ΤΟΠΙΚΕΣ ΕΙΔΗΣΕΙΣ

Αττική, Νότιο Αιγαίο, Κρήτη και Ιόνιο διευρύνουν το εισόδημά τους από την υπόλοιπη χώρα

news room 6 λεπτά ανάγνωση
εισόδημα

Η Αττική είναι η πλου­σιό­τερη περι­φέ­ρεια της Ελλάδας, με δια­θέ­σιμο εισό­δημα κατά 32% υψη­λό­τερο από τον εθνικό μέσο όρο, έχοντας μάλιστα κατα­φέ­ρει να διευ­ρύ­νει αισθητά τη διαφορά της από την υπό­λοιπη χώρα τα τελευ­ταία χρόνια.

Ακο­λου­θεί από κοντά το Νότιο Αιγαίο, με εισό­δημα 28% υψη­λό­τερο από τον μέσο όρο και σημα­ντική διεύ­ρυνση της δια­φο­ράς τα τελευ­ταία χρόνια. Αντί­θετα, οι πιο φτωχές περι­φέ­ρειες της χώρας είναι η Δυτική Ελλάδα (με δια­θέ­σιμο εισό­δημα 7% χαμη­λό­τερο από τον εθνικό μέσο όρο) και η Αν. Μακεδονία-Θράκη (δια­θέ­σιμο εισό­δημα 4% κάτω από τον μέσο όρο).

Αυτό προ­κύ­πτει από την νέα ανάλυση που δημο­σί­ευ­σαν η διαΝΕΟσις και το Παρα­τη­ρη­τή­ριο Περι­φε­ρεια­κών Πολι­τι­κών, γύρω από την περι­φε­ρειακή διά­σταση της εισο­δη­μα­τι­κής φτώ­χειας στην Ελλάδα.

Αντί­στοιχα, από την ανάλυση προ­κύ­πτει ότι τα μεγα­λύ­τερα ποσοστά φτώ­χειας εμφα­νί­ζουν η Δυτική Ελλάδα (26,7%), η Πελο­πόν­νη­σος και το Β. Αιγαίο (26,2%) και η Δυτική Μακε­δο­νία (24,9%).

Οι επι­πτώ­σεις των κρίσεων

Κατα­γρά­φο­ντας τις επι­πτώ­σεις που είχαν οι αλλε­πάλ­λη­λες κρίσεις στο βιοτικό επίπεδο των πολιτών, η έρευνα δια­πι­στώ­νει ότι το 2015 το μέσο ισο­δύ­ναμο δια­θέ­σιμο εισό­δημα στην Ελλάδα ήταν μειω­μένο κατά 35% σε σύγκριση με το 2008, με τους κύριους παρά­γο­ντες αυτής της μείωσης να είναι οι μειώ­σεις μισθών και συντά­ξεων και η αλμα­τώ­δης αύξηση της ανερ­γίας.

Παρόλα αυτά, στην κρίση της παν­δη­μίας, τα εισο­δή­ματα των πολιτών δεν ακο­λού­θη­σαν την πορεία του ΑΕΠ, καθώς μειώ­θη­καν κατά μόλις 0,9%. Αυτό συνέβη κατά κύριο λόγο εξαι­τίας των μέτρων κρα­τι­κής ενί­σχυ­σης/στή­ρι­ξης και προ­στα­σίας της απα­σχό­λη­σης που ελή­φθη­σαν προ­κει­μέ­νου να στη­ρι­χθούν τα εισο­δή­ματα των πλη­γέ­ντων από την παν­δη­μία (ελεύ­θε­ροι επαγ­γελ­μα­τίες, μισθω­τοί ιδιω­τι­κού τομέα κ.ά.).

Η παν­δη­μία

Σύμφωνα με την έρευνα, η επί­δραση της παν­δη­μίας υπήρξε ασύμ­με­τρη  ανάμεσα στις περι­φέ­ρειες της χώρας.

Συγκε­κρι­μένα, ενώ στην Αττική το 2020 το μέσο ισο­δύ­ναμο δια­θέ­σιμο εισό­δημα ανέρ­χε­ται έως και 19% πάνω από τον εθνικό μέσο όρο, στη Δυτική Ελλάδα είναι 18% χαμη­λό­τερο από αυτόν.

Διευ­ρύ­νει τη διαφορά της η Αττική

Ιδιαί­τερα χαμηλά βρί­σκο­νται επίσης η Περι­φέ­ρεια Ανα­το­λι­κής Μακε­δο­νίας – Θράκης (-16%), η Στερεά Ελλάδα και η Δυτική Μακε­δο­νία (-13%). Μάλιστα, η από­σταση της Αττικής από τον εθνικό μέσο όρο μεγα­λώ­νει το 2021 και το 2022, καθώς το μέσο εισό­δημα της Περι­φέ­ρειας αυτής είναι 25% και 32% αντί­στοιχα, υψη­λό­τερο από τον εθνικό μέσο όρο, ενώ το ίδιο ισχύει και για την Περι­φέ­ρεια του Νοτίου Αιγαίου.

Από την άλλη πλευρά, Περι­φέ­ρειες όπου το μέσο εισό­δημα ήταν χαμη­λό­τερο από τον εθνικό μέσο όρο, όπως η Δυτική Μακε­δο­νία, η Θεσ­σα­λία και τα Ιόνια Νησιά, το 2021 πλη­σί­α­σαν το εθνικό μέσο εισό­δημα, φανε­ρώ­νο­ντας κάποιου είδους περι­φε­ρειακή σύγκλιση ως προς το μέγεθος αυτό. Μάλιστα, στα Ιόνια Νησιά το μέσο ισο­δύ­ναμο δια­θέ­σιμο εισό­δημα ανήλθε σε 11% υψη­λό­τερο από τον εθνικό μέσο όρο το 2022.

Εντού­τοις, η Αττική βρί­σκε­ται δια­χρο­νικά σε πλε­ο­νε­κτι­κό­τερη θέση και μάλιστα η διαφορά της από το εθνικό μέσο δια­θέ­σιμο εισό­δημα διευ­ρύ­νε­ται συνεχώς. Το ίδιο απο­τέ­λε­σμα, αλλά προς την αντί­θετη κατεύ­θυνση, παρα­τη­ρεί­ται για τις Περι­φέ­ρειες που βρί­σκο­νται χαμη­λό­τερα του εθνικού μέσου εισο­δή­μα­τος. Επο­μέ­νως, δεν παρα­τη­ρού­νται απλώς μεγάλες απο­κλί­σεις από τον εθνικό μέσο όρο, αλλά και διεύ­ρυνση γενικά αυτών των απο­κλί­σεων, καθώς κατά τη χρονική περίοδο 2017-2022, μόνο οι Περι­φέ­ρειες Κρήτης, Νοτίου Αιγαίου και Ιονίων Νήσων φαί­νε­ται να συγκλί­νουν.

H Φτώχεια

Η πλε­ο­νε­κτι­κό­τερη θέση της Αττικής σε σύγκριση με τις υπό­λοι­πες περι­φέ­ρειες είναι σαφής, καθώς τα ποσοστά φτώ­χειας είναι δια­χρο­νικά αρκετά χαμη­λό­τερα από το εθνικό ποσοστό φτώ­χειας, αλλά και σε σύγκριση με τις υπό­λοι­πες Περι­φέ­ρειες της Ελλάδας (πλην της Κρήτης και των Ιονίων Νήσων κάποιες χρονιές). Συγκε­κρι­μένα, τα ποσοστά φτώ­χειας στην Περι­φέ­ρεια Αττικής είναι από 3,4 έως και 6,4 ποσο­στιαίες μονάδες χαμη­λό­τερα του εθνικού ποσο­στού φτώ­χειας. Ωστόσο, από το 2019, σημειώ­νε­ται αυξη­τική τάση του ποσο­στού φτώ­χειας στην Αττική με απο­τέ­λε­σμα να κατα­λή­γει στο 13,6% το 2022.

Με ποσοστά επίσης χαμη­λό­τερα του εθνικού ποσο­στού φτώ­χειας, ακο­λου­θούν οι Περι­φέ­ρειες Νοτίου Αιγαίου και Κρήτης. Στο Νότιο Αιγαίο το ποσοστό φτώ­χειας κυμαί­νε­ται από 14,5% (το 2019 και το 2022) έως και 17,3% (το 2017). Την ίδια περίοδο, το ποσοστό φτώ­χειας στην Κρήτη μειώ­νε­ται και, μάλιστα, το 2021 το ποσοστό φτώ­χειας της συγκε­κρι­μέ­νης Περι­φέ­ρειας ήταν το χαμη­λό­τερο σε όλη την Ελλάδα (10,4%), ενώ το 2022 σημεί­ωσε οριακή αύξηση (10,6%).

Στην Περι­φέ­ρεια Ανατ. Μακε­δο­νίας και Θράκης, το ποσοστό φτώ­χειας είναι διαρκώς υψη­λό­τερο του εθνικού μέσου όρου (από 3,5 έως και 9,8 ποσο­στιαίες μονάδες). Μάλιστα, κατά την πρώτη περίοδο της παν­δη­μίας (2020), το ποσοστό φτώ­χειας έφτασε το 28,6%, το οποίο ήταν το υψη­λό­τερο σε όλη την Ελλάδα, μαζί με την Περι­φέ­ρεια Δυτικής Ελλάδας.

Παρό­μοια εικόνα υπάρχει και για τις Περι­φέ­ρειες Κεντρι­κής και Δυτικής Μακε­δο­νίας, με ποσοστά που κινού­νται δια­χρο­νικά άνω του εθνικού ποσο­στού φτώ­χειας. Στην Κεντρική Μακε­δο­νία το ποσοστό φτώ­χειας για το 2022 δια­μορ­φώ­θηκε στο 22,8% (4,4 ποσο­στιαίες μονάδες υψη­λό­τερα του εθνικού ποσο­στού), ενώ το 2020 είχε φτάσει στη μέγιστη τιμή του (24,2%). Από την άλλη, στη Δυτική Μακε­δο­νία το ποσοστό φτώ­χειας για το 2022 δια­μορ­φώ­θηκε στο 24,9%, αυξα­νό­μενο σημα­ντικά από 19,5% το 2020, φα[1]νερώ­νο­ντας σημα­ντι­κές αλλαγές στην κατα­νομή εισο­δή­μα­τος σε σύγκριση με άλλες Περι­φέ­ρειες. Ωστόσο, κατά την περίοδο 2017-2022 σημειώ­νο­νται σημα­ντι­κές δια­κυ­μάν­σεις στο ποσοστό φτώ­χειας, γεγονός που δείχνει ότι πιθα­νό­τατα ένα μέρος του πλη­θυ­σμού της Περι­φέ­ρειας αυτής βρί­σκε­ται κοντά στην εθνική γραμμή φτώ­χειας. Ως εκ τούτου, τα ποσοστά φτώ­χειας είναι ιδιαί­τερα ευαί­σθητα στις αλλαγές του ορίου φτώ­χειας.

Η Περι­φέ­ρεια Ηπείρου είναι μία από τις ιδιαί­τε­ρες περι­πτώ­σεις ως προς τη δια­χρο­νική εξέλιξη του ποσο­στού φτώ­χειας. Παρότι το 2022, το 16,3% του πλη­θυ­σμού της Περι­φέ­ρειας αυτής βρί­σκε­ται κάτω από το όριο της φτώ­χειας (2,1 ποσο­στιαίες μονάδες κάτω από το εθνικό ποσοστό), το 2020 το ποσοστό φτώ­χειας ήταν στο 20,9% (2,1 ποσο­στιαίες μονάδες πάνω από το εθνικό ποσοστό). Τα δεδο­μένα για την Περι­φέ­ρεια της Ηπείρου φανε­ρώ­νουν, επίσης, έντονες δια­κυ­μάν­σεις μεταξύ των ετών, γεγονός που πιθανώς να οφεί­λε­ται στην ευαι­σθη­σία του ποσο­στού φτώ­χειας στις μετα­βο­λές της εθνικής γραμμής φτώ­χειας.

Ως προς την Περι­φέ­ρεια Θεσ­σα­λίας, τα δεδο­μένα για τα ποσοστά φτώ­χειας απο­κα­λύ­πτουν τη δυσμε­νέ­στερη θέση που είχε η συγκε­κρι­μένη Περι­φέ­ρεια ως προς τον εθνικό μέσο όρο, καθώς η φτώχεια βρί­σκε­ται δια­χρο­νικά σε υψη­λό­τερα επίπεδα. Παρά τη μείωση που σημεί­ωσε η φτώχεια το 2018, έκτοτε ακο­λου­θεί ανοδική πορεία φτά­νο­ντας σχεδόν το 20% το 2020, ενώ το 2022 δια­μορ­φώ­θηκε στο 20,4%.

Οι εκτι­μή­σεις του ποσο­στού φτώ­χειας για την Περι­φέ­ρεια Ιονίων Νήσων χρήζουν ιδιαί­τε­ρου σχο­λια­σμού, τονί­ζε­ται στην ανάλυση. Την περίοδο 2017-2019, η φτώχεια ακο­λού­θησε εντυ­πω­σιακά πτωτική τάση, με απο­τέ­λε­σμα το 2019 μόλις το 9,9% του πλη­θυ­σμού της Περι­φέ­ρειας να έχει εισό­δημα χαμη­λό­τερο του ορίου της φτώ­χειας. Αντι­θέ­τως, το έτος 2020 το ποσοστό φτώ­χειας της συγκε­κρι­μέ­νης Περι­φέ­ρειας ανε­βαί­νει δρα­μα­τικά. Το συγκε­κρι­μένο εύρημα μπορεί να απο­δο­θεί –σε συν­δυα­σμό με τις μετα­βο­λές στην εισο­δη­μα­τική κατα­νομή της Περι­φέ­ρειας αυτής– στο ότι ένα σημα­ντικό τμήμα του πλη­θυ­σμού έμεινε κάτω από τη γραμμή φτώ­χειας του 2020, καθώς τα εισο­δή­ματά του δεν αυξή­θη­καν σημα­ντικά. Ωστόσο, το 2022 το ποσοστό φτώ­χειας κατα­λή­γει μειω­μένο στο 17,8%, απο­κα­θι­στώ­ντας εν μέρει τις απώ­λειες των προη­γού­με­νων ετών.

Στη Δυτική Ελλάδα, τα ποσοστά φτώ­χειας είναι επίσης δια­χρο­νικά υψη­λό­τερα από το εθνικό ποσοστό φτώ­χειας και, μάλιστα, είναι τα υψη­λό­τερα μεταξύ όλων των περι­φε­ρειών της χώρας. Συγκε­κρι­μένα, το 2022, η φτώχεια στη Δυτική Ελλάδα ανήλθε στο 26,7% (υψη­λό­τερη κατά 8,4 ποσο­στιαίες μονάδες), ενώ το 2020 έφτασε στο 28,6%. Τα δεδο­μένα αυτά απο­κα­λύ­πτουν πως η συγκε­κρι­μένη Περι­φέ­ρεια βρί­σκε­ται στη μειο­νε­κτι­κό­τερη θέση μεταξύ όλων των περι­φε­ρειών ως προς το ποσοστό της φτώ­χειας.

Παρό­μοια εικόνα εμφα­νί­ζει και η Περι­φέ­ρεια Στερεάς Ελλάδας, με ποσοστά πολύ κοντά σε αυτά της Δυτικής Ελλάδας. Το 2021, το 26% του πλη­θυ­σμού της Στερεάς Ελλάδας είχε εισό­δημα κάτω από το όριο της φτώ­χειας (7,4 ποσο­στιαίες μονάδες πάνω από το εθνικό ποσοστό φτώ­χειας), ακο­λου­θώ­ντας αυξη­τική τάση από το 2017. Εντού­τοις, το ποσοστό φτώ­χειας μειώ­θηκε το 2022 σημα­ντικά στο 18,3% και μάλιστα, οριακά κάτω από τον εθνικό μέσο όρο.

Επίσης, αυξη­τική τάση παρου­σιά­ζουν τα ποσοστά φτώ­χειας στην Πελο­πόν­νησο, φτά­νο­ντας το 26,2% το 2022 (7,8 ποσο­στιαίες μονάδες πάνω από το εθνικό ποσοστό). Μάλιστα, η συγκε­κρι­μένη Περι­φέ­ρεια φαί­νε­ται να απο­κλί­νει από τον εθνικό μέσο όρο, ενώ το 2017 βρι­σκό­ταν πολύ κοντά σε αυτόν (μόλις 0,6 ποσο­στιαίες μονάδες πιο πάνω).

ΠΗΓΗ: διαΝΕΟσις

Πώς σας φάνηκε το άρθρο;

Ένα πάτημα, χωρίς λογαριασμό. Μία ψήφος ανά συσκευή.

Σχολιασμός άρθρου

Προσθέστε ένα σχόλιο

Εμφανίζεται μετά από έγκριση · το e-mail δεν δημοσιεύεται0 / 2000

Τα σχόλια εκφράζουν τον σχολιαστή, όχι τη Δημοκρατική. Όροι σχολιασμού

Τα σχόλια εκφράζουν αποκλειστικά τον εκάστοτε σχολιαστή. Η Δημοκρατική δεν υιοθετεί αυτές τις απόψεις. Διατηρούμε το δικαίωμα να διαγράψουμε όποια σχόλια θεωρούμε προσβλητικά ή περιέχουν ύβρεις, χωρίς καμία προειδοποίηση. Χρήστες που δεν τηρούν τους όρους χρήσης αποκλείονται. Τα σχόλια δημοσιεύονται μετά από έγκριση· το e-mail δεν δημοσιεύεται.

Γίνετε ο πρώτος που θα σχολιάσει.