ΤΟΠΙΚΕΣ ΕΙΔΗΣΕΙΣ

Κλιματική αλλαγή: Οι έξι πληγές του Αιγαίου

news room 8 λεπτά ανάγνωση
θάλασσα

Η Μεσό­γειος Θάλασσα μπορεί να απο­τε­λεί πόλο έλξης για έλληνες και ξένους επι­σκέ­πτες, αλλά αντι­με­τω­πί­ζει υπαρ­κτούς κιν­δύ­νους που απει­λούν το μέλλον της

Το επί­κε­ντρο του ελλη­νι­κού καλο­και­ριού δεν είναι άλλο από το Αιγαίο Πέλαγος, όπου έλληνες και ξένοι του­ρί­στες θα παρα­θε­ρί­σουν για ακόμη μία χρονιά, ψάχνο­ντας δροσιά στις ακτές και στα σοκάκια των νησιών.

Κλι­μα­τική κρίση, εισβολή ξενικών ειδών, υπερ­του­ρι­σμός, ρύπανση, ευτρο­φι­σμός και υπε­ρα­λί­ευση απει­λούν το μέλλον της Μεσο­γείου.

Το Αιγαίο, όμως, αντι­με­τω­πί­ζει μια σειρά από κιν­δύ­νους και έχει ανοι­χτές πληγές: οι συνέ­πειες της κλι­μα­τι­κής αλλαγής που απει­λούν άμεσα τη Μεσό­γειο, που έχει χαρα­κτη­ρι­στεί hotspot της κρίσης, η εισα­γωγή εισβο­λι­κών ειδών, τα προ­βλή­ματα που δημιουρ­γεί η ραγδαία αύξηση του του­ρι­σμού, η ρύπανση της θάλασ­σας με πλα­στικά και λύματα, ο ευτρο­φι­σμός και η υπε­ρα­λί­ευση δια­τα­ράσ­σουν συστη­μα­τικά τις ισορ­ρο­πίες.

Αν σε αυτά προ­στε­θεί και ο πάντα υπαρ­κτός γεω­πο­λι­τι­κός κίν­δυ­νος, γίνεται σαφές πως το μέλλον του Αιγαίου κρέ­με­ται από μερικές κλωστές. Πόσα καλο­καί­ρια θα αντέξει να «βγάλει» ακόμα το αγα­πη­μένο πέλαγος;

Κλι­μα­τική αλλαγή

Ο μεγα­λύ­τε­ρος κίν­δυ­νος που αντι­με­τω­πί­ζει το Αιγαίο δεν είναι άλλος από την κλι­μα­τική αλλαγή. «Το Αιγαίο έχει μπει στην κόκκινη ζώνη σε ό,τι αφορά τις συνέ­πειες της κλι­μα­τι­κής κρίσης και θερ­μαί­νε­ται με 20% γρη­γο­ρό­τερο ρυθμό από ό,τι ο υπό­λοι­πος πλα­νή­της», λέει στα «ΝΕΑ» ο Νίκος Χαρα­λα­μπί­δης, διευ­θυ­ντής της περι­βαλ­λο­ντι­κής οργά­νω­σης Greenpeace στην Ελλάδα.

Σύμφωνα με στοι­χεία που συγκε­ντρώ­νει το Εθνικό Αστε­ρο­σκο­πείο Αθηνών, η θερ­μο­κρα­σία των νερών της επι­φά­νειας του Αιγαίου κατά τα τελευ­ταία 30 χρόνια έχει αυξηθεί κατά περίπου 1,5 βαθμό Κελσίου, «μια σημα­ντική αύξηση σε τόσο μικρό διά­στημα», όπως σχο­λιά­ζει ο διευ­θυ­ντής Ερευνών του ΕΑΑ Κώστας Λαγου­βάρ­δος.

«Και φέτος στο Αιγαίο θα έχουμε θαλάσ­σιο καύσωνα», εκτιμά ο Θοδωρής Τσι­μπί­δης, διευ­θυ­ντής του ινστι­τού­του Αρχι­πέ­λα­γος που εστιά­ζει στην προ­στα­σία του θαλάσ­σιου περι­βάλ­λο­ντος. «Από το μέγιστο των 27 βαθμών Κελσίου του καλο­και­ριού, κανο­νικά η θερ­μο­κρα­σία του νερού πέφτει στους 13-15 βαθμούς, όμως φέτος δεν συνέβη», τονίζει ο ίδιος.

«Η δια­τή­ρηση για μεγάλο χρονικό διά­στημα πολύ υψηλών τιμών θερ­μο­κρα­σίας στα νερά της Μεσο­γείου έχει πολ­λα­πλές αρνη­τι­κές συνέ­πειες στους θαλάσ­σιους οργα­νι­σμούς, όπως η μείωση της ανθε­κτι­κό­τη­τας σε παθο­γό­νους μικρο­ορ­γα­νι­σμούς και η αύξηση ασθε­νειών στη θαλάσ­σια χλωρίδα και πανίδα», προ­σθέ­τει από τη μεριά του ο καθη­γη­τής Θαλάσ­σιας Βιο­λο­γίας στο Τμήμα Επι­στη­μών της Θάλασ­σας του Πανε­πι­στη­μίου Αιγαίου Δρόσος Κου­τσού­μπας.

Η κλι­μα­τική αλλαγή, όμως, δεν έχει συνέ­πειες μόνο στη θερ­μο­κρα­σία των υδάτων. Η μειού­μενη συχνό­τητα των βρο­χο­πτώ­σεων και η μεγα­λύ­τερη έντασή τους τις κάνουν κατα­στρο­φι­κές, προ­κα­λώ­ντας φαι­νό­μενα διά­βρω­σης στα νησιά, ανα­φέ­ρει ο διευ­θυ­ντής της Greenpeace. Παράλ­ληλα, το ξηρό­τερο κλίμα δημιουρ­γεί μεγα­λύ­τε­ρες ανάγκες για νερό, οι οποίες ωστόσο δεν καλύ­πτο­νται γιατί η συγκέ­ντρωση υδάτων από τις βρο­χο­πτώ­σεις είναι πιο δύσκολη, συμπλη­ρώ­νει ο ίδιος.

Επι­πλέον, η αύξηση της ποσό­τη­τας διο­ξει­δίου του άνθρακα στην ατμό­σφαιρα οδηγεί σε δυσμε­νέ­στε­ρες συν­θή­κες και εντός της θάλασ­σας. Ο Δρόσος Κου­τσού­μπας εξηγεί: «Οι προ­σθή­κες διο­ξει­δίου του άνθρακα στην ατμό­σφαιρα αυξά­νουν τελικά την οξύτητα στους ωκε­α­νούς. Η οξίνιση της θάλασ­σας επη­ρε­ά­ζει αρνη­τικά την ασβε­στο­ποί­ηση πολλών θαλάσ­σιων οργα­νι­σμών, από πλαγ­κτόν έως μαλάκια και κοράλ­λια, των οποίων ο σκε­λε­τός περιέ­χει ανθρα­κικό ασβέ­στιο».

Εξάλλου, με την κλι­μα­τική αλλαγή έρχεται και η αύξηση της στάθμης της θάλασ­σας, η οποία εκτι­μά­ται ότι ανέρ­χε­ται σε 16 εκα­το­στά τα τελευ­ταία 100 χρόνια στη Μεσό­γειο. «Η αύξηση της στάθμης της θάλασ­σας έχει ως απο­τέ­λε­σμα τη διά­βρωση των παρα­λιών και τη μείωση της έκτασής τους, δημιουρ­γώ­ντας με τον τρόπο αυτό προ­βλή­ματα τόσο στα είδη και τους οικο­τό­πους που αυτές φιλο­ξε­νούν, όσο και στον άνθρωπο», υπο­γραμ­μί­ζει ο καθη­γη­τής του Πανε­πι­στη­μίου Αιγαίου.

Εισβο­λικά είδη

Σε άμεση σύνδεση με την υπερ­θέρ­μανση των υδάτων έρχεται και το ζήτημα της εισβο­λής ξενικών ειδών στη Μεσό­γειο, και συγκε­κρι­μένα στο Αιγαίο Πέλαγος. Οπως εξηγεί ο διευ­θυ­ντής του «Αρχι­πε­λά­γους», η περαι­τέρω διά­νοιξη της Διώ­ρυ­γας του Σουέζ το 2015 έκανε τη Μεσό­γειο ιδιαί­τερα ευάλωτη στην εισα­γωγή νέων ειδών από την Ερυθρά Θάλασσα και τον Ινδικό Ωκεανό.

Ως ολι­γο­τρο­φικό οικο­σύ­στημα (δηλαδή, με μικρή συγκέ­ντρωση θρε­πτι­κών αλάτων), το Αιγαίο είναι ευαί­σθητο στην εισα­γωγή νέων ειδών, των οποίων η αφο­μοί­ωση απο­τε­λεί πρό­κληση, καθώς, αν δεν επέλθει, τα εισβο­λικά είδη μπορούν να εκτο­πί­σουν τα «ντόπια».

Ωστόσο, αυτό δεν σημαί­νει πως κάθε ξενικό είδος απειλεί τη βιω­σι­μό­τητα του Αιγαίου. «Για παρά­δειγμα, η καου­λέρπα ταξι­φό­λια, ένα είδος φύκου που μοιάζει με μικρό σταφύλι, θεω­ρού­νταν εισβο­λικό είδος για αρκετά χρόνια, εντού­τοις έχει πλέον προ­σαρ­μο­στεί στο οικο­σύ­στημα και δεν ζει εις βάρος άλλων ειδών», σημειώ­νει ο Θοδωρής Τσι­μπί­δης.

Το ίδιο συμ­βαί­νει και με το λεο­ντό­ψαρο, το οποίο αν και δεν είναι αυτό­χθον στο Αιγαίο, δεν είναι επι­θε­τικό και ανα­μέ­νε­ται να παρα­μεί­νει στο οικο­σύ­στημα – άλλωστε, είναι βρώσιμο, επο­μέ­νως ο πλη­θυ­σμός του ελέγ­χε­ται και από την αλιεία.

Ωστόσο, είδη όπως ο λαγο­κέ­φα­λος θεω­ρού­νται επι­κίν­δυνα για την ισορ­ρο­πία του ήδη εύθραυ­στου οικο­συ­στή­μα­τος. «Εχει πολ­λα­πλα­σια­στεί σε επι­λεγ­μέ­νες περιο­χές, όμως δεν έχει εξα­πλω­θεί ακόμα. Παρ’ όλα αυτά, αν βρει ένα εγκα­τα­λε­λειμ­μένο οικο­σύ­στημα, ο πλη­θυ­σμός του γνω­ρί­ζει έξαρση», προει­δο­ποιεί ο διευ­θυ­ντής του «Αρχι­πε­λά­γους».

Σύμφωνα με στοι­χεία της περι­βαλ­λο­ντι­κής οργά­νω­σης WWF, στη Μεσό­γειο έχουν εισέλ­θει συνο­λικά περίπου 1.000 νέα ξενικά είδη – εκ των οποίων τα 126 ψάρια – προ­κα­λώ­ντας μειώ­σεις σε ενδη­μικά είδη, σε ποσοστό έως και 40% σε συγκε­κρι­μέ­νες περιο­χές.

Υπερ­του­ρι­σμός

Ο υπερ­του­ρι­σμός απο­τε­λεί ακόμα μία ανοιχτή πληγή του Αιγαίου. Πόλος έλξης τόσο για Ελληνες όσο και για ξένους επι­σκέ­πτες, το Αιγαίο απει­λεί­ται από τη ραγδαία αύξηση του του­ρι­σμού και ειδι­κό­τερα του ναυ­τι­λια­κού του­ρι­σμού (yachting). «Μόνο τα του­ρι­στικά σκάφη μπορεί να ξεπε­ρά­σουν τις 80.000 το φετινό καλο­καίρι», εκτιμά ο Θανάσης Τσι­μπί­δης, που δηλώνει ιδιαί­τερα ανή­συ­χος για την κατα­στροφή που επι­φέ­ρουν στο θαλάσ­σιο περι­βάλ­λον οι άγκυρες των σκαφών.

«Οι άγκυρες ρημά­ζουν τα υπο­βρύ­χια λιβάδια ποσει­δω­νίας», δηλαδή του τυπικού φυτού της Μεσο­γείου, που θεω­ρεί­ται ο «καθα­ρι­στής» της θάλασ­σας και προ­στα­τεύ­ε­ται από την εθνική και ευρω­παϊκή νομο­θε­σία.

«Στην Κροατία δεν επι­τρέ­πε­ται να ρίχνεις άγκυρα όπου θέλεις, πρέπει να ακο­λου­θή­σουμε αυτό το παρά­δειγμα», υπο­γραμ­μί­ζει ο διευ­θυ­ντής του «Αρχι­πε­λά­γους», ο οποίος προ­τεί­νει να γίνει χωρο­θέ­τηση αγκυ­ρο­βο­λίων, όπου η θέση θα είναι επί πληρωμή.

«Ετσι, μπορούν να προ­κύ­ψουν και έσοδα για τις τοπικές κοι­νω­νίες και να χρη­σι­μο­ποι­η­θεί το yachting ως μοχλός ανά­πτυ­ξης», τονίζει. «Πρέπει να δούμε πόσα σκάφη μπο­ρούμε να έχουμε. Δεν γίνεται να συγκε­ντρώ­νο­νται σε μικρά κολ­πά­κια 20 και 30 σκάφη», προ­σθέ­τει ο Νίκος Χαρα­λα­μπί­δης της Greenpeace. «Τα λύματα που απε­λευ­θε­ρώ­νουν μπαί­νουν σε περιο­χές που δεν προ­λα­βαί­νουν να τα αφο­μοιώ­σουν».

Εξάλλου, ο του­ρι­σμός απαιτεί μεγά­λους όγκους νερού κάθε καλο­καίρι, σε βαθμό που τα νησιά (ειδικά αυτά των Κυκλά­δων) αντι­με­τω­πί­ζουν πρό­βλημα λει­ψυ­δρίας, με τις δημο­τι­κές Αρχές να δια­κό­πτουν την υδρο­δό­τηση ανά δια­στή­ματα, ιδίως στην κορύ­φωση της σεζόν, τον Ιούλιο και τον Αύγου­στο.

«Ο του­ρι­σμός δεν μπορεί να συνε­χί­σει να απαιτεί νερό σε τέτοιες ποσό­τη­τες, πρέπει να εξε­τά­σουμε πώς θα το δια­χει­ρι­στούμε», ανα­φέ­ρει προ­βλη­μα­τι­σμέ­νος ο διευ­θυ­ντής της Greenpeace. Αλλωστε, όπως σημειώ­νει, ο του­ρι­σμός δημιουρ­γεί και ζήτημα με τη δια­τρο­φική ασφά­λεια των νησιω­τι­κών περιο­χών. «Με την αύξηση του του­ρι­σμού, πολλοί νησιώ­τες άφησαν την πρω­το­γενή παρα­γωγή και στρά­φη­καν στον του­ρι­σμό, καθώς είναι πιο κερ­δο­φό­ρος τομέας».

Ρύπανση

Η ραγδαία αύξηση του του­ρι­σμού στο Αιγαίο έχει μεν φέρει δυσθε­ώ­ρητα κέρδη για τους επαγ­γελ­μα­τίες του κλάδου, ωστόσο έχει φέρει και δρα­μα­τική αύξηση της ρύπαν­σης. Τα αυξη­μένα λύματα των νησιών κατά το καλο­καίρι, καθώς και τα λύματα από τα του­ρι­στικά σκάφη, κατα­λή­γουν στη θάλασσα.

Μάλιστα, όπως καταγ­γέλ­λει ο Θανάσης Τσι­μπί­δης, δεν είναι λίγες οι περι­πτώ­σεις νησιών όπου δεν λει­τουρ­γεί βιο­λο­γι­κός καθα­ρι­σμός. «Στη Σάμο υπάρ­χουν επτά βιο­λο­γι­κοί καθα­ρι­σμοί, όμως δεν λει­τουρ­γεί κανένας καθώς δεν υπάρχει χημικός μηχα­νι­κός στο νησί».

Το ίδιο ισχύει και με το χημικά επε­ξερ­γα­σμένο νερό από τις πισίνες σπιτιών και ξενο­δο­χείων, που επι­βα­ρύ­νει περαι­τέρω τα παρά­κτια οικο­συ­στή­ματα. Ετσι, κατα­λή­γουν στη θάλασσα εκα­τομ­μύ­ρια λίτρα νερού με χημικά, δημιουρ­γώ­ντας νέα προ­βλή­ματα σε αχινούς, μαλάκια και άλλους οργα­νι­σμούς.

Την ίδια στιγμή, τερά­στιο είναι το πρό­βλημα της θαλάσ­σιας ρύπαν­σης και με πλα­στικά, μικρο­πλα­στικά και νανο­πλα­στικά. «Μέχρι πριν από τέσσερα χρόνια, βρί­σκαμε περίπου 1 στα 1.000 ψάρια χωρίς μικρο­πλα­στικά στο στομάχι. Πλέον, όλοι οι οργα­νι­σμοί έχουν κάποιας μορφής πλα­στικό μέσα τους».

Η θαλάσ­σια ρύπανση γίνεται ακόμα μεγα­λύ­τερο πρό­βλημα υπό τις συν­θή­κες της κλι­μα­τι­κής αλλαγής. Οι κακο­και­ρίες «Daniel» και «Elias» που έπληξαν τη Θεσ­σα­λία το περα­σμένο φθι­νό­πωρο δημιούρ­γη­σαν στον Παγα­ση­τικό μια ολό­κληρη νησίδα από φερτά υλικά που οδη­γή­θη­καν στη θάλασσα μέσω χει­μάρ­ρων. «Τέτοια συμ­βά­ντα, πάντως, δεν είναι κατα­στρο­φικά, καθώς η θάλασσα έχει τη δύναμη να δια­σκορ­πί­σει αυτούς τους όγκους», λέει καθη­συ­χα­στικά ο Θοδωρής Τσι­μπί­δης.

Ευτρο­φι­σμός

Μαζί με τα φερτά υλικά, βέβαια, οι χεί­μαρ­ροι παρα­σέρ­νουν και ό,τι υπάρχει στο διάβα τους. Στην περιοχή της Θεσ­σα­λίας που βασί­ζε­ται στην πρω­το­γενή της παρα­γωγή, η χρήση λιπα­σμά­των, φυτο­φαρ­μά­κων και εντο­μο­κτό­νων στον Κάμπο ρίχνει αλάτι σε μία ακόμα πληγή του Αιγαίου: τον ευτρο­φι­σμό, όπως ορί­ζε­ται η υπέρ­με­τρη αύξηση της συγκέ­ντρω­σης θρε­πτι­κών στοι­χείων στη θάλασσα, η οποία οδηγεί στη μείωση του δια­λυ­μέ­νου οξυ­γό­νου στο νερό και συνεπώς στην αλλοί­ωση της βιο­ποι­κι­λό­τη­τας του οικο­συ­στή­μα­τος, όπου εν τέλει επι­κρα­τούν ελά­χι­στα είδη, ενώ τα υπό­λοιπα οδη­γού­νται σε εξα­φά­νιση.

Η Μεσό­γειος είναι στο σύνολό της μια ολι­γο­τρο­φική θάλασσα, δηλαδή με μικρές συγκε­ντρώ­σεις θρε­πτι­κών αλάτων και μικρούς πλη­θυ­σμούς ψαριών. Η μόλυνση των υδάτων με φωσφο­ρικά και νιτρικά άλατα και ειδικά με αγρο­τικά χημικά προ­κα­λεί φαι­νό­μενα ευτρο­φι­σμού. Το ίδιο παρα­τη­ρεί­ται και σε κόλπους όπου κατα­λή­γουν τα αστικά λύματα μεγάλων πόλεων (Σαρω­νι­κός, Θερ­μαϊ­κός).

Υπε­ρα­λί­ευση

Ακόμα μία μεγάλη πληγή του Αιγαίου απο­τε­λεί η υπε­ρα­λί­ευση, δηλαδή το ανε­ξέ­λεγ­κτο ψάρεμα. Μάλιστα, όταν αυτό γίνεται με δρα­στικά εργα­λεία, όπως είναι οι μηχα­νό­τρα­τες, οι βιν­τζό­τρα­τες και τα δίχτυα, η ζημιά που κατα­φέρ­νει στο θαλάσ­σιο οικο­σύ­στημα είναι μη ανα­στρέ­ψιμη.

Οι μηχα­νό­τρα­τες, ειδικά, βλά­πτουν σημα­ντικά τον βυθό, καθώς ξερι­ζώ­νουν ποσει­δω­νίες και υφάλους όπου ανα­πα­ρά­γο­νται τα ψάρια. Κι αυτό, χωρίς εν τέλει το απο­τέ­λε­σμα να εξα­σφα­λί­ζει μεγάλες ποσό­τη­τες τροφής. «Το 70% της ψαριάς με μηχα­νό­τρατα είναι ανε­πι­θύ­μητο και πετιέ­ται», υπο­γραμ­μί­ζει ο διευ­θυ­ντής του «Αρχι­πε­λά­γους».

Premium έκδοση «Τα ΝΕΑ»

Πώς σας φάνηκε το άρθρο;

Ένα πάτημα, χωρίς λογαριασμό. Μία ψήφος ανά συσκευή.

Σχολιασμός άρθρου

Προσθέστε ένα σχόλιο

Εμφανίζεται μετά από έγκριση · το e-mail δεν δημοσιεύεται0 / 2000

Τα σχόλια εκφράζουν τον σχολιαστή, όχι τη Δημοκρατική. Όροι σχολιασμού

Τα σχόλια εκφράζουν αποκλειστικά τον εκάστοτε σχολιαστή. Η Δημοκρατική δεν υιοθετεί αυτές τις απόψεις. Διατηρούμε το δικαίωμα να διαγράψουμε όποια σχόλια θεωρούμε προσβλητικά ή περιέχουν ύβρεις, χωρίς καμία προειδοποίηση. Χρήστες που δεν τηρούν τους όρους χρήσης αποκλείονται. Τα σχόλια δημοσιεύονται μετά από έγκριση· το e-mail δεν δημοσιεύεται.

Γίνετε ο πρώτος που θα σχολιάσει.