται την ελευ­θε­ρία του και μοι­ρά­ζε­ται τις αγω­νί­ες του, τότε το «κενό» της απο­μά­κρυν­σης αρ­χί­ζει να γε­μί­ζει. Η Εκ­κλη­σία μιλά πιο δυ­να­τά όταν ακού­ει με υπο­μο­νή και όταν με­τα­μορ­φώ­νει το κή­ρυγ­μα σε πράξη προ­σφο­ράς και κα­τα­νό­η­σης.

• Ποια στιγ­μή της Με­γά­λης Εβδο­μά­δας σας συ­γκι­νεί πε­ρισ­σό­τε­ρο; Υπάρ­χει κά­ποιο πε­ρι­στα­τι­κό από τη δια­κο­νία σας που σας έχει μεί­νει έντο­να από αυτές τις μέρες;

Η στιγ­μή που με συ­γκλο­νί­ζει πε­ρισ­σό­τε­ρο είναι η Απο­κα­θή­λω­ση και ει­δι­κό­τε­ρα στο δο­ξα­στι­κό της Ακο­λου­θί­ας «Σε τον ανα­βα­λώ­με­νον». Η ει­κό­να του Χρι­στού, γυ­μνού και νε­κρού, να πα­ρα­δί­δε­ται στα χέρια των αν­θρώ­πων Του, είναι η από­λυ­τη φα­νέ­ρω­ση της θεϊ­κής αγά­πης που φτά­νει μέχρι τον θά­να­το για να μας χα­ρί­σει τη ζωή. Εκεί, μέσα στη σιωπή του Επι­τα­φί­ου, κα­ταρ­ρέ­ει κάθε αν­θρώ­πι­νη υπε­ρη­φά­νεια και μένει μόνο η ελ­πί­δα της Ανά­στα­σης που κυο­φο­ρεί­ται μέσα στον Άδη. Από τη δια­κο­νία μου, μου έχει μεί­νει χα­ραγ­μέ­νη η ει­κό­να ενός ηλι­κιω­μέ­νου αν­θρώ­που που, παρά τις δυ­σκο­λί­ες του, στε­κό­ταν ακλό­νη­τος στην ακο­λου­θία των Παθών. Όταν τον ρώ­τη­σα αν κου­ρά­στη­κε, μου απά­ντη­σε: «Παιδί μου, Εκεί­νος ανέ­βη­κε στον Σταυ­ρό για μένα, εγώ θα κου­ρα­στώ να Του κρα­τή­σω συ­ντρο­φιά;». Αυτή η απλή, αβί­α­στη πίστη είναι το με­γα­λύ­τε­ρο μά­θη­μα θε­ο­λο­γί­ας· μια υπεν­θύ­μι­ση ότι η Με­γά­λη Εβδο­μά­δα δεν είναι μια πα­ρά­στα­ση, αλλά μια ζω­ντα­νή σχέση που με­τα­μορ­φώ­νει τον πόνο σε ευ­χα­ρι­στία.

• Αν η Με­γά­λη Εβδο­μά­δα ήταν ένα μή­νυ­μα προς τον σύγ­χρο­νο κόσμο, ποιο θα ήταν;

Το μή­νυ­μα της Με­γά­λης Εβδο­μά­δας προς τον σύγ­χρο­νο κόσμο είναι ότι η αγάπη δι­καιώ­νε­ται μόνο μέσα από τη θυσία. Σε μια εποχή που θε­ο­ποιεί την αυ­το­προ­βο­λή και την απο­φυ­γή του πόνου, η πο­ρεία προς τον Γολ­γο­θά υπεν­θυ­μί­ζει ότι τί­πο­τα αλη­θι­νό δεν γεν­νιέ­ται χωρίς προ­σφο­ρά. Ο Χρι­στός δεν νί­κη­σε τον θά­να­το πα­ρα­κάμ­πτο­ντάς τον, αλλά μπαί­νο­ντας μέσα σε αυτόν, δεί­χνο­ντας ότι οι δυ­σκο­λί­ες της ζωής δεν είναι το τέλος, αλλά το στά­διο της με­τα­μόρ­φω­σης. Είναι μια πρό­σκλη­ση να αντι­κρί­σου­με τον «άλλο» όχι ως εμπό­διο, αλλά ως αδελ­φό, και να κα­τα­λά­βου­με ότι η αλη­θι­νή ελευ­θε­ρία ξε­κι­νά εκεί που τε­λειώ­νει ο εγω­ι­σμός.

Η Με­γά­λη Εβδο­μά­δα μας βε­βαιώ­νει ότι το σκο­τά­δι, όσο πυκνό κι αν φαί­νε­ται, είναι προ­σω­ρι­νό· η τε­λευ­ταία λέξη στην ιστο­ρία δεν ανή­κει στον Σταυ­ρό, αλλά στην Ανά­στα­ση. Είναι η ελ­πί­δα πως κάθε προ­σω­πι­κό μας αδιέ­ξο­δο μπο­ρεί να γίνει πέ­ρα­σμα προς το φως.

• Υπάρ­χει χώρος για αμ­φι­βο­λία μέσα στην πίστη;

Η αμ­φι­βο­λία δεν είναι ο εχθρός της πί­στης, αλλά συχνά το ερ­γα­στή­ριο όπου εκεί­νη σφυ­ρη­λα­τεί­ται και βα­θαί­νει. Μια πίστη χωρίς ερω­τή­μα­τα κιν­δυ­νεύ­ει να γίνει ιδε­ο­λο­γία ή τύπος, ενώ η αμ­φι­βο­λία που ανα­ζη­τά απά­ντη­ση είναι μια κί­νη­ση ελευ­θε­ρί­ας. Ο ίδιος ο Χρι­στός δεν απέρ­ρι­ψε τον Θωμά, αλλά τον κά­λε­σε να ψη­λα­φή­σει τις πλη­γές Του, δεί­χνο­ντας ότι ο Θεός προ­τι­μά την ει­λι­κρι­νή ανα­ζή­τη­ση από τη στεί­ρα απο­δο­χή. Στην Ορ­θό­δο­ξη πα­ρά­δο­ση, η αμ­φι­βο­λία είναι η κραυ­γή του αν­θρώ­που που θέλει να συ­να­ντή­σει τον ζω­ντα­νό Θεό και όχι μια ιδέα γι’ Αυτόν. Όταν η αμ­φι­βο­λία συ­νο­δεύ­ε­ται από τα­πεί­νω­ση, γί­νε­ται το σκα­λο­πά­τι που οδη­γεί από τη «μά­θη­ση» στη «μέ­θε­ξη». Το σκο­τά­δι της αβε­βαιό­τη­τας είναι συχνά η προ­ϋ­πό­θε­ση για να εκτι­μή­σου­με το φως της απο­κά­λυ­ψης, θυ­μί­ζο­ντάς μας πως η πίστη είναι εμπι­στο­σύ­νη σε Πρό­σω­πο και όχι σι­γου­ριά σε λο­γι­κά επι­χει­ρή­μα­τα.

Η πίστη στην Ορ­θο­δο­ξία είναι μία συ­νε­χής κί­νη­ση εμπι­στο­σύ­νης μέσα στο μυ­στή­ριο, όπου η καρ­διά λέει «πι­στεύω, Κύριε, βο­ή­θει μου τη απι­στία». Κλεί­νο­ντας θα ήθελα να ευ­χη­θώ σε σας και τους ανα­γνώ­στες σας καλή Αγία Με­γά­λη Εβδο­μά­δα και Καλό Πάσχα. Σας ευ­χα­ρι­στώ για την ευ­και­ρία που μου δώ­σα­τε να επι­κοι­νω­νή­σω με αυτόν τον τρόπο μαζί σας.

Πώς σας φάνηκε το άρθρο;

Ένα πάτημα, χωρίς λογαριασμό. Μία ψήφος ανά συσκευή.

Σχολιασμός άρθρου

Προσθέστε ένα σχόλιο

Εμφανίζεται μετά από έγκριση · το e-mail δεν δημοσιεύεται0 / 2000

Τα σχόλια εκφράζουν τον σχολιαστή, όχι τη Δημοκρατική. Όροι σχολιασμού

Τα σχόλια εκφράζουν αποκλειστικά τον εκάστοτε σχολιαστή. Η Δημοκρατική δεν υιοθετεί αυτές τις απόψεις. Διατηρούμε το δικαίωμα να διαγράψουμε όποια σχόλια θεωρούμε προσβλητικά ή περιέχουν ύβρεις, χωρίς καμία προειδοποίηση. Χρήστες που δεν τηρούν τους όρους χρήσης αποκλείονται. Τα σχόλια δημοσιεύονται μετά από έγκριση· το e-mail δεν δημοσιεύεται.

Γίνετε ο πρώτος που θα σχολιάσει.