ΤΟΠΙΚΕΣ ΕΙΔΗΣΕΙΣ

Γιάννης Χατζηνικήτας: «Ο Προφήτης» του Διαγόρα που αρνήθηκε την πρόταση της Ρεάλ

Δημήτρης Στούμπης 10 λεπτά ανάγνωση
Γιαννης Χατζηνικήτας- Προφήτης- Ποδοσφαιρο

Ο Γιάννης Χατζη­νι­κή­τας ή κατά κόσμο «Προ­φή­της» μιλάει για τη σπου­δαία ποδο­σφαι­ρική του πορεία στα γήπεδα της Ρόδου, για την πρόταση της Ρεάλ Μαδρί­της και του Πανα­θη­ναϊ­κού αλλά και το λόγο που δεν πάει να δει τις ομάδες του νησιού!

Η αλήθεια είναι ότι αν τον φωνά­ξεις… κυρ Γιάννη δεν θα γυρίσει να σε ακούσει, αν όμως τον πεις «Πρόφητη», τότε είναι δεδο­μένο ότι ο Γιάννης Χατζη­νι­κή­τας θα αντα­πο­κρι­θεί και θα σου απα­ντή­σει! Μπορεί να μην γνω­ρί­ζει ακόμη και σήμερα πως προ­έ­κυψε το… «Προ­φή­της», αλλά το σίγουρο είναι ότι έχει γράψει τη δική του ξεχω­ρι­στή ιστορία. Παί­ζο­ντας αρχικά ως σέντερ-φορ, αλλά φτιά­χνο­ντας το όνομα του σαν τερ­μα­το­φύ­λα­κας του Διαγόρα, ο Γιάννης Χατζη­νι­κή­τας ή κατά κόσμο «Προ­φή­της» έκανε σπου­δαία πράγ­ματα, κι ας αρνή­θηκε την πρόταση της… Ρεάλ Μαδρί­της και το ενδια­φέ­ρον του Πανα­θη­ναϊ­κού! Δεν υπερ­βάλ­λουμε καθόλου αλλά αυτά θα τα εξη­γή­σουμε παρα­κάτω…

Ο Γιάννης Χατζη­νι­κή­τας γεν­νή­θηκε στη Σύμη το 1933 (είναι δηλαδή 89 ετών) και στη Ρόδο μετα­κό­μισε σε ηλικία έξι ετών, μένο­ντας αρχικά στο Νιοχώρι, ενώ το 1943 μετα­κό­μισε στον Άη Γιάννη, στον οποίο κατοι­κεί μέχρι σήμερα. Τα πρώτα του βήματα στο χώρο του ποδο­σφαί­ρου τα έκανε φυσικά στις αλάνες, που τότε ήταν αρκετές, ενώ τις περισ­σό­τε­ρες φορές τις μπάλες τις έπαιρνε η αστυ­νο­μία ή κάποιοι γονείς, αφού συνήθως τα παιδιά έπαιζαν όλη τη μέρα και σε ακα­τάλ­λη­λες ώρες. Το πρώτο του δελτίο ο «Προ­φή­της» το έβγαλε στον Ολυ­μπιακό του Αη Γιάννη το 1951, ξεκι­νώ­ντας ως σέντερ-φορ. Όταν όμως ο βασικός τερ­μα­το­φύ­λα­κας έφυγε φαντά­ρος, τον αντι­κα­τέ­στησε ο ίδιος και… αυτό ήταν. Η επιλογή αυτή ήταν δική του, δεν τον ανά­γκασε κανείς. Ο ίδιος μάλιστα θυμάται ότι το πρώτο του γκολ το έφαγε από τη σέντρα και έγινε… ρεζίλι. Από την πρώτη του ομάδα δεν έφυγε ποτέ, απλά ανα­γκά­στηκε να αλλάξει φανέλα, αφού έγινε συγ­χώ­νευση με τον Α.Ο. Νεο­χω­ρίου και προ­έ­κυψε ο Παρ­ρο­δια­κός.

Ο Γιάννης Χατζη­νι­κή­τας βέβαια έγινε γνωστός από το πέρασμα του από τον Διαγόρα, με τον οποίο έγραψε τη δική του ξεχω­ρι­στή πορεία. Ήταν μάλιστα τόσο τοπι­κι­στής, που αρνή­θηκε την πρόταση του Πανα­θη­ναϊ­κού αλλά και της Ρεάλ Μαδρί­της. Ο «Προ­φή­της» είναι παντρε­μέ­νος από το 1967 με την αγα­πη­μένη σύζυγο του, την Κατε­ρίνα με την οποία έχει απο­κτή­σει τέσσερα παιδιά (δύο γιους και δύο κόρες), ενώ στα­μά­τησε από την ενεργό δράση στις αρχές της δεκα­ε­τίας του 1970, έχοντας ήδη προ­λά­βει να απο­κτή­σει σπου­δαίο όνομα, το οποίο τον συνο­δεύει μέχρι και σήμερα. Ήταν άλλωστε ο «Προ­φή­της», μ’ αυτό μεγά­λωσε και ας μην ξέρει το… γιατί. Η «δσπορ» συνά­ντησε τον Γιάννη Χατζη­νι­κήτα στο σπίτι του και είχε πολλά να μας διη­γη­θεί σε μία απο­λαυ­στική συνέ­ντευξη στην οποία, ο ίδιος νοστάλ­γησε το παρελ­θόν, θυμή­θηκε όμορφες στιγμές και εξηγεί γιατί δεν πηγαί­νει πια στα γήπεδα…

-Το «Προ­φή­της» είναι το όνομα που σας συνο­δεύει μία ζωή. Αλήθεια πως προ­έ­κυψε;

«Όσα χρόνια κι αν περά­σουν, αν δεν πεις το όνομα… Προ­φή­της, δεν θα με βρεις. Ακόμη και τώρα αν με φωνά­ξεις Γιάννη δεν θα γυρίσω, στο Προ­φή­της… ακούω αμέσως. Πάντως δεν θυμάμαι ειλι­κρινά ποιος μου το είπε πρώτη φορά. Έψαξα πολλά χρόνια για να βγάλω άκρη, αλλά δεν τα κατά­φερα. Ακόμη και σήμερα οι φίλοι που έρχο­νται στο κρε­ο­πω­λείο, λένε πάμε στον «Προφήτη» να πάρουμε κρέας».

-Ο κόσμος πάντως σας αγαπάει ακόμη…

«Ναι είναι αλήθεια. Ο κόσμος με στη­ρί­ζει ακόμη και τώρα, έρχο­νται μου μιλάνε, με ρωτούν για το παλιό ποδό­σφαιρο, για το πώς ήταν εκείνα τα χρόνια στη Ρόδο. Πάντα ο κόσμος με στήριζε, δεν τον πρόδωσα ποτέ και αυτό το εκτιμά».

-Ο «Προ­φή­της» πάντως δεν πάει στο γήπεδο. Για ποιο λόγο;

«Να πάω να δω τι ακριβώς; Δεν υπάρ­χουν πια Ροδίτες ποδο­σφαι­ρι­στές. Να πάω στο γήπεδο και να δω τις ομάδες μας και από τους 11, οι 9-10 να είναι ξένοι. Δεν υπάρχει λόγος. Δεν πάω στο γήπεδο, γιατί δεν παίζουν τα δικά μας παιδιά. Στα δικά μου χρόνια τα γήπεδα γέμιζαν, έπαιζαν Ροδίτες ποδο­σφαι­ρι­στές, έρχο­νταν οι οικο­γέ­νειες τους, τα παιδιά τους. Όλο το σόι. Γι’ αυτό και ο κόσμος έχει γυρίσει την πλάτη στις ομάδες μας. Στον Διαγόρα μπορεί να πάω για 20 λεπτά και μετά φεύγω. Δεν μου κάνει αίσθηση πλέον, δεν είμαι ευχα­ρι­στη­μέ­νος».

-Τι θα προ­τεί­νατε εσείς στις ομάδες;

«Οι ομάδες μας να παίζουν στα τοπικά πρω­τα­θλή­ματα, μέχρι να βγάλουν δικούς τους παίκτες και μετά να ανέβουν. Όπως γινόταν παλιά, έτσι θα γεμί­σουν τα γήπεδα, όχι όπως τώρα».

-Γιατί πιστεύ­ετε ότι δεν έχουμε ομάδα στην Α’ Εθνική, τα τελευ­ταία 30 και πλέον χρόνια…;

«Ο ξένος που θα έρθει σ’ ένα δια­φο­ρε­τικό μέρος, θα παίξει για ένα χρόνο, θα φύγει και θα πάει σε άλλη ομάδα. Τα δικά μας παιδιά ήταν φιλό­τιμα, αγα­πού­σαν το ποδό­σφαιρο, το νησί και έπαιζαν για τη φανέλα. Ξέρω ότι οι εποχές έχουν αλλάξει, αλλά πρέπει να υπάρχει και συναί­σθημα για να πας μπροστά. Δεν είναι μόνο οι χρη­μα­τι­κές απο­λα­βές και ο στυγνός επαγ­γελ­μα­τι­σμός».

-Ήταν πιο καλά εκείνα τα χρόνια;

«Χίλιες φορές… Πάω στο καφε­νείο και τους λέω ότι δεν μου αρέσουν αυτά που γίνο­νται. Για ποιο λόγο να πάω στο γήπεδο; Για να δω ποιους παίκτες; Τότε έρχο­νταν οι προ­πο­νη­τές στα σπίτια μας για να δουν αν κοι­μό­μα­στε. Κάναμε σκληρές προ­πο­νή­σεις. Στον Διαγόρα φεύγαμε από τη λέσχη και πηγαί­ναμε για τρέξιμο μέχρι την Κρε­μα­στή και γυρί­ζαμε πίσω. Δεν έπινα, δεν κάπνιζα, έκανα υγιεινή ζωή. Τα χρόνια ήταν φτωχικά, αλλά ανθρώ­πινα και ρομα­ντικά. Μόνοι μας αγο­ρά­ζαμε τα παπού­τσια και τις φανέλες, μόνοι μας φρο­ντί­ζαμε τους εαυτούς μας».

-Αλήθεια τώρα, την πρόταση της Ρεάλ Μαδρί­της γιατί την αρνη­θή­κατε;

«Ήταν το 1961-62… Ενδια­φέρ­θη­καν για μένα, αλλά προ­σπά­θησα να πάω και δεν… πήγα. Ήρθε τότε ένα τηλε­γρά­φημα στον κ. Μαμα­λί­γκα, που ήταν πρό­ε­δρος του Παρ­ρο­δια­κού. Ήταν από τη Ρεάλ Μαδρί­της και με ζητού­σαν να πάω στην Ισπανία. Δεν ξέρω πως με είδαν και τι έμαθαν για μένα. Δεν πήγα πάντως, ήθελα να μείνω στη Ρόδο, ήμουν και είμαι τοπι­κι­στής».

-Ναι, αλλά υπήρξε και κρούση από τον Πανα­θη­ναϊκό…

«Ναι ισχύει… Είχε ενδια­φερ­θεί για την από­κτηση μου. Βρέθηκα στην Αθήνα και πήγα να βρω τον Ζούνη, ο οποίος έμενε σ’ ένα άθλιο δωμάτιο, κι ενώ αγω­νι­ζό­ταν στον Εθνικό. Ήταν τόσο άσχημο, μικρό και βρώμικο το δωμάτιο, που έπαιξε σημα­ντικό ρόλο στην απόφαση μου. Το γεγονός αυτό με επη­ρέ­ασε και επέ­στρεψα στη Ρόδο, στο σπίτι μου. Τελικά είμαι ευχα­ρι­στη­μέ­νος που δεν πήγα, με αγάπησε πιο πολύ ο κόσμος στη Ρόδο και δεν το μετά­νιωσα»

-Τελικά τι ομάδα είναι ο «Προ­φή­της»;

«Στον Διαγόρα έπαιξα τα καλά μου χρόνια και αγάπησα την ομάδα. Η μονα­δική ομάδα που μου άρεσε ήταν ο Απόλλων Αθηνών, δεν ξέρω το λόγο. Με ήθελε μάλιστα κάποια εποχή, αλλά παρέ­μεινα στον Διαγόρα».

-Ποιο ήταν το μυστικό μίας καλής ομάδας; Έπαιζε ρόλο η παρέα;

«Αυτό ήταν… Όταν τελεί­ωνε το παι­χνίδι, όλοι ήμασταν αγα­πη­μέ­νοι. Αντί­πα­λοι μέσα στο γήπεδο και μετά βγαί­ναμε όλοι μαζί. Πολλές εκδη­λώ­σεις, χορο­ε­σπε­ρί­δες με όλα τα σωμα­τεία, ωραίες, όμορφες στιγμές, που έμειναν χαραγ­μέ­νες στο μυαλό μου. Θα πρέπει να σου πω ότι ακόμη και σήμερα βρι­σκό­μα­στε με παλιούς συμπαί­κτες ή αντι­πά­λους, όπως ο Νεο­φύ­του, ο Ασπρά­κης, ο Χατζής και ο Ρίζος».

-Πείτε μου μία ιστορία που σας έχει μείνει αξέ­χα­στη;

«Είχαμε πάει στην Αθήνα για να παί­ξουμε με τη Σαφρά­μπολη… Πήγαμε λοιπόν σ’ ένα εστια­τό­ριο και την ώρα που έτρωγα έρχεται ο ιδιο­κτή­της και μου λέει ‘’είσαι ο Χατζη­νι­κή­τας, ο τερ­μα­το­φύ­λα­κας του Διαγόρα’’; Μου έκανε εντύ­πωση ότι με γνώριζε και είπε τα καλύ­τερα για μένα. Τότε λοιπόν μου είπε να κάνω προ­πό­νηση με τον Πανα­θη­ναϊκό. Πήγα, δεν μου έδωσαν ούτε φανέλα, ούτε τίποτα. Μου είπαν ότι δεν κάνω. Με τη σειρά μου, τους κάλεσα να δουν το παι­χνίδι Σαφράμπολη- Δια­γό­ρας. Ήμουν και αρχηγός της ομάδας. Έκανα εξαι­ρε­τική εμφά­νιση, από τις καλύ­τε­ρες μου και κερ­δί­σαμε 0-1. Σ’ εκείνο το ματς έφυγα με την αστυ­νο­μία 4.5 ώρες μετά το τέλος του αγώνα».

-Είχατε σοβα­ρούς τραυ­μα­τι­σμούς στην ποδο­σφαι­ρική σας πορεία;

«Δύο φορές… Στον Ορχο­μενό χτύπησα στο κεφάλι ένα λεπτό πριν τελειώ­σει το παι­χνίδι και πήγα στο νοσο­κο­μείο από το οποίο πήρα εξι­τή­ριο την επόμενη μέρα. Στο Αγρίνιο με τον Παναι­τω­λικό τραυ­μα­τί­στηκα σοβαρά στο γόνατο».

-Φαντάζομαι, το πρωί δουλειά και μετά προ­πο­νή­σεις, έτσι δεν είναι;

«Εννο­εί­ται, όλοι δού­λευαν τότε. Δεν πλη­ρω­νό­μα­σταν και τις περισ­σό­τε­ρες φορές αγο­ρά­ζαμε τη φανέλα και τα παπού­τσια με δικά μας έξοδα. Τώρα οι παίκτες πλη­ρώ­νο­νται αδρά και δεν απο­δί­δουν. Ξεκι­νού­σαμε τις προ­πο­νή­σεις και ήμασταν ήδη κου­ρα­σμέ­νοι από τις δου­λειές μας. Και φυσικά ούτε τα μερο­κά­ματα που χάναμε, πλη­ρω­νό­μα­σταν. Άλλες εποχές, τι να λέμε τώρα. Αλλά πάντα ευχα­ρι­στιό­μα­σταν αυτό που κάναμε».

-Με τις μικτές ομάδες τι γινόταν εκείνη την εποχή;

«Ναι υπήρχαν μικτές και συγκε­ντρώ­νο­νταν οι καλύ­τε­ροι παίκτες της εποχής. Ο Παυ­λί­δης, ο Σισμά­νης, ο Σφυρίου, ο Ασπρά­κης, ο Χατζής, ο Ματσά­γκος, ο Χατζη­γιώρ­γης, ο Βόλας, ο Ρίζος, εγώ και πολλοί ακόμη. Ήμουν για πολλά χρόνια στη μικτή ομάδα».

-Τι θα συμ­βου­λεύ­ατε τους νέους τερ­μα­το­φύ­λα­κες;

«Πρέπει να πιάνουν τη μπάλα αντί να την απο­μα­κρύ­νουν. Αυτό πρέπει να τους μαθαί­νουν οι προ­πο­νη­τές τερ­μα­το­φύ­λα­κες. Επίσης, πρέπει να πέφτουν και να την πιάνουν από τα πόδια των επι­τι­θέ­με­νων. Μ’ αυτά που βλέπω πλέον, αν έτρωγα τότε τέτοια γκολ, που δέχο­νται οι σημε­ρι­νοί τερ­μα­το­φύ­λα­κες θα με… έσφαζαν».

-Ξεχωρίζετε από το σημε­ρινό ποδό­σφαιρο κάποιους τερ­μα­το­φύ­λα­κες;

«Όχι ιδιαί­τερα, στα δικά μου χρόνια ξεχώ­ριζε ο Στέφας. Στα Δωδε­κά­νησα ο Ματσά­γκος του Δωριέα, ο Μάνος του Αντα­γόρα, ο Κιολέ του Διαγόρα. Στη Β’ Εθνική τότε υπήρχαν καλοί τερ­μα­το­φύ­λα­κες».

-Τι δια­φο­ρές υπάρ­χουν στο ποδό­σφαιρο εκείνης της εποχής και της σημε­ρι­νής;

«Τερά­στιες, χαω­τι­κές… Τώρα οι παίκτες βάζουν κρέμες, λάδια στα πόδια τους και ότι άλλο μπορεί να φαντα­στεί κανείς. Δεν υπήρχαν αυτά τότε. Παίζαμε με μία φανέλα για 4-5 χρόνια. Έβρεχε, παίζαμε με αυτή, δεν είχαμε άλλη να βάλουμε. Από τη δουλειά απευ­θείας στην προ­πό­νηση και σε δύσκο­λες συν­θή­κες. Πλέον οι ομάδες ακόμη και του τοπικού ποδο­σφαί­ρου, προ­σφέ­ρουν πολλά στους αθλητές τους».

-Ποιο παι­χνίδι δεν θα ξεχά­σετε ποτέ;

«Σίγουρα αυτό με τον Ολυ­μπιακό, όταν και απέ­κρουσα το πέναλτι το Πολυ­χρο­νίου. Είχε βέβαια και άλλα πολλά ματς, στα οποία συνέ­βη­σαν πολλές ιστο­ρίες. Ξέρεις, το ποδό­σφαιρο είναι στιγμές, εικόνες και ταξίδια. Μικρές εικόνες, που μένουν αξέ­χα­στες, όσα χρόνια κι αν περά­σουν».

-Φίλους κάνατε από το ποδό­σφαιρο;

«Ναι πολλούς, ήμουν ιδιαί­τερα αγα­πη­τός στον κόσμο. Και τώρα το ίδιο. Με αγαπάνε και τους αγαπώ. Καμία φορά με ρωτάνε στο δρόμο αν όντως είμαι εγώ και τους απαντάω ναι. Βέβαια στο… Προ­φή­της γυρίζω, έτσι έχω συνη­θί­σει εδώ και πολλά χρόνια. Παλιά αντί­πα­λοι ήμασταν μόνο μέσα στο γήπεδα. Μετά βγαί­ναμε έξω όλοι μαζί, αγα­πη­μέ­νοι φίλοι και πείραζε ο ένας τον άλλο για τα όσα γίνο­νταν μέσα στο γήπεδο. Νιώθω ευτυ­χι­σμέ­νος που έπαιξα εκείνη την εποχή ποδό­σφαιρο. Πιο φτωχά χρόνια, με πολλές δυσκο­λίες, αλλά αγνά και με πραγ­μα­τική αγάπη. Τώρα έχουν αλλάξει αισθητά τα πράγ­ματα».

-Είχατε τσα­κω­θεί ποτέ με κάποιον αντί­παλο;

«Όχι ποτέ. Η Β’ Εθνική είχε καλούς παίκτες και καλά παιδιά. Δεν έπαιζαν ύπουλα για να σε χτυ­πή­σουν. Ήταν αλλιώς τα πράγ­ματα. Πλέον ο σκοπός αγιάζει τα μέσα, τότε προ­εί­χαν κι άλλα πράγ­ματα. Δύσκολα υπήρχε κάποιος για να σε χτυ­πή­σει επί­τη­δες».

-Οι αγα­πη­μέ­νοι σας προ­πο­νη­τές;

«Ειλι­κρινά, δυσκο­λεύ­ο­μαι να ξεχω­ρίσω κάποιον. Θυμάμαι χαρα­κτη­ρι­στικά τον Βασίλη Κοσκινά και τον Ανδρέα Παπα­δό­πουλο. Κάποια εποχή ο Δια­γό­ρας είχε φέρει έναν Γιου­γκο­σλάβο, του οποίου δεν θυμάμαι το όνομα. Δεν τα πήγαινα καλά μαζί του και μετά τον έδιωξαν».

-Πότε πήρατε την απόφαση να στα­μα­τή­σετε από το ποδό­σφαιρο;

«Το 1967 δημιουρ­γή­θηκε η Ρόδος, η οποία 10 χρόνια μετά ανέβηκε στην Α’ Εθνική. Ήρθε λοιπόν ο δήμαρ­χος, ο Βρούχος και μου είπε να παίξω στη Ρόδο, όπου προ­πο­νη­τής ήταν ο Ανδρέας Στα­μα­τιά­δης, έκανα 1-2 προ­πο­νή­σεις, αλλά στα­μά­τησα. Ανέλαβα γενικός αρχηγός για λίγο καιρό στον Διαγόρα, με τον αεί­μνη­στο Γιάννη Παυλίδη για προ­πο­νητή. Είχα κάνει και δύο παιδιά, δεν άντεχα πια, ένιωθα κου­ρα­σμέ­νος. Ούτε στο τοπικό έπαιξα. Είχα βγάλει δελτίο στη Μεσα­να­γρό, σε ηλικία μεγα­λύ­τερη των 40 ετών αλλά δεν έπαιξα. Αυτό ήταν το τέλος, στα­μά­τησα».

-Αν ήσασταν νέος αυτή την εποχή, θα παίζατε ποδό­σφαιρο;

«Νομίζω πως όχι. Το ποδό­σφαιρο πλέον είναι επαγ­γελ­μα­τικό, καμία σχέση με αυτό που έχω βιώσει και θυμάμαι. Νομίζω ότι πλέον δεν υπάρχει αυτή η αδη­μο­νία και η λαχτάρα».

-Όλοι έλεγαν ότι δύσκολα δεχό­σα­σταν κάποιο γκολ…

«Ισχύει. Μου άρεσε πολύ η θέση του τερ­μα­το­φύ­λακα, αν και δεν ξεκί­νησα απ’ αυτή. Πράγ­ματι δύσκολα έτρωγα γκολ».

Πώς σας φάνηκε το άρθρο;

Ένα πάτημα, χωρίς λογαριασμό. Μία ψήφος ανά συσκευή.

Σχολιασμός άρθρου

Προσθέστε ένα σχόλιο

Εμφανίζεται μετά από έγκριση · το e-mail δεν δημοσιεύεται0 / 2000

Τα σχόλια εκφράζουν τον σχολιαστή, όχι τη Δημοκρατική. Όροι σχολιασμού

Τα σχόλια εκφράζουν αποκλειστικά τον εκάστοτε σχολιαστή. Η Δημοκρατική δεν υιοθετεί αυτές τις απόψεις. Διατηρούμε το δικαίωμα να διαγράψουμε όποια σχόλια θεωρούμε προσβλητικά ή περιέχουν ύβρεις, χωρίς καμία προειδοποίηση. Χρήστες που δεν τηρούν τους όρους χρήσης αποκλείονται. Τα σχόλια δημοσιεύονται μετά από έγκριση· το e-mail δεν δημοσιεύεται.

Γίνετε ο πρώτος που θα σχολιάσει.