ΤΟΠΙΚΕΣ ΕΙΔΗΣΕΙΣ

Ο Αϊντίν, ο Διαμαντής, ο Ευάγγελος κι ο δρόμος που σε κάνει να ερωτεύεσαι

news room 5 λεπτά ανάγνωση
Ο Ευάγγελος2

Είναι γνωστή ως η οδός των ζωγρά­φων, επρό­κειτο μάλιστα να τοπο­θε­τη­θεί και σχετική μαρ­μά­ρινη πινα­κίδα, όμως το κομμάτι αυτό του δρόμου είναι κάτι παρα­πάνω από μια απλή δια­δρομή με έξι ζωγρά­φους στη σειρά, στη σκιά του κάστρου. Σ’ αυτά τα περίπου 100 μέτρα που συν­δέ­ουν την πύλη Ντ’ Αμπουάζ με την καμάρα για την οδό Ορφέως της Μεσαιω­νι­κής Πόλης, κάθε μέρα συμ­βαί­νει κάτι μαγικό. Μια σειρά ετε­ρό­κλη­των καλ­λι­τε­χνών συνα­ντιού­νται εκεί, με μου­σι­κές και έργα ξυπνούν τις αισθή­σεις των περα­στι­κών, τους κρατούν για λίγες στιγμές κοντά τους, τόσο όσο η μοίρα να επι­λέ­ξει δυο πρόσωπα κι ένας μικρός θεός ν’ ανα­λά­βει δράση. Δεν είναι λίγα τα ζευ­γά­ρια εκείνα που ακριβώς στο μικρό αυτό κομμάτι τσι­μέ­ντου και παλαιω­μέ­νης ασφάλ­του, στά­θη­καν για λίγο, ν’ ακού­σουν τους καλ­λι­τέ­χνες, να δεχθούν ένα πορ­τραίτο και εκεί, στις λίγες στιγμές, να ερω­τευ­τούν και στη συνέ­χεια να φτιά­ξουν οικο­γέ­νειες ολό­κλη­ρες. Μάλιστα, ένα απ’ αυτά τα ζευ­γά­ρια, αυστρια­κής κατα­γω­γής, θα έρθει στο νησί τον Αύγου­στο, για να τιμήσει τα 25 χρόνια γνω­ρι­μίας, γάμου, τριών παιδιών, με αφε­τη­ρία εκείνο το σημείο.

Είναι καλο­καίρι, το θερινό ηλιο­στά­σιο βρί­σκε­ται προ των πυλών και αυτό είναι ένα ρεπορ­τάζ για την οδό με τους καλ­λι­τέ­χνες και την επί­δραση που έχουν τα έργα τους στους περα­στι­κούς.

Ο Αϊντίν με το σάζι

Είναι παλι­κάρι 27 χρονών, Κούρδος και έφτασε στη Ρόδο πριν λίγα χρόνια, σχεδόν διωγ­μέ­νος από τη Σμύρνη εξαι­τίας της κατα­γω­γής του. Ήρθε και το μόνο που έφερε μαζί του ήταν ένα ηλε­κτρικό σάζι, εφτά­χορδο μουσικό όργανο που ‘χει για εξά­δελφο το μπου­ζούκι. Ο ήχος του γλυκός, όπως κι ο Αϊντίν που κατα­κα­λό­καιρο φορά μακριές μάλ­λι­νες, ροζ-κίτρινες κάλτσες.

«Η μουσική που παίζω είναι δική μου σύνθεση», περι­γρά­φει στη «δημο­κρα­τική» και οι νότες του κατα­κλύ­ζουν την ατμό­σφαιρα, οι περα­στι­κοί στα­μα­τούν, ρίχνουν λίγα νομί­σματα στη θήκη και συνε­χί­ζουν. Μιλά με σπαστά ελλη­νικά… όσα έμαθε στα τέσσερα χρόνια που ξέμεινε στη Ρόδο. Τα αγγλικά του λίγα και η διάθεσή του λαμπερή.

«Με τον ήλιο όλοι χαμο­γε­λούν, υπάρχει αγάπη στην ατμό­σφαιρα. Κάθομαι εδώ, με τη μουσική μου και παρα­κο­λουθώ στο απέ­να­ντι παγκάκι, κάθο­νται, γελούν, μερικές φορές κάποιοι κλαίνε, τα ζευ­γα­ρά­κια αγκα­λιά­ζο­νται. Κάτι έχει η ατμό­σφαιρα, ίσως το κάστρο, σίγουρα ο ήλιος ή τα βράδια το φεγγάρι και τα κίτρινα φώτα, κάτι τους επη­ρε­ά­ζει σ’ αυτό το δρόμο και όλοι αγα­πιού­νται».

Ο βιο­πο­ρι­σμός του έρχεται από το δρόμο. Το χειμώνα τον πέρασε παί­ζο­ντας σάζι έξω από το ΕΒΕΔ, με το όνειρο να μαζέψει λεφτά και να πάει στο Βερο­λίνο, να συνα­ντή­σει άλλους καλ­λι­τέ­χνες και νέα ρεύματα. Μέσα του τα κατά­φερε. Άλλωστε, έφυγε από την ανα­σφά­λεια και ήρθε στην ασφά­λεια του νησιού. Το λέει και ο ίδιος. «Εδώ νιώθω ασφαλής», και η ειρω­νεία είναι πως ο κολ­λη­τός του φίλος στη Ρόδο είναι ένας Τούρκος καλ­λι­τέ­χνης, πιθα­νό­τατα φλα­ου­τί­στας, καθώς όταν ήρθε κοντά μας κρε­μό­ταν ένα ταγάρι από τον ώμο του και από μέσα ξεχώ­ριζε ένα τέτοιου είδους πνευστό. Μπορεί και να κάνω λάθος. Το σίγουρο είναι πως Κούρδος και Τούρκος έκατσαν μαζί στο πωρο­λι­θέ­νιο πεζούλι της οδού των καλ­λι­τε­χνών και εγκάρ­δια γέλασαν.

Ο Δια­μα­ντής

από το Τεπε­λένι

Είναι ζωγρά­φος και λει­τουρ­γεί την τέχνη του βυθι­σμέ­νος στη σιωπή. Στη συνά­ντησή μας έφτια­χνε τον πίνακα μιας οικο­γέ­νειας. Πατέρας, μάνα και τρία παιδιά. Είναι από τους παλιούς στο δρόμο των ζωγρά­φων και εξηγεί στη «δημο­κρα­τική» εκείνα που βλέπει:

«Λείπουν τρία από τα παγκά­κια στο δρόμο μας, κάποιοι μεθυ­σμέ­νοι τα πέταξαν από το τείχος κάτω. Ίσως επειδή τα παγκά­κια βρι­σκό­ντου­σαν το ένα απέ­να­ντι από το άλλο και οι κοπέλες όταν κάθο­νται νιώθουν άβολα με εκεί­νους που κάθο­νται στην άλλη πλευρά. Επίσης λείπουν τρία πλα­τά­νια και μένουν τα παρ­τέ­ρια άδεια. Εμείς να τα φυτέ­ψουμε, αλλά κάποιος πρέπει να μας δώσει νερό να τα ποτί­ζουμε, χωρίς νερό δε θα αντέ­ξουν».

Μιλά και ζωγρα­φί­ζει. Είναι αφο­σιω­μέ­νος στο έργο του, αλλά και στην ανάγκη να πει ότι ο δρόμος αυτός είναι πια καιρός να απο­κτή­σει την αξία που του πρέπει. «Χρειά­ζε­ται μια πινα­κίδα. Οδός ζωγρά­φων. Είναι κόσμος που έρχεται στη Ρόδο μόνο για να περ­πα­τή­σει αυτή τη μικρή δια­δρομή» λέει και δεν έχει άδικο. Η οδός των ζωγρά­φων ή οδός των καλ­λι­τε­χνών της μεσαιω­νι­κής πόλης είναι τοπό­σημο γεμάτο ανα­μνή­σεις. Το κου­βε­ντιά­ζουμε και στην αναφορά των ανα­μνή­σεων ο Δια­μα­ντής θυμάται τον παππού του να μιλά για το έπος του ’40. «Εγώ ήμουν παιδί, ζωγρά­φιζα και ο παππούς μιλούσε για τον πόλεμο. Είναι κομμάτι της ιστο­ρίας μας και είναι μια ιστορία που μας ενώνει», είπε και επέ­στρεψε στη σιωπή του. Ό,τι μας ενώνει, πολλές φορές μας πλη­γώ­νει και καλό είναι εκείνες τις στιγμές τα λόγια να κρύ­βο­νται γιατί οι λέξεις έχουν αιχμές και εύκολα χαρά­ζουν νέες πληγές.

Ο ναυ­τι­κός Ευάγ­γε­λος

με το μπου­ζούκι

«Πρώτη φορά έπιασα Ρόδο πριν σαράντα χρόνια. Η δουλειά μου ήταν στη μηχανή και θα δέναμε μόνο για λίγες ώρες, όσο να ξεφορ­τώ­σει το καράβι καύσιμα στις δεξα­με­νές εκεί κοντά στο Κορα­κό­νερο. Ρίχνω, που λες, πετονιά και σχεδόν χωρίς δόλωμα έπιασα κάτι ψαρού­κλες, νααα!, με το συμπά­θιο. Γυρνώ και λέω στο φίλο μου, Νικόλα ‘ετούτος εδώ ο τόπος είναι ευλο­γη­μέ­νος. Να τα φέρει η ζωή στη σύνταξη να ξεμπαρ­κά­ρουμε εδώ’. Πέρασαν τα χρόνια, γύρισε, γύρισε και εγώ ήρθα εδώ κι ο φίλος μου ο μαρκόνι (ασυρ­μα­τι­στής) ξεμπάρ­καρε στην Κρήτη, εκεί γνώρισε μια για­πω­νέζα και μετα­κό­μισε στη Γιο­κο­χάμα».

Ο Ευάγ­γε­λος κάθεται στο παγκάκι στην αρχή του δρόμου των καλ­λι­τε­χνών. Δεν θέλει να του φωτο­γρα­φίσω το πρόσωπο. Συμ­φω­νούμε σε μια φωτο­γρα­φία πλάτη ή τα χέρια του όσο παίζει μπου­ζούκι κι εκείνος αρχίζει τις «αρα­πί­νες» του Τσι­τσάνη. Στη θήκη μπροστά του υπάρ­χουν λίγα νομί­σματα, πολλά από αυτά κοκ­κι­νά­κια, μιλά στη «δημο­κρα­τική» για την αγάπη του.

«Είμαι σαλο­νι­κιός και ο πατέρας μου κάθε φορά που με έβλεπε σε κάποια παρέα με μπου­ζούκι, φώναζε, δεν το ήθελε. Όσο φώναζε εκείνος, άλλο τόσο εγώ το έψαχνα. Έτσι πάει. Μπάρ­καρα στα καράβια, δουλειά στις μηχανές, μέχρι που δεν πήγαινε άλλο και βγήκα στη σύνταξη. Έπαιρνα λεφτά, ζούσα όχι με χαβιά­ρια, αλλά καλά, μέχρι που εκείνος ο κλέφτης μας έκοψε τις συντά­ξεις και έφτασα στο ένα τρίτο εκείνων που έπαιρνα. Πώς να τα βγάλεις πέρα; Δε γίνεται. Παίζω με το μπου­ζούκι μου εδώ, συμπλή­ρωμα, δε γίνεται αλλιώς, ξέρεις…».

Ο Ευάγ­γε­λος είναι 78 χρονών, η δουλειά στις μηχανές των καρα­βιών του άφησε παρα­κα­τα­θήκη στην ακοή. Παίζει, ίσως χωρίς να ακούει. Όμως παίζει και με τη μουσική του δυνα­μώ­νει την ενέρ­γεια στην ατμό­σφαιρα. Όταν ακού­γε­ται η μελωδία του Ευάγ­γε­λου, ο Αϊντίν από απέ­να­ντι σταματά να παίζει το ηλε­κτρικό σάζι, δεν θέλει να τον επι­σκιά­σει… τον σέβεται, άλλωστε μιλούν την ίδια γλώσσα· όλοι στο δρόμο των καλ­λι­τε­χνών, είτε είναι ζωγρά­φοι, είτε μου­σι­κοί, είτε απλώς περα­στι­κοί, όλοι μιλούν την ίδια γλώσσα.

Πώς σας φάνηκε το άρθρο;

Ένα πάτημα, χωρίς λογαριασμό. Μία ψήφος ανά συσκευή.

Σχολιασμός άρθρου

Προσθέστε ένα σχόλιο

Εμφανίζεται μετά από έγκριση · το e-mail δεν δημοσιεύεται0 / 2000

Τα σχόλια εκφράζουν τον σχολιαστή, όχι τη Δημοκρατική. Όροι σχολιασμού

Τα σχόλια εκφράζουν αποκλειστικά τον εκάστοτε σχολιαστή. Η Δημοκρατική δεν υιοθετεί αυτές τις απόψεις. Διατηρούμε το δικαίωμα να διαγράψουμε όποια σχόλια θεωρούμε προσβλητικά ή περιέχουν ύβρεις, χωρίς καμία προειδοποίηση. Χρήστες που δεν τηρούν τους όρους χρήσης αποκλείονται. Τα σχόλια δημοσιεύονται μετά από έγκριση· το e-mail δεν δημοσιεύεται.

Γίνετε ο πρώτος που θα σχολιάσει.