ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΕΙΣ

Παρασκευή Τζεδάκη: «Η ενδοοικογενειακή βία μπορεί να πάρει διάφορες μορφές»

news room 7 λεπτά ανάγνωση
Παρασκευή Τζεδάκη
Η ενδοοικογενειακή βία μπορεί να πάρει διάφορες μορφές

ΠΑΡΑΣΚΕΥΗ ΤΖΕΔΑΚΗ

Η κα Παρα­σκευή – Βίβιαν Τζεδάκη, είναι πτυ­χιού­χος BSc στην Ψυχο­λο­γία και έχει εμπει­ρία εθε­λο­ντι­σμού ως παράλ­ληλη στήριξη για παιδιά δημο­τι­κού. Εργά­στηκε με ασθε­νείς με σοβαρές ψυχο­πα­θο­λο­γίες σε ίδρυμα ψυχικής υγείας καθώς και σε ψυχια­τρική κλινική. Έχει μετεκ­παι­δευ­τεί στη Δικα­στική Ψυχο­λο­γία. Παρα­κο­λου­θεί τεταρ­το­ε­τές πρό­γραμμα ειδί­κευ­σης στη Γωνιακή – Συμπε­ρι­φο­ρική Ψυχο­θε­ρα­πεία για παιδιά και ενη­λί­κους. Επίσης, παρα­κο­λου­θεί πρό­γραμμα ειδί­κευ­σης στη Θερα­πεία Ζεύγους & Οικο­γέ­νειας. Ιδιω­τεύει από το 2018.

Στην συνέ­ντευξη που ακο­λου­θεί, μιλάει για το επάγ­γελμά της και πώς είναι η εμπει­ρία να δου­λεύει με παιδιά.

Κυρία Τζεδάκη, μιλήστε μας για εσάς. Για ποιο λόγο επι­λέ­ξατε να ακο­λου­θή­σετε αυτόν τον τομέα της ψυχο­λο­γίας;

Ως ψυχο­λό­γος, παι­δο­ψυ­χο­λό­γος και ψυχο­θε­ρα­πεύ­τρια, με ρωτούν συχνά οι φίλοι, η οικο­γέ­νεια και οι γονείς, γιατί επέλεξα να εργαστώ με παιδιά. Όταν μου κάνουν αυτήν την ερώτηση, η πρώτη σκέψη μου είναι: γιατί να μην θέλω να δουλέψω με παιδιά; Το αγαπώ! Υπάρ­χουν χιλιά­δες λόγοι για τους οποίους πιστεύω ότι το να βοηθάω τα παιδιά και τις οικο­γέ­νειές τους είναι η καλύ­τερη δουλειά στον κόσμο, αλλά θα επι­κε­ντρωθώ σε τέσ­σε­ρις κύριους λόγους:

1. Η εργασία με τα παιδιά είναι δια­σκε­δα­στική!

2. Μαθαίνω από τα παιδιά με τα οποία δουλεύω καθη­με­ρινά!

3. Τα παιδιά με παρα­κι­νούν να γίνω καλύ­τε­ρος άνθρω­πος.

4. Το να βοηθάω τα παιδιά (και τις οικο­γέ­νειές τους) είναι η πιο αντα­πο­δο­τική δουλειά που μπορώ να σκεφτώ!

Πόσο δύσκολο είναι να δου­λεύ­εις με παιδιά; Ποιες ψυχο­θε­ρα­πευ­τι­κές προ­σεγ­γί­σεις ακο­λου­θείτε;

Δεν είναι δύσκολο να δου­λεύ­εις με παιδιά. Χρειά­ζε­ται συνεχής εκπαί­δευση και κατάρ­τιση. Είμαι εκπαι­δευ­μένη στη Γνω­σιακή Συμπε­ρι­φο­ρι­στική Θερα­πεία (Cognitive Behavioral Therapy– CBT) είναι ένας όρος που χρη­σι­μο­ποιεί­ται για μια σειρά ψυχο­λο­γι­κών θερα­πειών και βασί­ζε­ται σε επι­στη­μο­νικά τεκ­μη­ριω­μένα ευρή­ματα. Αυτή η θερα­πευ­τική προ­σέγ­γιση έχει φανεί ότι είναι απο­τε­λε­σμα­τική στην αντι­με­τώ­πιση ποι­κί­λων ψυχο­λο­γι­κών δια­τα­ρα­χών σε παιδιά, εφήβους αλλά και ενή­λι­κες.

Η Γνω­σιακή Συμπε­ρι­φο­ρι­στική Θερα­πεία για παιδιά και εφήβους επι­κε­ντρώ­νε­ται στη διδα­σκα­λία συγκε­κρι­μέ­νων δεξιο­τή­των, τόσο στο παιδί όσο και στην οικο­γέ­νεια του. Η συγκε­κρι­μένη προ­σέγ­γιση είναι δια­φο­ρε­τική, συγκρι­τικά με άλλες προ­σεγ­γί­σεις, αφού επι­κε­ντρώ­νε­ται στο πώς οι Γνωσίες-Σκέψεις, τα Συναι­σθή­ματα και οι Συμπε­ρι­φο­ρές συν­δέ­ο­νται και πώς αλλη­λο­ε­πη­ρε­ά­ζο­νται και αλλη­λο­ε­πι­δρούν. Γι’ αυτό και η προ­σέγ­γιση αυτή επι­τρέ­πει στο θερα­πευτή να παρέμ­βει σε δια­φο­ρε­τικά σημεία. Ο θερα­πευ­τής και το παιδί ή ο έφηβος ανα­πτύσ­σουν από κοινού τους στόχους της θερα­πευ­τι­κής δια­δι­κα­σίας, σε συνερ­γα­σία με την οικο­γέ­νεια, και κατα­γρά­φουν την πρόοδο του εκά­στοτε στόχου στη διάρ­κεια κάθε συνε­δρίας.

Ο θερα­πευ­τής προ­σπα­θεί να βοη­θή­σει το παιδί να ανα­κα­λύ­ψει ότι έχει την ικα­νό­τητα να επι­λέ­ξει θετικές σκέψεις και συναι­σθή­ματα. Το παιδί συμ­με­τέ­χει ενεργά στη θερα­πεία τόσο κατά τη διάρ­κεια της συνε­δρίας όσο και μετά το πέρας της, στο σπίτι. Η θερα­πεία είναι προ­σα­να­το­λι­σμένη σε στόχους που αφορούν σε δυσκο­λίες στο εδώ και τώρα.

Ακόμη, έχω εκπαι­δευ­τεί και στη παι­γνιο­θε­ρα­πεία. Το παι­χνίδι δηλαδή θεω­ρεί­ται ως το φυσι­κό­τερο μέσο επι­κοι­νω­νίας κι έκφρα­σης, με το οποίο τα παιδιά μαθαί­νουν, εξε­ρευ­νούν, ανα­κα­λύ­πτουν και προ­σπα­θούν να κατα­νο­ή­σουν τον κόσμο γύρω και μέσα τους.

Η παι­γνιο­θε­ρα­πεία παρέχει ένα χώρο από­λυ­της ασφά­λειας κι εμπι­στο­σύ­νης, μέσα στον οποίο το παιδί μπορεί να εκφρά­σει, να κατα­νο­ή­σει, να επε­ξερ­γα­στεί τις εμπει­ρίες και τα συναι­σθή­ματά του και να επι­λύ­σει τις δυσκο­λίες που παρεμ­βάλ­λο­νται στη φυσιο­λο­γική του ανά­πτυξη ή δημιουρ­γούν προ­βλή­ματα στην καθη­με­ρι­νό­τητά του.

Η θερα­πευ­τική αυτή προ­σέγ­γιση δια­φέ­ρει από τις «παρα­δο­σια­κές θερα­πείες» στο ό,τι δεν βασί­ζε­ται στο λόγο, αλλά στο παι­χνίδι. Τα παιδιά δεν καλού­νται να εξη­γή­σουν τι τα απα­σχο­λεί, αλλά χρη­σι­μο­ποιούν το παι­χνίδι με βάση τις δικές τους ικα­νό­τη­τες και το δικό τους ρυθμό, ώστε να εκφρά­σουν συμ­βο­λικά τις ανη­συ­χίες τους, τις επι­θυ­μίες και τους φόβους τους. Το παι­χνίδι μετα­τρέ­πε­ται από μέσο εξω­τε­ρί­κευ­σης των συναι­σθη­μά­των του παιδιού σε μέσο κατα­νό­η­σης για το θερα­πευτή, για να μετου­σιω­θεί τελικά σε μέσο θερα­πευ­τι­κής αλλαγής και προ­σω­πι­κής ανά­πτυ­ξης. Η παι­γνιο­θε­ρα­πεία μπορεί να εφαρ­μο­στεί εξε­λι­κτικά, δια­γνω­στικά, προ­λη­πτικά και θερα­πευ­τικά, ενώ μπορεί επίσης να λει­τουρ­γή­σει μόνη της (σε ατομικό ή ομαδικό επίπεδο) ή σε συν­δυα­σμό με άλλες θερα­πείες ανάλογα πάντα με το «πρό­βλημα» και τη σοβα­ρό­τητά του. Σημα­ντικό εργα­λείο δου­λειάς απο­τε­λεί και το παιδικό ιχνο­γρά­φημα.

Παρα­κο­λου­θούμε εδώ και καιρό τις υπο­θέ­σεις με τις κακο­ποι­ή­σεις παιδιών. Είναι δύσκολο τα παιδιά αυτά να μιλή­σουν; Να αντι­δρά­σουν;

Η ενδο­οι­κο­γε­νειακή βία μπορεί να πάρει διά­φο­ρες μορφές. Μπορεί να είναι ο γονιός που ασκεί βία στο παιδί. Συνήθη θύματα είναι οι γυναί­κες και τα παιδιά -όταν υπάρχουν- είναι ανα­γκα­σμένα να βιώνουν τη βία να εκτυ­λίσ­σε­ται μπροστά στα μάτια τους, μη μπο­ρώ­ντας να αντι­δρά­σουν. Όταν αυτός που σημαί­νει τόσα πολλά πράγ­ματα για σένα και από τον οποίο εξαρ­τά­σαι ποι­κι­λο­τρό­πως σε εκθέτει σε βία, κακο­ποιώ­ντας συστη­μα­τικά ένα άλλο πρόσωπο που επίσης αγαπάς, οι συνέ­πειες είναι πολύ σοβαρές. Ένα χαρα­κτη­ρι­στικό στοι­χείο των στενών συναι­σθη­μα­τι­κών σχέσεων είναι πως η βία που ασκεί­ται σε ένα μέλος μιας οικο­γέ­νειας πλήττει πάντα περισ­σό­τε­ρους, πέραν του άμεσου απο­δέ­κτη της.

Το πώς αντιδρά ένα παιδί απέ­να­ντι σε βιώματα ενδο­οι­κο­γε­νεια­κής βίας εξαρ­τά­ται από πολλούς και διά­φο­ρους παρά­γο­ντες, όπως η ηλικία και το φύλο του, από την ύπαρξη άλλων αδελφών, από την προ­σω­πι­κό­τητα και το ταμπε­ρα­μέ­ντο του, από την εξε­λι­κτική φάση που βρί­σκε­ται καθώς και από το ιστο­ρικό της οικο­γέ­νειάς του.

Τα διάφορα συναι­σθή­ματα και οι σκέψεις που πυρο­δο­τού­νται είναι τόσο οδυνηρά που δύσκολα μπορούν να εκφρα­σθούν με λέξεις, ώστε να γίνουν κατα­νοητά, αλλά και για να μπο­ρέ­σουν να μοι­ρα­σθούν με κάποιον άλλον. Υπάρχει μια δια­δε­δο­μένη παρε­ξή­γηση, όσον αφορά στα παιδιά που εκτί­θε­νται σε βία, πως «ο χρόνος για­τρεύει όλες τις πληγές». Στην πραγ­μα­τι­κό­τητα, κάθε άλλο παρά κάτι τέτοιο συμ­βαί­νει. Πολλά από αυτά τα παιδιά παίρ­νουν από­σταση από τα όσα βίωσαν για να μπο­ρέ­σουν να συνε­χί­σουν να ζουν χωρίς να καταρ­ρεύ­σουν τελείως. Αυτό συχνά εκλαμ­βά­νε­ται πως οι πληγές τους επου­λω­θεί. Οι έρευνες δεί­χνουν, όμως, πως, παρόλο που και οι δύο γονείς δηλώ­νουν πως οι βιαιο­πρα­γίες τους έγιναν μπροστά στα μάτια του παιδιού τους, ένα ποσοστό 20% των παιδιών αυτών το αρνού­νται! Συχνά θεωρούν πως τα ίδια ευθύ­νο­νται για τα όσα συμ­βαί­νουν στην οικο­γέ­νειά τους και πως θα πρέπει να τιμω­ρη­θούν για αυτό. Εν κατα­κλείδι, όλα αυτά είναι μια απέλ­πιδα προ­σπά­θειά τους να σώσουν την εικόνα του καλού γονέα που όλοι έχουμε ανάγκη.

Οι γονείς πολλές φορές αρνού­νται να απο­δε­χτούν ό,τι υπάρχει κάποιο θέμα -είτε συμπε­ρι­φο­ράς, είτε μάθησης, είτε κοι­νω­νι­κο­ποί­η­σης, είτε αυτοεκτίμησης- το οποίο ταλαι­πω­ρεί το παιδί τους. Πώς μπορεί να αλλάξει αυτό;

Δυστυ­χώς, ένα από τα πράγ­ματα που θα δια­πι­στώ­σει κάποιος εάν εργα­στεί σε ένα πλαίσιο με παιδιά όπως το σχολείο είναι ότι υπάρ­χουν παιδιά με διάφορα ‘προβλήματα’ (υπερ­κι­νη­τι­κό­τητα, έλλειψη προ­σο­χής, δυσλε­ξία, επι­θε­τική συμπε­ρι­φορά, άγχος κ.λπ.), τα οποία όμως μένουν αβο­ή­θητα, χωρίς παρέμ­βαση από κάποιον ειδικό. Αυτό συμ­βαί­νει εξαι­τίας της αδυ­να­μίας των γονέων να απο­δε­χτούν ότι υπάρχει πρό­βλημα.

Οι γονείς είναι οι άνθρω­ποι που αγαπούν περισ­σό­τερο από κάθε άλλον τα παιδιά τους. Τι είναι, λοιπόν, αυτό που τους εμπο­δί­ζει να απο­δε­χτούν ένα πρό­βλημα και να το αντι­με­τω­πί­σουν; Η άρνηση. Η άρνηση είναι ένας μηχα­νι­σμός άμυνας που ενερ­γο­ποιεί­ται κάθε φορά που μας συμ­βαί­νει κάτι δύσκολο ως προς τον δια­χω­ρι­σμό του. Δεν μπο­ρούμε να δεχτούμε εξαρχής τη σκληρή πραγ­μα­τι­κό­τητα. Αν αρνη­θούμε, όμως, το πρό­βλημα και το αγνο­ή­σουμε αυτό θα εξα­φα­νι­στεί; Μήπως με τον καιρό διο­γκω­θεί και τα πράγ­ματα θα γίνουν χει­ρό­τερα; Είναι γεγονός ότι όσο πιο σύντομα υπάρξει η σωστή διά­γνωση και παρέμ­βαση, τόσο πιο καλή θα είναι η πρό­γνωση για το παιδί.

Ένας από τους βασι­κούς φόβους που έχουν οι γονείς και απο­φεύ­γουν να επι­σκε­φτούν έναν ειδικό είναι ότι το παιδί τους θα απο­κτή­σει την ταμπέλα του προ­βλη­μα­τι­κού κι ότι θα στιγ­μα­τι­στεί. ‘Ο κόσμος θα αρχίσει να σχολιάζει’.

Τι είναι πιο σημα­ντικό, όμως; Το να βοη­θή­σουμε το παιδί μας ή το τι θα πει ο κόσμος; Να θυμό­μα­στε ότι αυτοί που μας αγαπούν πραγ­μα­τικά θα σταθούν δίπλα μας και θα μας στη­ρί­ξουν ό,τι και να συμ­βαί­νει. Σημα­ντικό ρόλο στο πώς θα μας αντι­με­τω­πί­σει ο κόσμος παίζει και η δικιά μας αντί­δραση. Αν φερό­μα­στε σαν να έχει το παιδί μας κάτι το τρομερό και για το οποίο πρέπει να ντρε­πό­μα­στε, τότε ανάλογη θα είναι και η συμπε­ρι­φορά των άλλων.

Αν, όμως, ενη­με­ρώ­σουμε τους άλλους σχετικά με το πρό­βλημα (π.χ. τι είναι δυσλε­ξία, τι είναι η διά­σπαση προ­σο­χής, τι συμ­βαί­νει με το άγχος και το πένθος κ.λπ.) κι ότι δεν είναι κάτι για το οποίο πρέπει να ντρε­πό­μα­στε, τότε ενδε­χο­μέ­νως να αλλάξει και η στάση του κόσμου. Η άγνοια είναι αυτή που δημιουρ­γεί προ­βλή­ματα.

Η απόφαση να απευ­θυν­θούμε σε έναν ειδικό, μόνο κακό δε κάνει στο παιδί ή στον έφηβο. Εν αντι­θέ­σει, μόλις δια­πι­στω­θεί ποιο είναι το πρό­βλημα και ξεκι­νή­σει η αντί­στοιχη παρέμ­βαση η κατά­σταση θα βελ­τιω­θεί. Γονείς που ακο­λού­θη­σαν αυτή την οδό ανα­φέ­ρουν ότι το παιδί τους παρου­σί­ασε καλυ­τέ­ρευση. Αυξή­θηκε η αυτο­πε­ποί­θηση, βελ­τιώ­θηκε η διάθεση, το σχολείο έπαψε να είναι ένας χώρος που δημιουρ­γούσε άγχος, φόβο ή πλήξη. Σημα­ντικό είναι να γνω­ρί­ζουμε ότι ο στόχος της παρέμ­βα­σης είναι να αξιο­ποι­ή­σει το παιδί όλο το δυνα­μικό που κρύβει μέσα του, ξεπερ­νώ­ντας τα εμπόδια που δεν το αφήνουν να εξε­λι­χθεί.

Τέλος, αξίζει να σημειω­θεί ότι ο δάσκα­λος είναι ο συνο­δοι­πό­ρος των γονέων στο πολυ­σύν­θετο ταξίδι της δια­παι­δα­γώ­γη­σης του παιδιού. Όταν, λοιπόν, επι­ση­μαί­νει ότι έχει δια­πι­στώ­σει κάτι, μην είστε διστα­κτι­κοί. Αντι­με­τω­πί­στε τον σαν σύμμαχο. Αξιο­ποι­ή­στε την συμ­βουλή του και επι­σκε­φτείτε έναν ειδικό ψυχικής υγείας.

Πώς σας φάνηκε το άρθρο;

Ένα πάτημα, χωρίς λογαριασμό. Μία ψήφος ανά συσκευή.

Σχολιασμός άρθρου

Προσθέστε ένα σχόλιο

Εμφανίζεται μετά από έγκριση · το e-mail δεν δημοσιεύεται0 / 2000

Τα σχόλια εκφράζουν τον σχολιαστή, όχι τη Δημοκρατική. Όροι σχολιασμού

Τα σχόλια εκφράζουν αποκλειστικά τον εκάστοτε σχολιαστή. Η Δημοκρατική δεν υιοθετεί αυτές τις απόψεις. Διατηρούμε το δικαίωμα να διαγράψουμε όποια σχόλια θεωρούμε προσβλητικά ή περιέχουν ύβρεις, χωρίς καμία προειδοποίηση. Χρήστες που δεν τηρούν τους όρους χρήσης αποκλείονται. Τα σχόλια δημοσιεύονται μετά από έγκριση· το e-mail δεν δημοσιεύεται.

Γίνετε ο πρώτος που θα σχολιάσει.