ΠΟΛΙΤΙΣΤΙΚΑ

Μανόλης Κ. Χατζηγιακουμής: Διασώζοντας την παραδοσιακή μουσική της Κω με ένα ερασιτεχνικό μαγνητόφωνο

news room 10 λεπτά ανάγνωση
manolis_xatzigiakoumis

«Ο μου­σι­κός κόσμος που κατα­γρά­φε­ται στον “Μουσικό Θησαυρό της Κω – Αρχεια­κές Ηχο­γρα­φή­σεις 1964-1968”, είναι αυτός μες στον οποίο γεν­νή­θηκα και μεγά­λωσα»

Μανόλης Κ. Χατζη­για­κου­μής, με ειδικά για την περί­πτωση δεδο­μένα, φιλο­λο­γική ιδιό­τητα, μουσική κατάρ­τιση (Πτυχίο Βυζα­ντι­νής Μου­σι­κής, Δίπλωμα Μου­σι­κο­δι­δα­σκά­λου, Πτυχίο Ευρω­παϊ­κής Μου­σι­κής), αλλά και εντο­πιό­τητα, αρχίζει το 1964 να ηχο­γρα­φεί τη μουσική παρά­δοση της Κω, με ένα ερα­σι­τε­χνικό φορητό μαγνη­τό­φωνο, ιδιαί­τερα εξε­λιγ­μέ­νης για την εποχή τεχνο­λο­γίας ρεύ­μα­τος και μπα­τα­ρίας (η Κως δεν είχε ακόμη τότε ηλε­κτρικό ρεύμα στα χωριά της), το οποίο βρέθηκε, όπως σημειώ­νει ο ίδιος, από αγαθή συγκυ­ρία στην κατοχή του.

Ακού­σματα που είχε από παιδί και μιλού­σαν στην ψυχή του, σκοποί και τρα­γού­δια, του γάμου, μοι­ρο­λό­για και θρήνοι, κάλαντα, απο­κριά­τικα και σατυ­ρικά, άσματα αφη­γη­μα­τικά, οργα­νικά, χορευ­τικά. Οι ηχο­γρα­φή­σεις αυτές που έκανε, χωριό προς χωριό, σπίτι προς σπίτι, όπως και πάλι σημειώ­νει ο ίδιος, έχουν συνο­λική διάρ­κεια περίπου 30 ωρών και απλώ­νο­νται σε μεγάλο χρονικό εύρος (1964-1968).

Από το σύνολο αυτό της τοπικής και απο­λύ­τως προ­σω­πι­κής ηχο­γρά­φη­σης, που ανα­τρέ­χει στις ρίζες του νησιω­τι­κού τρα­γου­διού της Κω, έχει καταρ­τι­σθεί μια Αρχειακή Συλλογή 12 CD με τον γενικό τίτλο «Μου­σι­κός Θησαυ­ρός της Κω» συνο­λι­κής διάρ­κειας 11 ωρών, 25 λεπτών και 22 δευ­τε­ρο­λέ­πτων. Αυτά τα CD κυκλο­φο­ρούν σε μια πολυ­τελή κασε­τίνα με συνο­δευ­τικό βιβλίο στο οποίο περι­λαμ­βά­νο­νται τα κείμενα, οι ανα­γκαίες πλη­ρο­φο­ρίες για τους αφη­γη­τές και αφη­γή­τριες, μου­σι­κο­λο­γικά σχόλια και λεξι­λό­γιο για ιδιω­μα­τι­σμούς από το Κέντρον Ερευνών και Εκδό­σεων (ΚΕΡΕ).

Ο Μανόλης Κ. Χατζη­για­κου­μής, αυτός ο σπου­δαίος φιλό­λο­γος και νεο­ελ­λη­νι­στής, βρα­βευ­μέ­νος από την Ακα­δη­μία Αθηνών με το Αρι­στείο των Γραμ­μά­των, ένας από τους σημα­ντι­κό­τε­ρους μου­σι­κούς ερευ­νη­τές της χώρας, με την επιμονή και την αφο­σί­ωση που τον δια­κρί­νει με ό,τι κι αν κατα­πιά­νε­ται (θυμίζω τον μετα­φρα­στικό άθλο της «Ομήρου Οδύσ­σειας», ένα μνη­μειακό έργο 832 σελίδων με μετά­φραση απευ­θείας από το πρω­τό­τυπο που κυκλο­φό­ρησε το 2015 από τις ίδιες εκδό­σεις) κατα­γρά­φει σχο­λα­στικά και συστη­μα­τικά ολό­κληρη την Κω. Ξεκι­νώ­ντας από τον δικό του γενέ­θλιο τόπο, το χωριό Πυλί, και στη συνέ­χεια την Αντι­μά­χεια και την Καρ­δά­μενα, χωριά με μεγάλη μουσική και ψαλτική παρά­δοση, μέχρι την Κέφαλο, το Ασφεν­διού και την Πόλη της Κω, συγκε­ντρώ­νει το υλικό του ζωντανά, τρα­γου­δι­σμένο από τα χείλη των ντόπιων που τον γνώ­ρι­ζαν από μικρό και τον εμπι­στεύ­ο­νταν.

Μέσα στους ήχους και στον λόγο ανα­γνω­ρί­ζουμε τα μοτίβα της χαράς, το μαράζι του έρωτα και της επι­θυ­μίας, το παρά­πονο, τη λύπη, τον πόνο της ξενι­τιάς, φωνές που δια­σώ­ζουν τον τοπικό πολι­τι­σμό σαν αυτά που τρα­γου­δούν στα γλέντια και στα πανη­γύ­ρια στα χωριά και τα μοι­ρο­λό­για για τους νεκρούς και τους ξενι­τε­μέ­νους. Σε 5 από τα CD της Έκδοσης περι­λαμ­βά­νο­νται και οι «Στι­χο­πλα­κιές» (γνωστές ως «Παρα­λο­γές»), όπως απο­κα­λού­νται στην τοπική παρά­δοση τα πολύ­στιχα, συχνά και με δρα­μα­τικό περιε­χό­μενο, αφη­γή­ματα, αλλά και σε ένα άλλο CD μονα­δι­κές εκδοχές του Ερω­τό­κρι­του. Οι Στι­χο­πλα­κιές με διπλή μάλιστα παρά­δοση εκφοράς, ασμα­τική/τρα­γου­δι­στική και απαγ­γελ­τική/ραψω­δική, η οποία παρα­πέ­μπει  απευ­θείας στην όμοια ασματική-ραψωδική των Ομη­ρι­κών επών (πρω­τί­στως της αφη­γη­μα­τι­κής, και με δρα­μα­τικό επίσης περιε­χό­μενο, «Οδύσ­σειας»).

Δεν είναι η πρώτη φορά που ο Χατζη­για­κου­μής κατα­πιά­νε­ται με την ηχητική-ψαλτική παρά­δοση. Ένα επικό έργο του με 145 είδη CD σε κυκλο­φο­ρία είναι η «Εκκλη­σια­στική Μουσική του Νεώ­τε­ρου Ελλη­νι­σμού» (στις εκδο­τι­κές σειρές «Μνημεία», «Σύμ­μει­κτα», «Αρχείον», «Τόποι και Ψάλτες») του συνόλου δηλαδή των εκκλη­σια­στι­κών μελών της περιό­δου της Τουρ­κο­κρα­τίας, όχι μόνο στη γραπτή αλλά και στην ηχητική – ψαλτική της έκφραση μέσα από τους εν ζωή ακόμη μέγι­στους ιερο­ψάλ­τες. Τώρα, ακο­λου­θώ­ντας το πάθος του για τη διάσωση της αυθε­ντι­κής δημο­τι­κής μου­σι­κής, μας παρα­δί­δει μία από τις πιο σημα­ντι­κές και ενδια­φέ­ρου­σες κατα­γρα­φές του λαϊκού προ­φο­ρι­κού λόγου, αυτού­σια φωνη­τική λαϊκή παρά­δοση με 200 περίπου δια­φο­ρε­τι­κούς σκοπούς, ελά­χι­στοι από τους οποίους επι­βιώ­νουν σήμερα.

Τα δημο­τικά τρα­γού­δια, προ­φο­ρικά, χωρίς γραμ­μένη μουσική και με τους στίχους και τις ιστο­ρίες που διη­γού­νται να μετα­φέ­ρο­νται από στόμα σε στόμα, κιν­δυ­νεύ­ουν να χαθούν. Γι’ αυτόν τον λόγο οι ηχο­γρα­φή­σεις του, με λαμπρό ηχητικό απο­τέ­λε­σμα, είναι πραγ­μα­τικά πολύ­τι­μες για τη μουσική ιστορία της πατρί­δας μας.

 

Ο Αντώνης Κουλιάς στο βιολί και ο Μιχάλης Τσα­μπου­νιά­ρης στο λαούτο (CD 12). Εδώ παί­ζο­ντας με συνο­δεία ακορ­ντεόν.

Αυτο­βιο­γρα­φικά σημειώ­ματα

Με αφορμή αυτή τη σπου­δαία έκδοση, ζήτησα από τον Δάσκαλο να μου πει λίγα λόγια για εκείνη την εποχή. Μου έδωσε τα παρα­κάτω.

Ο μου­σι­κός κόσμος που κατα­γρά­φε­ται στον «Μουσικό Θησαυρό της Κω  – Αρχεια­κές Ηχο­γρα­φή­σεις 1964-1968», με τους 12 συνο­δευ­τι­κούς ψηφια­κούς δίσκους (CD), είναι αυτός μες στον οποίο γεν­νή­θηκα και μεγά­λωσα. Με περι­στα­τικά που χρω­μα­τί­ζουν έντονα μιαν ειδική και ασυ­νή­θι­στα ακα­τά­λυτη σχέση.

Ένα πρώτο, ιδιαί­τερα αξιο­πε­ρί­εργο, είναι αυτό που έλεγε συχνά η μητέρα μου (και που δεν ήταν καθόλου φαντα­σιό­πλη­κτη), ότι πρώτα τρα­γού­δησα, μόλις 6 μηνών, και έπειτα μίλησα (8 μηνών τα έλεγα όλα «φαρσί», όπως και πάλι έλεγε). Ήταν ένα αγα­πη­μένο τρα­γούδι του πατέρα μου, «Όλες οι παπα­ρού­νες ανθί­ζουν το πρωί / μα μένα η δική μου ανθίζει από βραδύς», που το έμαθα και το τρα­γου­δούσα και εγώ (και που εξα­κο­λου­θεί μέχρι σήμερα να μένει ανε­ξί­τηλο στη μνήμη μου).

 

Δείγμα χει­ρό­γρα­φης μετα­γρα­φής από τον ηχο­γρα­φέα σε Βυζα­ντινή και Ευρω­παϊκή σημειο­γρα­φία κατά τον χρόνο της ηχο­γρά­φη­σης

Το δεύτερο φαντά­ζει εξίσου απίθανο, είναι όμως και αυτό πέρα για πέρα αληθινό. Υπήρχε ανάμεσα στις εργά­τριες («αργα­τί­νες») του πατέρα μου στα καπνά μια νέα σε ηλικία, με τα μαλλιά όλα μια πλε­ξούδα πίσω που έφτανε ως το γοφό της, ένα πραγ­μα­τικό αηδόνι, που τρα­γου­δούσε συνέ­χεια μες στο χωράφι όταν «κιρ­δί­ζανε» (έκοβαν τα ώριμα φύλλα του καπνού). Ήμουν 6-7 χρονών κι εγώ δεν την άφηνα από κοντά. Την άκουγα γοη­τευ­μέ­νος παί­ζο­ντας πίσω της δεξιά κι αρι­στερά τη μακριά πλε­ξούδα. Ώσπου μια μέρα με πήρε χαμπάρι ο πατέρας μου που της είπε: «Εσύ από σήμερα δεν θα δου­λεύ­εις στα καπνά. Η δουλειά σου είναι να του τρα­γου­δάς. Παρ’ τονε». Και έτσι εκείνο το καλο­καίρι σε όλα γύρω τα δρο­μά­κια στο εξοχικό πέτρινο σπίτι μας μου τρα­γου­δούσε και με έπαιζε. Κι εγώ την άκουγα υπνω­τι­σμέ­νος. Ήταν ο δικός μου Μότσαρτ, αν ανα­λο­γι­σθεί κανείς ότι άκουσα για πρώτη φορά κλασική μουσική (και ραδιό­φωνο) στα 18 μου χρόνια ως πρω­το­ε­τής φοι­τη­τής. Αυτόν τον μουσικό κόσμο το ’φερε η συγκυ­ρία να κατα­γράψω πριν να σβηστεί και να χαθεί ορι­στικά.

Το τρίτο είναι περι­στα­τικό που συνέ­βηκε κατά την ηχο­γρά­φηση. Ήμασταν στην Κέφαλο, το πιο απο­μα­κρυ­σμένο και απο­μο­νω­μένο δυτικό χωριό της Κω, Ιούνιος μήνας. Ο Κεφα­λια­νός οδηγός μου με είχε πάει σε μια κάπως ηλι­κιω­μένη γυναίκα που, όπως ο ίδιος υπο­στή­ριζε, ήξερε πολλά. Έξω σε μια αυλή, με το μαγνη­τό­φωνο στο χέρι, κάτι αξιο­πε­ρί­εργο για τότε, με πολλά παιδιά τριγύρω καθι­σμένα δίπλα μου στην «κου­μούλα» (χαμηλό τοιχίο στον περί­γυρο της αυλής), και απέ­να­ντι η γυναίκα καθι­σμένη πλάι στην πόρτα στο πέτρινο πεζούλι του σπιτιού. Και η οποία αρνιό­ταν πει­σμα­τικά να πει ο,τιδή­ποτε, επα­να­λαμ­βά­νο­ντας συνέ­χεια τη φράση «Ένε ξέρω, το παιϊ μου» (δεν ξέρω, το παιδί μου)!  Ώσπου κάποια στιγμή ο συνοδός μου είχε την έμπνευση να της πει: «Ξέρεις ποιος είναι φτουάς;» (ξέρεις ποιος είναι αυτός εδώ; εγώ δηλαδή). «Ε, πού να ξέρω» – «Ε, εν’ ειν’ μαθές ο γιος του Κώτσου του Μαλο­λάκη;» Και ξαφνικά σηκώ­νε­ται, έρχεται κοντά μου και σχεδόν δακρυ­σμένη με ακουμπά στους ώμους και μου λέει: «Το Μαλο­λάκι είσαι το παιϊ μου;» – «Το Μανο­λάκι» – «Ε, έλα να σου πω αυτά που σού λεα μικρός» (αυτά που σου έλεγα όταν ήσουν μικρός). Την είχαμε στο σπίτι που συχνά μου τρα­γου­δούσε και με χόρευε. Φέρνω στο νου μου, ακόμη και τώρα, μνήμες έξω στην αυλή κάτω από ένα αση­μέ­νιο ολό­γιομο φεγγάρι να μου τρα­γουδά και να με χορεύει στα 3-4 χρόνια μου. Μνήμες ζωντα­νές, ανε­ξί­τη­λες. Που το ‘φερε η συγκυ­ρία να κατα­γράψω, ως αντα­μοιβή εδώ της παι­δι­κής αξέ­χα­στης νταντάς μου.

Στι­χο­πλα­κιές

Άη μου Γιώργη (αφέντη μου)

Άη μου Γιώργη σύσσωμε και χρύ­σο­κα­βα­λάρη

αρμα­τω­μέ­νος με σπαθίν και μ’ αργυρόν κοντάρι.

Τη δόξαν και τη δύναμη θε να σου νεθε­βάλω

και το θεριόν που σκό­τω­σες το δράκον τον μεγάλο.

Οπού ’τανε στον τόπον μας ένα βαθύν πηγάδι

ανθρώ­πους το ταΐζανε κάθε πρωίν και βράδυ.

Μιαν ώραν ήθε’ μην του παν ανθρώ­πον να μασήσει

στάλα νερόν δεν άφηνε τη χώρα να δρο­σί­σει.

Ερί­χτανε ντα μπου­λε­τιά κι οτίνος ήθε’ πέσει

να στείλει το παι­δά­κιν του του λιο­ντα­ριού πεκσέσι.

Κι εξέ­πε­σεν το μπου­λετί σε μιάν βασι­λο­πούλα

οπού την είχε ο βασι­λιάς μίαν και ακρι­βούλα.

Κι ο βασι­λιάς σαν τό ’κουσεν αυτόν τον λόγον είπε·

– «Όλον το βίος πάρτε το και το παιδί μου αφήτε.»

Λαγού φωνή μαζεύ­τη­κεν και πα στο βασιλέα·

– «Δεν φήνεις το παιδάκι σου με παίρ­νο­μεν εσένα.»

– «Στο­λί­στε το παιδάκι μου ατίμητα πετρά­δια

ατίμητα κι ολό­χρυσα κι όλον μαρ­γα­ρι­τά­ρια.

Στο­λί­στε το παιδάκι μου και κάμετέ το νύφη

κι αμέτε το του λιο­ντα­ριού πεκσέσι να δει­πνή­σει.»

Για †όρκον† της την πήρενε και πήγαν τη στη βρύση

πού τό ξερε ο βαριό­μοι­ρος πώς ηθε’ να γυρίσει.

Άης-Γιώργης το ήκουσεν και πά να τη γλι­τώ­σει

από τους πόνους τους πολλούς να τηνε λευ­τε­ρώ­σει.

Πο μακριά τηνε θωρεί και κάθεται και κλαίει

κι όταν εσί­μω­σεν κοντά γυρίζει και του λέει·

– «Φύε ξενάκι μ’ απεδώ να μη σε φάει κι εσένα

αυτόν το άγριο θεριόν οπού θα φάει εμένα.»

– «Μιαν ώρα θε να κοιμηθώ στα γόνατά σου πάνω

κι εγώ σκοτώνω το θεριόν και απεδώ σε βγάνω.»

– «Αυτές είναι παρη­γο­ριές να με παρη­γο­ρή­σεις

κι όταν θα βγαίνει το θεριό θα φύγεις να μ’ αφήσεις.»

Και σαν ηβγαίνε ντο θεριό όλα τα όρη τρέμα

η κόρη με το φόβον της αυτόν τον λόγον είπε·

– «Ώχου είμαι βαριό­μοιρο τί βαριο­μοίρα μπού ’μου

σήκου σκοτώσε το θεριόν πού ’λες πως δέ φοβού­μου.»

Σηκώ­νε­ται ανα­το­λικά και κάνει το σταυρόν του

μιαν κοντα­ριάν του πέταξε γκαι κόβγει το λαιμόν του.

Βγάζει το μαχαι­ρά­κιν του την κεφαλήν του κόβγει

κι η κόρη με το φόβον της φωνάξ’ Άη μου Γιώργη.

Άης-Γιώργης την ήκουσεν πολλά του βαρο­φάνη·

– «Κόρη, πού τό ’βρες τ’ όνομα και πού το νεθε­βάλ­λεις;»

– «Την ώραν που κοι­μού­σουνε ηρτέ ’να πελι­στέρι

και βάσταν Τίμιο Σταυρό στο δεξιόν του χέρι.

Στη ν-άκρια ν-ήγραφε Σταυρό στη μέσην Άη-Γιώργη

κι οπού πιστεύ­γει όνομα ποτές δε μετα­νιώ­νει.

Γω θέλω στρα­τιώτη μου να μάθω τ’ όνομά σου

να κάμει ο πατέρας μου δώρα στην αφεντιά σου.»

– «Γιώργη με λένε γκόρη μου από την Παρου­σία

κι αν θέλει ο πατέρας σου ας κτίσει εκκλη­σία.

Στη μέση ντου μονα­στη­ριού να κάμει καβα­λάρη

αρμα­τω­μέ­νον με σπαθίν και μ’ αργυρόν κοντάρι.»

Χρουσήν κορ­δέ­λαν έβγαλε και τα μαλλιά της μπλέκει

πο το χεράκιν την αρπά στον κύρην της την τρέχει.

Χαρές μεγάλες έγινα σ’ όλη την οικου­μένη

κι ευτύς η κόρη άνοιξε †ταχνό­νια† εις την πόλη.

Μπρό­βα­λεν κι η βασί­λισσα με τα κλειδιά στο χέρι.

Νεθε­βάλω (στ. 3) ~ θέλω να σου αναφέρω, να διηγηθώ

(ανα­θι­βάλλω) – μπου­λε­τιά (στ. 9) ~ κλήρους – πεκσέσι (στ. 10)

~ πεσκέσι, δώρο – λαγού ~ λαού (με επέν­θετο «γ») – πού ’λες

(στ. 36) ~ έλες, έλεες, που έλεγες – ευτύς (στ. 56) ~

ευθύς, αμέσως.

Έναν τουρκίν τουρ­κό­πουλο

Έναν Τουρκίν τουρ­κό­πουλο του βασιλιά κοπέλι​

μια Ρωμιο­πούλα γάπησε και κείνη δεν το θέλει. ​

Βάζει τα όρη πίσω της και τα βουνά εμπρός της​

κι η μοίρα της την ήβγαλε στ’ Αη –Γιωρ­γιού την πόρτα.

-«Αη μου Γιώργη κρύψε με πο των Τουρκών τα χέρια​

να φέρνω οκκάδες το κερί κι οκκάδες το λιβάνι​

κι από το βου­βα­λό­πε­τσο να κουβαλώ το λάδι».​

Να και ξωπίσω το Τουρκί στ’ Αη-Γιωργιού την πόρτα​

-«Αη μου Γιώργη αφέντη μου και χρυ­σο­κα­βαλ­λάρη​

την κόρη οπού μού γκρυψες θελ’ α τη φανε­ρώ­σεις​

να φέρνω οκκάδες το κερί κι οκκάδες το λιβάνι​

κι από την καρα­βό­βαρκα να κουβαλώ το λάδι». ​

Το μάρ­μα­ρον εράισεν και όξω τηνε βγάλλει. ​

Πο τα μαλ­λά­κια τηνε ρπα στο δρόμο την πετάσ­σει.​

-‘Φησ’ με Τουρκό πο τα μαλλιά και πιάσ’ με με το χέρι​

να μη φωνάξω τρεις φωνές και κατε­βούν αγγέλοι». ​

-«Σώπα Ελένη Ελενιώ και γω Τούρκος δεν είμαι​

τ’ Αη-Γιαννιού βαφτί­στηκα και Γιάννη θα με λένε».

(Από τις «Στι­χο­πλα­κιές», CD 6. Το τρα­γου­δάει η Στερ­γούλα Χαζηγιακουμή-Ρόκκου, 1900-1985, τα Χρι­στού­γεννα του 1966. Ανα­φέ­ρε­ται στην ιστορία ενός «τουρ­κό­που­λου», το οποίο στο τέλος παρου­σιά­ζε­ται ως βαπτι­σμέ­νος χρι­στια­νός. Πρό­κει­ται για εμβλη­μα­τική ηχο­γρά­φηση, με αντί­κτυπο πέρα από τα όρια της συγκε­κρι­μέ­νης έκδοσης).

INFO

«Μου­σι­κός Θησαυ­ρός της Κω-Αρχειακές Ηχο­γρα­φή­σεις (1964-1968)», Μανόλης Κ. Χατζη­για­κου­μής

[12 CD + Βιβλίο], Κέντρον Ερευνών & Εκδό­σεων.

Ξεχω­ρι­στά δια­τί­θε­ται κασε­τίνα 2 CD με Εκλογή από τα πιο χαρα­κτη­ρι­στικά δείγ­ματα που περιέ­χο­νται στα 12 CD της κύριας έκδοσης. Για περισ­σό­τερα στο www.e-kere.gr

 

Πηγή athensvoice.gr

Αγγε­λική Μπιρ­μπίλη

Πώς σας φάνηκε το άρθρο;

Ένα πάτημα, χωρίς λογαριασμό. Μία ψήφος ανά συσκευή.

Σχολιασμός άρθρου

Προσθέστε ένα σχόλιο

Εμφανίζεται μετά από έγκριση · το e-mail δεν δημοσιεύεται0 / 2000

Τα σχόλια εκφράζουν τον σχολιαστή, όχι τη Δημοκρατική. Όροι σχολιασμού

Τα σχόλια εκφράζουν αποκλειστικά τον εκάστοτε σχολιαστή. Η Δημοκρατική δεν υιοθετεί αυτές τις απόψεις. Διατηρούμε το δικαίωμα να διαγράψουμε όποια σχόλια θεωρούμε προσβλητικά ή περιέχουν ύβρεις, χωρίς καμία προειδοποίηση. Χρήστες που δεν τηρούν τους όρους χρήσης αποκλείονται. Τα σχόλια δημοσιεύονται μετά από έγκριση· το e-mail δεν δημοσιεύεται.

Γίνετε ο πρώτος που θα σχολιάσει.