ΤΟΠΙΚΕΣ ΕΙΔΗΣΕΙΣ

“Τελευταίο «ΑΝΤΙΟ!» στον συνάδελφο Βασίλη Μανέττα” – Γράφει η Δρ. Στέλλα Π. Βουτσά

news room 1 λεπτό ανάγνωση
ΒΑΣΙΛΗΣ ΜΑΝΕΤΤΑΣ

Κα­θη­γή­τρια φι­λό­λο­γος Γε­νι­κού Λυ­κεί­ου Αφά­ντου

«ὃν οἱ θεοὶ φι­λο­ῦσιν ἀπο­θνή­σκει νέος»: όποιον αγα­πούν οι θεοί, πε­θαί­νει νέος. Η αρ­χαία αυτή ρήση του Με­νάν­δρου επι­βε­βαιώ­θη­κε, δυ­στυ­χώς, για μία ακόμη φορά. Στην προ­κει­μέ­νη πε­ρί­πτω­ση, αφορά στην οδυ­νη­ρή απώ­λεια του πο­λυα­γα­πη­μέ­νου συ­να­δέλ­φου μας και τέως Υπο­διευ­θυ­ντή μας του ΓΕΛ ΑΦΑ­ΝΤΟΥ, του αει­μνή­στου, πια, Βα­σι­λεί­ου Μα­νέτ­τα.

Όλος ο εκ­παι­δευ­τι­κός κό­σμος της Ρόδου είναι συ­γκλο­νι­σμέ­νος! Το νέο φα­ντά­ζει ακόμη απί­στευ­το, αδυ­να­τεί ο νους να το συλ­λά­βει… Συ­γκλο­νι­σμέ­νοι εί­μα­στε κι εμείς, οι συ­νά­δελ­φοί του του Λυ­κεί­ου Αφά­ντου. Ει­δι­κά όσοι μέ­νου­με στο χωριό, έχου­με την αί­σθη­ση ότι ο Βα­σί­λης Μα­νέτ­τας είναι εδώ γύρω, ότι κάπου εδώ κοντά θα τον συ­να­ντή­σου­με, όπως παλιά.

Νυν και πρώην εκ­παι­δευ­τι­κοί του Συλ­λό­γου Δι­δα­σκό­ντων του ΓΕΛ Αφά­ντου, δώ­σα­με όλοι το «παρών» στην κη­δεία του κι αγκα­λια­ζό­μα­σταν συ­γκι­νη­μέ­νοι, εκ­φρά­ζο­ντας την ανεί­πω­τη θλίψη και τον απέ­ρα­ντο πόνο μας για τον χαμό του εξαι­ρε­τι­κού συ­να­δέλ­φου Βα­σί­λη Μα­νέτ­τα που υπη­ρέ­τη­σε επί σχε­δόν δύο δε­κα­ε­τί­ες (2000-2019) το σχο­λείο μας. Στην κη­δεία συ­νέρ­ρευ­σαν, επί­σης, εκ­παι­δευ­τι­κοί απ’ όλη τη Ρόδο και απ’ όλες της βαθ­μί­δες της Εκ­παί­δευ­σης. Πα­ρού­σα ήταν και αντι­προ­σω­πεία του συν­δι­κα­λι­στι­κού μας ορ­γά­νου, της Α’ ΕΛΜΕ Δω­δε­κα­νή­σου. Μή­νυ­μα συ­μπα­ρά­στα­σης προς την οι­κο­γέ­νεια απηύ­θυ­νε και ο Διευ­θυ­ντής Δευ­τε­ρο­βάθ­μιας Εκ­παί­δευ­σης Δω­δε­κα­νή­σου, κ. Ι. Πα­πα­δο­μαρ­κά­κης, εκ­φρά­ζο­ντας την απε­ρί­γρα­πτη θλίψη του για την απώ­λεια του αγα­πη­τού συ­να­δέλ­φου.

Τι να πρω­το­πεί κα­νείς για τον Βα­σί­λη Μα­νέτ­τα (τον «δον Μπα­σί­λιο», όπως τον προ­σφω­νού­σα εγώ, προ­σω­πι­κά, στην ισπα­νι­κή γλώσ­σα); Κα­ταρ­τι­σμέ­νος επι­στή­μο­νας χη­μι­κός, προι­κι­σμέ­νος δι­δά­σκα­λος με με­τα­δο­τι­κό­τη­τα στις πα­ρα­δό­σεις του, εκ­παι­δευ­τι­κός με παι­δα­γω­γι­κή αντί­λη­ψη, Υπο­διευ­θυ­ντής με εξαι­ρε­τι­κές διοι­κη­τι­κές ικα­νό­τη­τες, χωρίς ποτέ, ωστό­σο, να ξεχνά το συ­να­δελ­φι­κό του πνεύ­μα. Απλός και προ­σι­τός, ευ­γε­νής και δια­κρι­τι­κός, με ενέρ­γεια και ζω­ντά­νια, γλυ­κύς και χα­μο­γε­λα­στός, με το χιού­μορ και τον αστεϊ­σμό του που μας έκανε ν’ απο­φορ­τι­ζό­μα­στε στο Γρα­φείο των Κα­θη­γη­τών από το κα­θη­με­ρι­νό στρες και την πίεση. Είχε ένα χα­μό­γε­λο -σχε­δόν παι­δι­κό, θα έλεγε

κα­νείς- που φώ­τι­ζε όλο του το πρό­σω­πο! Έντι­μος και ει­λι­κρι­νής, ευθύς, με­τριο­πα­θής, πάντα μέσα στα όρια της κο­σμιό­τη­τας και του πο­λι­τι­σμού, άν­θρω­πος της συ­ναί­νε­σης, της άμ­βλυν­σης και όχι της όξυν­σης, με ου­σια­στι­κή παι­δεία και πνευ­μα­τι­κή καλ­λιέρ­γεια.

Γε­νι­κά, θα υπο­στή­ρι­ζε κα­νείς ότι ο Βα­σί­λης Μα­νέτ­τας ήταν μια χα­ρι­σμα­τι­κή προ­σω­πι­κό­τη­τα που συν­δύ­α­ζε οξυ­δέρ­κεια, ώριμη σκέψη, επι­στη­μο­σύ­νη, ερ­γα­τι­κό­τη­τα, απο­τε­λε­σμα­τι­κό­τη­τα και ανι­διο­τέ­λεια. Με άλλα λόγια, συν­δύ­α­ζε ικα­νό­τη­τες και ήθος. Γι’ αυτό άλ­λω­στε υπήρ­ξε ευ­ρέ­ως απο­δε­κτός απ’ όλους κι έχαι­ρε της γε­νι­κής εκτί­μη­σης όλων. Όπως σοφά το έχει συ­μπυ­κνώ­σει ο λαός μας, ο συ­νά­δελ­φός μας Βα­σί­λης ήταν άν­θρω­πος με αύρα, είχε «ίσκιο»!

Κά­ποια στιγ­μή μας ανα­κοί­νω­σε ότι θα ασχο­λη­θεί με τον στίβο της πο­λι­τι­κής και, συ­γκε­κρι­μέ­να, της Το­πι­κής Αυ­το­διοί­κη­σης, της άλλης με­γά­λης του αγά­πης μετά την Εκ­παί­δευ­ση. Του εί­πα­με: «Θα μας λεί­ψεις!». Δεν μας ξέ­χα­σε όμως. Και πάλι ήταν παρών και πάλι μας νοια­ζό­τα­νε από τη θέση του Χω­ρι­κού Αντι­δη­μάρ­χου αυτή τη φορά, αφού μέχρι πρό­τι­νος που ήταν καλά στην υγεία του εν­δια­φε­ρό­ταν -σε συ­νερ­γα­σία με όλους τους το­πι­κούς άρ­χο­ντες- για όποια ανά­γκη προ­έ­κυ­πτε στο σχο­λείο και ήταν πά­ντο­τε εκεί, με φυ­σι­κή πα­ρου­σία. Το ίδιο εν­δια­φε­ρό­ταν, βέ­βαια, για το χωριό του, τ’ Αφά­ντου, αλλά και για όλο το νησί του. Γιατί ο Βα­σί­λης Μα­νέτ­τας είχε ένα όραμα για τον τόπο του και αυτό υπη­ρέ­τη­σε με συ­νέ­πεια με όλες του τις δυ­νά­μεις.

Πριν με­ρι­κούς μήνες πλη­ρο­φο­ρη­θή­κα­με συ­γκλο­νι­σμέ­νοι τη σο­βα­ρή πε­ρι­πέ­τεια της υγεί­ας του, την οποία υπέ­μει­νε με πολύ θάρ­ρος και αξιο­πρέ­πεια, δί­νο­ντας για μία ακόμη φορά μα­θή­μα­τα ηθι­κού με­γα­λεί­ου. Θυ­μά­μαι ότι Με­γά­λη Πα­ρα­σκευή βράδυ του τη­λε­φώ­νη­σα για να μάθω τι κάνει και για να τον ρω­τή­σω αν θα έρθει να συ­νο­δεύ­σει τον Επι­τά­φιο στ’ Αφά­ντου. Μου απά­ντη­σε: «Δεν θα έρθω, γιατί πονάω λίγο». Κα­τά­λα­βα ότι αυτό το «πονάω λίγο» κατά πάσα πι­θα­νό­τη­τα ήταν «πονάω πολύ», το οποίο ο κύ­ριος Βα­σί­λης το με­τρί­α­ζε, γιατί ήταν άν­θρω­πος πε­ρή­φα­νος και δεν ήθελε να επι­βα­ρύ­νει ποτέ κα­νέ­ναν. Αντι­λή­φθη­κα, λοι­πόν, με πόνο ότι τα πράγ­μα­τα μάλ­λον δεν πή­γαι­ναν καλά.

Αρχές της Λα­μπρο­βδο­μά­δας μά­θα­με με θλίψη και ανη­συ­χία ότι η κα­τά­στα­σή του υπο­τρο­πί­α­σε. Εμείς, οι συ­νά­δελ­φοί του, κά­ποιοι εκ των οποί­ων είναι παι­δι­κοί και εφη­βι­κοί του φίλοι, προ­σευ­χό­μα­σταν για εκεί­νον και ελ­πί­ζα­με σ’ ένα θαύμα. Τε­λι­κά ο Θεός τον κά­λε­σε δίπλα του, για να τον ανα­παύ­σει από μια αρ­ρώ­στια που τον εξου­θέ­νω­σε και τον τσά­κι­σε σε πολύ σύ­ντο­μο χρο­νι­κό διά­στη­μα. Πήγε να συ­να­ντή­σει ο Βα­σί­λης Μα­νέτ­τας την άλλη συ­νά­δελ­φό μας,

την Ελένη τη Διά­κου, η οποία επί­σης μας άφησε, βα­σα­νι­σμέ­νη από την ασθέ­νεια, πρό­ω­ρα.

Ο συ­νά­δελ­φος Βα­σί­λης έφυγε Πρω­το­μα­γιά, ημέρα της Άνοι­ξης και των λου­λου­διών, θυ­μί­ζο­ντάς μας τους στί­χους του Κώστα Βάρ­να­λη:

Φεύ­γεις πάνου στην άνοι­ξη, καλέ μου,

Άνοι­ξή μου γλυ­κιά, γυ­ρι­σμό που δεν έχεις.

Η μνήμη του όμως πα­ρα­μέ­νει ζω­ντα­νή και το έργο που άφησε πίσω του θα μιλά πάντα για εκεί­νον. Γιατί οι άν­θρω­ποι είναι θνη­τοί, τα έργα τους όμως αιώ­νια.

Εμείς, οι συ­νά­δελ­φοί του του ΓΕΛ ΑΦΑ­ΝΤΟΥ απο­χαι­ρε­τού­με συ­ντε­τριμ­μέ­νοι, με αγάπη και πόνο, τον Βα­σί­λη Μα­νέτ­τα. Πραγ­μα­τι­κά, πρό­κει­ται για με­γά­λη απώ­λεια για το σχο­λείο μας, για την Εκ­παί­δευ­ση, για τον τόπο όλο! Συγ­χρό­νως, εκ­φρά­ζου­με τα θερ­μό­τε­ρα συλ­λυ­πη­τή­ριά μας στην οι­κο­γέ­νεια και στους οι­κεί­ους του, ανά­με­σα στους οποί­ους συ­γκα­τα­λέ­γε­ται και η συ­νά­δελ­φος και κά­πο­τε μέλος του Συλ­λό­γου μας, η ανι­ψιά του Μαρία Κρη­τι­κού. Κου­ρά­γιο σε όλους, κου­ρά­γιο Μαρία!

Το ξέ­ρου­με ότι είναι πολύ δύ­σκο­λο να πει κα­νείς κάτι που ν’ ανα­κου­φί­σει τον πόνο σας. Ας είναι όμως, όπως γρά­φει ο Θου­κυ­δί­δης στον Πε­ρι­κλέ­ους «Επι­τά­φιο», πα­ρη­γο­ριά για εσάς, αγα­πη­τοί συγ­γε­νείς, το εξαί­ρε­το ήθος και ο αδα­μά­ντι­νος χα­ρα­κτή­ρας του εκλι­πό­ντος. Γιατί έχετε κάθε λόγο να νιώ­θε­τε υπε­ρή­φα­νοι για τον άν­θρω­πό σας, τον Βα­σί­λη Μα­νέτ­τα.

Και μια και δια­νύ­ου­με την ανα­στά­σι­μη πε­ρί­ο­δο της Εκ­κλη­σί­ας μας, όπως τό­νι­σε και ο Σε­βα­σμιώ­τα­τος Μη­τρο­πο­λί­της Ρόδου κ. κ. Κύ­ριλ­λος, ας είναι η Ανά­στα­ση του Κυ­ρί­ου μας ελ­πί­δα και βε­βαιό­τη­τα για τη μετά θά­να­τον ζωή και ανά­στα­ση του αγα­πη­μέ­νου σας.

Κύριε Βα­σί­λη, θα μας λεί­ψε­τε! Ήδη μας λεί­πε­τε πολύ! Όμως σας δια­βε­βαιώ­νου­με ότι πάντα θα σας θυ­μό­μα­στε και θα ζείτε ανά­με­σά μας στο Λύ­κειο Αφά­ντου, όπως και σε όλη την εκ­παι­δευ­τι­κή κοι­νό­τη­τα.

Σχολιασμός άρθρου

Προσθέστε ένα σχόλιο

Εμφανίζεται μετά από έγκριση · το e-mail δεν δημοσιεύεται0 / 2000

Τα σχόλια εκφράζουν τον σχολιαστή, όχι τη Δημοκρατική. Όροι σχολιασμού

Τα σχόλια εκφράζουν αποκλειστικά τον εκάστοτε σχολιαστή. Η Δημοκρατική δεν υιοθετεί αυτές τις απόψεις. Διατηρούμε το δικαίωμα να διαγράψουμε όποια σχόλια θεωρούμε προσβλητικά ή περιέχουν ύβρεις, χωρίς καμία προειδοποίηση. Χρήστες που δεν τηρούν τους όρους χρήσης αποκλείονται. Τα σχόλια δημοσιεύονται μετά από έγκριση· το e-mail δεν δημοσιεύεται.

Γίνετε ο πρώτος που θα σχολιάσει.