ΕΙΔΗΣΕΙΣ

Γιατί πληρώνουμε ακριβότερα τη διεθνή ακρίβεια – Κρας τεστ τιμών σε επτά χώρες της Ε.Ε.

news room 9 λεπτά ανάγνωση
Σούπερ Μάρκετ

Εάν θέλεις να πιεις φθηνό φρέσκο γάλα καλύ­τερα να ταξι­δέ­ψεις μέχρι την Ιβηρική Χερ­σό­νησο. Αλλά ακόμη και μέχρι τη Γαλλία να φτάσεις, θα το πλη­ρώ­σεις λιγό­τερο από ό,τι στην Ελλάδα. Αλλωστε στο Παρίσι μπορείς να αγο­ρά­σεις το ίδιο πακέτο μακα­ρό­νια 31 λεπτά φθη­νό­τερα από ό,τι στο σούπερ μάρκετ της γει­το­νιάς σου.

Μπορεί τα ενοίκια να είναι απλη­σί­α­στα στην Πόλη του Φωτός, όμως τον στιγ­μιαίο καφέ θα τον αγο­ρά­σεις από το σούπερ μάρκετ κατά 50% φθη­νό­τερα από ό,τι στο ελλη­νικό σούπερ μάρκετ. Για οδο­ντό­κρεμα, πάνες –είδος για το οποίο οι ελλη­νι­κές οικο­γέ­νειες ξοδεύ­ουν μια περιου­σία–, αλλά και απορ­ρυ­πα­ντικά καλύ­τερα είναι να πας κατά Βερο­λίνο μεριά. Διότι εκεί θα αγο­ρά­σεις το ίδιο ακριβώς προϊόν, του ίδιου πολυ­ε­θνι­κού ομίλου και μάλιστα χωρίς να ανα­ζη­τάς ποιο σούπερ μάρκετ έχει προ­σφορά, καθώς η χαμηλή τιμή είναι η αρχική τιμή, χωρίς δηλαδή να εμπε­ριέ­χει προ­ω­θη­τική ενέρ­γεια.

Με άλλα λόγια, ο πλη­θω­ρι­σμός που «χτυπάει» εμάς και την παγκό­σμια κοι­νό­τητα είναι μεν εισα­γό­με­νος σε σημα­ντικό βαθμό, λόγω κυρίως της εξάρ­τη­σης της ελλη­νι­κής οικο­νο­μίας από τις εισα­γω­γές ενερ­γεια­κών προ­ϊ­ό­ντων –είτε πρό­κει­ται για πετρέ­λαιο είτε για φυσικό αέριο–, πρώτων και δεύ­τε­ρων υλών, από χάλυβα και πλα­στικά έως καλα­μπόκι για ζωο­τρο­φές και μαλακό σιτάρι για αλεύρι, όμως δεν είναι η μονα­δική αιτία που οι τιμές στην Ελλάδα σε βασικά αγαθά είναι τόσο σε απόλυτα μεγέθη υψηλές όσο και σε σχέση με την αγο­ρα­στική δύναμη των κατα­να­λω­τών.

Στη Γαλλία, όλα τα τρόφιμα εκτός από σοκο­λά­τες, μαρ­γα­ρί­νες και… χαβιάρι επι­βα­ρύ­νο­νται με ΦΠΑ 5,5%.

Ενα πλέγμα παρα­γό­ντων –που μπορεί να ξεκι­νάει από το γεγονός ότι το τρι­φύλλι στην Ελλάδα κοστί­ζει περισ­σό­τερο γιατί πρέπει να κάψεις πετρέ­λαιο ή ρεύμα για να αντλή­σεις νερό και να το ποτί­σεις και να φτάνει μέχρι την κυριαρ­χία των προ­σφο­ρών στη λει­τουρ­γία των σούπερ μάρκετ, λει­τουρ­γία που κρατάει σε υψηλά επίπεδα τις ονο­μα­στι­κές τιμές και στην ουσία δημιουρ­γεί συν­θή­κες αθέ­μι­του αντα­γω­νι­σμού– βρί­σκο­νται πίσω από την… ενδη­μική ακρί­βεια. Στα παρα­πάνω, βεβαίως, θα πρέπει να προ­στε­θούν και οι υψηλοί έμμεσοι φόροι, τόσο ο ΦΠΑ όσο και ο ΕΦΚ, φόροι που αυξή­θη­καν ή ακόμη και εμφα­νί­στη­καν για πρώτη φορά, όπως στην περί­πτωση του ΕΦΚ στον καφέ, την περίοδο των μνη­μο­νίων χάριν δημο­σιο­νο­μι­κής προ­σαρ­μο­γής –ή σε απλά ελλη­νικά για να αυξη­θούν τα κρατικά έσοδα– και επι­βε­βαί­ω­σαν τη γνωστή ρήση «ουδέν μονι­μό­τε­ρον του προ­σω­ρι­νού». Στην Ισπανία, για παρά­δειγμα, βασικά είδη δια­τρο­φής, όπως το γάλα, το ψωμί, τα αυγά, το τυρί επι­βα­ρύ­νο­νται με ΦΠΑ 4%, όμως στην Ελλάδα με 13%. Στη Γερ­μα­νία ορι­σμένα τρόφιμα επι­βα­ρύ­νο­νται με ΦΠΑ 7%, ενώ ακόμη και στην Αυστρία ο ΦΠΑ στο γάλα και τα δημη­τριακά είναι 10%. Στη δε Γαλλία, όλα τα τρόφιμα με εξαί­ρεση τις σοκο­λά­τες, τις μαρ­γα­ρί­νες – φυτικά λίπη και το…χαβιάρι επι­βα­ρύ­νο­νται με ΦΠΑ μόλις 5,5%.

Στην Ελλάδα οποια­δή­ποτε συζή­τηση για μείωση του ΦΠΑ, του­λά­χι­στον σε βασικά είδη δια­τρο­φής, στα­μα­τάει πριν καν αρχίσει, παρά τις επα­νει­λημ­μέ­νες οχλή­σεις προς την κυβέρ­νηση από προ­μη­θευ­τές και λια­νε­μπό­ρους, με την κυβέρ­νηση μεν να ισχυ­ρί­ζε­ται ότι δεν το πράττει διότι φοβάται ότι δεν θα περά­σουν οι μειώ­σεις στις τελικές τιμές, την ίδια ώρα δε να κάθεται στο ίδιο τραπέζι με τους εκπρο­σώ­πους της βιο­μη­χα­νίας και του λια­νε­μπο­ρίου επι­στρα­τεύ­ο­ντας την παρω­χη­μένη και, όπως απο­δεί­χθηκε στο παρελ­θόν, ανα­πο­τε­λε­σμα­τική πρα­κτική της «συμ­φω­νίας κυρίων».

Ανω του ευρω­παϊ­κού μέσου όρου οι αυξή­σεις στις τιμές τρο­φί­μων

Το 2020, εν μέσω παν­δη­μίας δηλαδή, αλλά προ της εμφά­νι­σης των πλη­θω­ρι­στι­κών πιέσεων, οι τιμές των τρο­φί­μων στην Ελλάδα δια­μορ­φώ­θη­καν, σύμφωνα με τα στοι­χεία της Eurostat, σε επίπεδα πάνω από τον μέσο όρο της Ευρω­παϊ­κής Ενωσης και συγκε­κρι­μένα κατά 5,4%. Το 2020 το κατά κεφαλήν ΑΕΠ στην Ελλάδα ήταν στο 74% του μέσου ευρω­παϊ­κού όρου, ενώ το 2021, σύμφωνα με τα προ­κα­ταρ­κτικά στοι­χεία της Eurostat, αυτό υπο­χώ­ρησε περαι­τέρω –λόγω παν­δη­μίας– στο 65% του ευρω­παϊ­κού μέσου όρου.

Τον Μάιο, εξάλλου, η Ελλάδα κατέ­γραψε τον πέμπτο υψη­λό­τερο πλη­θω­ρι­σμό στην Ευρω­ζώνη, με βάση τις εκτι­μή­σεις της Eurostat για τον εναρ­μο­νι­σμένο δείκτη τιμών κατα­να­λωτή, κάτι που οφεί­λε­ται όχι μόνο στον πολύ υψηλό ενερ­γειακό πλη­θω­ρι­σμό, αλλά και στις πολύ μεγάλες ανα­τι­μή­σεις στα τρόφιμα. Υπεν­θυ­μί­ζε­ται ότι ήδη, σύμφωνα με τα στοι­χεία της ΕΛΣΤΑΤ, οι τιμές των τρο­φί­μων – μη αλκο­ο­λού­χων ποτών αυξή­θη­καν τον Απρίλιο στην Ελλάδα σε ετήσια βάση κατά 10,9%.

Από τα στοι­χεία της Eurostat προ­κύ­πτει ότι η Ελλάδα έχει τον έκτο υψη­λό­τερο πλη­θω­ρι­σμό τρο­φί­μων τον Απρίλιο (11,3%) μεταξύ των χωρών της Ευρω­ζώ­νης και υψη­λό­τερα από τον μέσο όρο στην Ευρω­ζώνη (7,7%). Σε ορι­σμένα μάλιστα πολύ βασικά προ­ϊ­ό­ντα οι αυξή­σεις είναι όχι μόνο πάνω από τον μέσο όρο της Ευρω­ζώ­νης, αλλά και μεταξύ των υψη­λό­τε­ρων που κατα­γρά­φη­καν. Ενδει­κτικά, στο ψωμί αύξηση 13,1% (8,6% στην Ευρω­ζώνη), στο κρέας 14,3%, που απο­τε­λεί την υψη­λό­τερη αύξηση στην Ευρω­ζώνη και σχεδόν σε διπλά­σια επίπεδα από τον μέσο όρο σε αυτήν (7,8%), στα γαλα­κτο­κο­μικά – τυριά και αυγά 11,8% (7,3% στην Ευρω­ζώνη), στα λαχα­νικά 13,8% (9,3% στην Ευρω­ζώνη), στις βρε­φι­κές τροφές 9,3% (4,2% στην Ευρω­ζώνη), στα φρούτα 7,9% (5,4% στην Ευρω­ζώνη).

«Μια από τις αιτίες για το εάν έχουμε μεγάλες ανα­τι­μή­σεις ή όχι είναι το πού παρά­γο­νται οι βασικές πρώτες ύλες και φυσικά τα τελικά προ­ϊ­ό­ντα. Για παρά­δειγμα, οι αυξή­σεις στην τιμή του σκληρού σιτα­ριού, προϊόν με σημα­ντική εγχώρια παρα­γωγή, ήταν χαμη­λό­τε­ρες από τον μέσο όρο της Ε.Ε. (76,1% στην Ελλάδα έναντι 82,1% στην Ε.Ε. τον Απρίλιο του 2022 σε σύγκριση με ένα χρόνο πριν), όμως στο καλα­μπόκι το οποίο εισάγει σε μεγάλες ποσό­τη­τες η Ελλάδα για ζωο­τρο­φές, η αύξηση των τιμών ήταν η υψη­λό­τερη που κατα­γρά­φηκε στην Ε.Ε. (95,5% στην Ελλάδα έναντι 57,9% στην Ε.Ε.). Η ελλη­νική κτη­νο­τρο­φία στη­ρί­ζε­ται σε πολύ μεγάλο βαθμό στην ξηρά τροφή για τις ζωο­τρο­φές σε σύγκριση με ό,τι συμ­βαί­νει στις άλλες χώρες. Ακόμη δε και για τα χωράφια με τρι­φύλλι, στην Ελλάδα χρειά­ζε­ται να κατα­να­λώ­σεις ενέρ­γεια για να τα ποτί­σεις, κάτι που στην Κεντρική και Βόρεια Ευρώπη δεν είναι ανα­γκαίο λόγω των και­ρι­κών συν­θη­κών», επι­ση­μαί­νει στην «Κ» ο Στέ­φα­νος Κομνη­νός, συνι­δρυ­τής της εται­ρείας συμ­βού­λων Netrino, ανα­λυ­τής της αγοράς και πρώην γενικός γραμ­μα­τέας Εμπο­ρίου.

Πέρα όμως από το δομικό πρό­βλημα, υπάρ­χουν και άλλοι λόγοι. Μόλις στις αρχές της εβδο­μά­δας ο επι­κε­φα­λής της γαλα­κτο­βιο­μη­χα­νίας Κρι Κρι επα­νέ­λαβε τις καταγ­γε­λίες του για τεχνη­τές ελλεί­ψεις και κερ­δο­σκο­πικά παι­χνί­δια σε ό,τι αφορά τις πρώτες ύλες, καταγ­γε­λίες που είχαν γίνει από το «συγ­γε­νικό» Ινστι­τούτο Ελλη­νι­κού Γάλα­κτος τον Απρίλιο. Ετσι η τιμή παρα­γω­γού για το αγε­λα­δινό γάλα έφτασε από τα 0,38 ευρώ/λίτρο στα 0,50 ευρώ/λίτρο και φυσικά πέρασε και θα περάσει στην τιμή λια­νι­κής των γαλα­κτο­κο­μι­κών. Η τιμή του φρέσκου γάλα­κτος στην Ελλάδα αυξή­θηκε κατά 8,2% τον Απρίλιο, αύξηση που μπορεί να είναι ελαφρώς χαμη­λό­τερη από αυτή στην Ευρω­ζώνη (8,5%). Το πρό­βλημα, βεβαίως, είναι ότι παρά τα όσα έγιναν και πριν από μερικά χρόνια με την περί­φημη «εργα­λειο­θήκη αντα­γω­νι­σμού του ΟΟΣΑ», η οποία προ­κά­λεσε θύελλα αντι­δρά­σεων και τριγ­μούς στη συγκυ­βέρ­νηση Ν.Δ. – ΠΑΣΟΚ, το γάλα στην Ελλάδα παρα­μέ­νει ακριβό. Η μέση τιμή για 1 λίτρο φρέσκο γάλα είναι 1,24 ευρώ (σ.σ. η επι­κρα­τούσα τιμή αυτή τη στιγμή για τον μεγα­λύ­τερο «παίκτη» στην κατη­γο­ρία είναι 1,48 ευρώ στο σούπερ μάρκετ, με τη συσκευα­σία να φτάνει τα 2 ευρώ στα μικρά σημεία πώλησης), πολύ υψη­λό­τερη από τη μέση τιμή σε χώρες γενικά φθη­νό­τε­ρες, όπως η Ισπανία, αλλά και η Γαλλία και η Γερ­μα­νία.

Την ίδια ώρα, όμως, στην Ελλάδα κατα­γρά­φο­νται πολύ μεγάλες αυξή­σεις σε φρούτα και λαχα­νικά, προ­ϊ­ό­ντα τα οποία παρά­γο­νται εδώ. Πέρα από την επι­βά­ρυνση που υπάρχει σήμερα από τις πολύ μεγάλες αυξή­σεις στα λιπά­σματα και την ενέρ­γεια η οποία απαι­τεί­ται για τα θερ­μο­κή­πια, την άρδευση, αλλά και για τη μετα­φορά των προ­ϊ­ό­ντων, οι υψηλές τιμές απο­δί­δο­νται σε μια εγγενή αδυ­να­μία: ο κατα­κερ­μα­τι­σμός με την ύπαρξη πολλών μικρών παρα­γω­γών και πωλητών σημαί­νει μεγάλη επι­βά­ρυνση κόστους σε κάθε στάδιο της εφο­δια­στι­κής αλυ­σί­δας.

Το ίδιο προϊόν 2,5 φορές ακρι­βό­τερο από τη Γερ­μα­νία

Ακόμη και δυόμιση φορές πάνω μπορεί να πλη­ρώ­νει ένα νοι­κο­κυ­ριό στην Ελλάδα τις βρε­φι­κές πάνες, αλλά και αρκετά άλλα προ­ϊ­ό­ντα που παρά­γο­νται από τους πλέον γνω­στούς πολυ­ε­θνι­κούς ομίλους, από ό,τι ένα νοι­κο­κυ­ριό στη Γερ­μα­νία. Το παρά­δειγμα δεν είναι τυχαίο και δυστυ­χώς δεν είναι το μονα­δικό: ένα πακέτο βρε­φι­κές πάνες 23 τεμα­χίων κοστί­ζει στην Ελλάδα 8,98 ευρώ, ενώ στη Γερ­μα­νία μπορεί να το βρει κάποιος σε κατά­στημα πολύ μεγάλης αλυ­σί­δας σούπερ μάρκετ προς 3,80 ευρώ. Πρό­κει­ται δε για τιμές που δεν περιέ­χουν κάποια προ­σφορά. Στο ελλη­νικό σούπερ μάρκετ η τιμή με την τρέ­χουσα προ­σφορά κατε­βαί­νει μεν στα 6,78 ευρώ, αλλά και πάλι είναι υπερ­δι­πλά­σια της τιμής στη Γερ­μα­νία.

Το ζήτημα δεν είναι τωρινό, αλλά ούτε και συγκυ­ριακό. Ούτε είναι απο­τέ­λε­σμα των «κακών πολυ­ε­θνι­κών» που εκμε­ταλ­λεύ­ο­νται τους δυστυ­χείς Ελληνες. Συμ­βαί­νει εδώ και χρόνια και είναι απο­τέ­λε­σμα ενός συν­δυα­σμού παρα­γό­ντων που σχε­τί­ζο­νται τόσο με την παρα­γω­γική δομή της Ελλάδας και τη λει­τουρ­γία της εγχώ­ριας αγοράς. Κατ’ αρχάς, σε αρκετές από τις ευρω­παϊ­κές χώρες υπάρ­χουν εργο­στά­σια παρα­γω­γής των πολυ­ε­θνι­κών σε βασικά κατα­να­λω­τικά προ­ϊ­ό­ντα, πολύ περισ­σό­τερα από όσα υπάρ­χουν στην Ελλάδα. Δεύ­τε­ρον, το μέγεθος της ελλη­νι­κής αγοράς είναι εκ των πραγ­μά­των μικρό, κάτι που δεν ευνοεί την ύπαρξη πολύ χαμηλών περι­θω­ρίων κέρδους. Υπάρ­χουν, όμως, και δύο ακόμη σημα­ντι­κοί παρά­γο­ντες. «Στην Ελλάδα προ­μη­θευ­τές και λια­νέ­μπο­ροι συνε­χί­ζουν να δου­λεύ­ουν πάρα πολύ με τις προ­σφο­ρές, διότι εκπαί­δευ­σαν έτσι τους κατα­να­λω­τές και τώρα βρί­σκο­νται σε έναν φαύλο κύκλο. Κρατούν λοιπόν τις ονο­μα­στι­κές τιμές ψηλά για να είναι τον μισό χρόνο στο ράφι με μειω­μένη τιμή. Αυτό που γίνεται εδώ ωθεί τον αγο­ρα­στή να μη λαμ­βά­νει ορθο­λο­γι­κές απο­φά­σεις, ειδικά μάλιστα καθώς είναι ελά­χι­στοι εκείνοι που ελέγ­χουν στο ταμπε­λάκι και την τιμή ανά μονάδα προ­ϊ­ό­ντος», υπο­στη­ρί­ζει ο κ. Κομνη­νός.  Επι­πλέον σε χώρες όπως για παρά­δειγμα η Γερ­μα­νία και η Ισπανία, το οργα­νω­μένο λια­νε­μπό­ριο ελέγ­χε­ται σε πολύ μεγάλο βαθμό από τις εκπτω­τι­κές αλυ­σί­δες (discounters), με συνέ­πεια να συμπα­ρα­σύ­ρουν προς τα κάτω και τις τιμές των επω­νύ­μων.

«Μαύρη» πρωτιά στον ενερ­γειακό πλη­θω­ρι­σμό

Οι μεγάλες αυξή­σεις στις τιμές της ενέρ­γειας οφεί­λο­νται και σε εξω­γε­νείς παρά­γο­ντες, αλλά και σε ελλη­νι­κές ιδιαι­τε­ρό­τη­τες. Για αυτό ο ενερ­γεια­κός πλη­θω­ρι­σμός, δηλαδή η άνοδος των τιμών στην ενέρ­γεια τον Μάιο (σε σχέση με τον Μάιο του 2021) ήταν στην Ελλάδα 60,9% έναντι 39,2% κατά μέσο όρο στην Ευρω­ζώνη, σύμφωνα με τα στοι­χεία της Eurostat. Τον Απρίλιο ήταν 57,6% έναντι 37,5% στην Ευρω­ζώνη. Κι αυτές οι απο­κλί­σεις υπάρ­χουν μετά τις κρα­τι­κές επι­δο­τή­σεις προς τους κατα­να­λω­τές, οι οποίες είναι από τις πιο γεν­ναιό­δω­ρες μεταξύ των κρατών-μελών του ενιαίου νομί­σμα­τος.

Τέσ­σε­ρις είναι οι βασικοί λόγοι που οι τιμές της ηλε­κτρι­κής ενέρ­γειας αυξά­νο­νται περισ­σό­τερο σε σχέση με την Ευρω­ζώνη:

Η υψη­λό­τερη συμ­με­τοχή του φυσικού αερίου στο μείγμα της ηλε­κτρο­πα­ρα­γω­γής, που φτάνει το 40%. Αλλες χώρες, όπως η Γερ­μα­νία και η Γαλλία, ενί­σχυ­σαν την παρα­γωγή ρεύ­μα­τος από άνθρακα (η πρώτη) και από πυρη­νικά (η δεύτερη).

Οι ΑΠΕ στην Ελλάδα πλη­ρώ­νο­νται με εγγυ­η­μέ­νες τιμές, με απο­τέ­λε­σμα να μην ορίζουν τιμή στο σύστημα, ακόμη και σε ημέρες που η παρα­γωγή τους κυριαρ­χεί στο ενερ­γειακό μείγμα.

Η έλλειψη δια­συν­δέ­σεων για φθη­νό­τε­ρες εισα­γω­γές, αν και όποτε υπάρ­χουν, και η στε­νό­τητα ισχύος, δηλαδή η οριακή κάλυψη της ζήτησης σε ρεύμα.

Η ανω­ρι­μό­τητα της ελλη­νι­κής αγοράς ηλε­κτρι­κής ενέρ­γειας. Η Ελλάδα είναι η μονα­δική αγορά στην Ευρώπη όπου η αύξηση της τιμής στη χον­δρε­μπο­ρική αγορά περνάει σε ποσοστό σχεδόν 100% στη λιανική, όταν σε άλλες χώρες αυτό περιο­ρί­ζε­ται στο 20%-50% διότι λει­τουρ­γούν τα μακρο­πρό­θε­σμα διμερή συμ­βό­λαια, που δεν υπό­κει­νται στις δια­κυ­μάν­σεις της χρη­μα­τι­στη­ρια­κής αγοράς.

Σε ό,τι αφορά τα καύσιμα, η υψηλή τιμή οφεί­λε­ται στους φόρους. Σύμφωνα με τα τελευ­ταία δια­θέ­σιμα στοι­χεία της Ευρω­παϊ­κής Επι­τρο­πής, στις 30 Μαΐου, η Ελλάδα είχε την τρίτη υψη­λό­τερη τελική μέση τιμή αμό­λυ­βδης στην Ευρώπη (2,277 ευρώ/λίτρο), μετά τη Φιν­λαν­δία και τη Δανία. Ωστόσο, η προ φόρων τιμή ήταν η 12η υψη­λό­τερη.

Πηγή kathimerini.gr

Πώς σας φάνηκε το άρθρο;

Ένα πάτημα, χωρίς λογαριασμό. Μία ψήφος ανά συσκευή.

Σχολιασμός άρθρου

Προσθέστε ένα σχόλιο

Εμφανίζεται μετά από έγκριση · το e-mail δεν δημοσιεύεται0 / 2000

Τα σχόλια εκφράζουν τον σχολιαστή, όχι τη Δημοκρατική. Όροι σχολιασμού

Τα σχόλια εκφράζουν αποκλειστικά τον εκάστοτε σχολιαστή. Η Δημοκρατική δεν υιοθετεί αυτές τις απόψεις. Διατηρούμε το δικαίωμα να διαγράψουμε όποια σχόλια θεωρούμε προσβλητικά ή περιέχουν ύβρεις, χωρίς καμία προειδοποίηση. Χρήστες που δεν τηρούν τους όρους χρήσης αποκλείονται. Τα σχόλια δημοσιεύονται μετά από έγκριση· το e-mail δεν δημοσιεύεται.

Γίνετε ο πρώτος που θα σχολιάσει.