ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΕΙΣ

H Aγγελική που έπεσε θύμα σεξουαλικής κακοποίησης όταν ήταν παιδί, εξομολογείται…

Μαίρη Φώτη 9 λεπτά ανάγνωση
κοπελα

Σε μια κατά­θεση ψυχής προχωρά σήμερα στη «δημο­κρα­τική», η «Αγγε­λική» θύμα σεξουα­λι­κής κακο­ποί­η­σης σε κάποιο νησί της Δωδ/σου, πριν από αρκετά χρόνια, μια πληγή όμως που δεν έκλεισε ποτέ.

Στη συνέ­ντευξή της σήμερα, παίρ­νο­ντας δύναμη από τις καταγ­γε­λίες που σε πανελ­λα­δικό επίπεδο δια­δέ­χο­νται η μία την άλλη, μιλάει για τη δική της εμπει­ρία, θέλο­ντας να κατα­δεί­ξει όπως λέει, ότι τα όσα βλέπουν το φως της δημο­σιό­τη­τας δεν αφορούν μόνο τον κόσμο του θεά­μα­τος ή του αθλη­τι­σμού, αλλά μπορεί να συμ­βαί­νουν και μέσα στο ίδιο μας το σπίτι.

Απαντά ως θύμα σεξουα­λι­κής κακο­ποί­η­σης στο ερώτημα «γιατί τώρα;» και εξηγεί τους λόγους για τους οποίους απο­φά­σισε να δημο­σιο­ποι­ή­σει -για πρώτη φορά- την δική της εμπει­ρία, απευ­θύ­νο­ντας έκκληση «να μην πάει χαμένος όλος αυτός ο πόνος που βγαίνει από τα σωθικά μας, να γίνει ο πόνος δύναμη και ασπίδα για τα άλλα παιδιά…».

Για τις ανάγκες της συνέ­ντευ­ξης, επειδή δεν επι­θυ­μείς να δημο­σιο­ποι­η­θούν τα στοι­χεία σου, με ποιο όνομα θα ήθελες να σε αποκαλώ;

-Αγγελική.

Πες μας λοιπόν, Αγγε­λική, τι ήταν εκείνο που σε ώθησε να μιλή­σεις σήμερα για όσα βίωσες από την παιδική σου ηλικία. Και επειδή πρό­κει­ται για μια ερώτηση που ακού­γε­ται όλο και πιο συχνά, θέλω να μας πεις «γιατί τώρα;».

Γιατί τώρα βρήκα τη δύναμη και γιατί με όσα παρα­κο­λουθώ στην τηλε­ό­ραση, αισθά­νο­μαι ότι κάποιος πλέον θα με ακούσει κι εμένα. Μπορεί να μην είμαι ηθο­ποιός, ή να μην με κακο­ποί­ησε κάποιος διά­ση­μος αλλά η κακο­ποί­ηση είναι κακο­ποί­ηση είτε συμ­βαί­νει σε βίλες είτε σε υπόγεια, είτε είναι από κάποιον επώνυμο είτε είναι από κάποιον μη επώνυμο, είτε συμ­βαί­νει στην Αθήνα είτε συμ­βαί­νει στην επαρχία. Γι αυτό επι­κοι­νώ­νησα μαζί σας, πιστεύω ότι τώρα πιο εύκολα η κοι­νω­νία μπορεί να ακούσει γι αυτά τα περι­στα­τικά χωρίς να κατα­δι­κά­σει πρώτα το θύμα.

Θεωρείς ότι η κοι­νω­νία κατα­δι­κά­ζει το θύμα;

Ναι, εννο­εί­ται. Πρώτα ψάχνουν να δουν τι έκανε λάθος το θύμα, αν πήγαινε γυρεύ­ο­ντας εν ολίγοις, κι αυτό δεν συμ­βαί­νει μόνο στην επαρχία συμ­βαί­νει παντού.

Θέλεις να μας πεις τι συνέβη στη δική σου περί­πτωση;

Ναι, στη δική μου περί­πτωση όπως σας είπα, δεν ήταν κάποιος διά­ση­μος. Ηταν ένας οικο­γε­νεια­κός φίλος, συνά­δελ­φος του πατέρα μου που περ­νού­σαμε πολύ χρόνο μαζί, κυρίως στις καλο­και­ρι­νές δια­κο­πές και στις γιορτές.

Πάντα έβρισκε ευκαι­ρία να με πλη­σιά­ζει, με το πρό­σχημα ότι δήθεν θα πάμε για βόλτα, δήθεν θα πάμε για να αγο­ρά­σουμε παγωτό, παι­χνί­δια, οτι­δή­ποτε μπο­ρούσε να σκεφτεί για να με απο­μα­κρύ­νει από τους γονείς μου οι οποίοι του είχαν τυφλή εμπι­στο­σύνη. Σε κάθε ευκαι­ρία, έβρισκε τρόπο να με απο­μα­κρύ­νει για να μου δείξει «πόσο με αγαπάει».

Αυτό σου έλεγε;

Ναι, ότι με αυτό τον τρόπο μου δείχνει ότι με αγαπάει σαν δικό του παιδί.

Εκείνος είχε παιδιά;

Όχι. Και γι αυτό μου έλεγε ότι με αγαπάει σαν να είμαι δικό του παιδί. Κι αυτό ήταν πολύ πιστευτό για το μυαλό μου τότε.

Πόσων χρονών ήσουν;

Δεν μπορώ να σας πω με βεβαιό­τητα πότε ξεκί­νησε, γιατί δεν θυμάμαι ακριβώς, ήμουν πολύ μικρή. Μεγα­λώ­νο­ντας όμως, που άρχισα να βλέπω τηλε­ό­ραση και να έχω εικόνες, άρχισα να κατα­λα­βαίνω ότι κάτι δεν πάει καλά, κάτι δεν γίνεται σωστά. Με το μυαλό μου δεν μπο­ρούσα να το εξηγήσω αλλά μέσα μου άρχισε να μεγα­λώ­νει ένα δυσά­ρε­στο συναί­σθημα. Δεν ξέρω, πρέπει να ήμουν 10, 11 ετών όταν άρχισα να κατα­λα­βαίνω ότι κάτι δεν πάει καλά. Συνει­δη­το­ποί­ησα βέβαια μερικά χρόνια αργό­τερα τι ακριβώς συμ­βαί­νει…

Όταν το συνει­δη­το­ποί­η­σες μίλησες σε κανέναν;

Οχι. Καταρ­χήν δεν ήξερα τι ακριβώς συμ­βαί­νει. Το μυαλό μου δεν μπο­ρούσε να κατα­λά­βει γιατί αυτός ο άνθρω­πος έκανε αυτά που έκανε. Σκε­φτό­μουν ότι και ο μπαμπάς μου έλεγε ότι με αγαπάει αλλά δεν μου έδειχνε την αγάπη του με αυτόν τον τρόπο. Στο παιδικό μου μυαλό σκε­φτό­μουν ότι ίσως ο μπαμπάς μου δεν με αγαπάει τόσο όσο ο «φίλος» του, επειδή δεν με έπαιρνε αγκαλιά και δεν με πήγαινε βόλτες τόσο συχνά. Απόλυτη σύγχυση. Μεγα­λώ­νο­ντας, και δεν ντρέ­πο­μαι να το πω, από την τηλε­ό­ραση κατά­λαβα πως αυτά που κάνει σε εμένα αυτός ο άνθρω­πος τα κάνουν μεταξύ τους οι μεγάλοι.

Δεν συζη­τάμε για σεξουα­λική δια­παι­δα­γώ­γηση καν, ούτε με τους γονείς μου συζη­τού­σαμε τέτοια πράγ­ματα ούτε στο σχολείο εννο­εί­ται. Αρα, έπρεπε να λύσω μόνη μου τις απορίες. Και σε αυτές τις ηλικίες, δεν είναι κάτι που μπορεί να κάνει ένα παιδί.

Πότε κατά­φε­ρες να λύσεις τις απορίες σου;

Στην πρώιμη εφηβεία μου κατά­λαβα ότι αυτό που συμ­βαί­νει δεν είναι φυσιο­λο­γικό και δεν σκέ­φτηκα καν να το πω στους γονείς μου.

Γιατί;

Δεν ξέρω, κου­βα­λούσα μια ντροπή. Ανε­ξή­γητη. Νόμιζα ότι έφταιγα εγώ, ότι το προ­κά­λεσα εγώ, τελο­σπά­ντων ότι κάτι έκανα λάθος εγώ. Ενιωθα ότι είχα μερίδιο ευθύνης. Ότι ήμουν κι εγώ υπεύ­θυνη γι αυτό που συνέ­βαινε.

Πόσα χρόνια κου­βα­λού­σες αυτό το σταυρό;

Μέχρι σήμερα, δεν νομίζω ότι είναι κάτι που μπορείς να αφήσεις πίσω. Μαθαί­νεις να το κου­βα­λάς και να πορεύ­ε­σαι… Δεν έχεις άλλη επιλογή. Περίπου στα 12 με 13 χρόνια, κάπου εκεί, κατά­λαβα τι συμ­βαί­νει, άρχισαν να ξεκα­θα­ρί­ζουν κάποια πράγ­ματα στο μυαλό μου. Τότε άρχισα να τον απο­φεύγω, δεν μπο­ρούσε να προ­φα­σι­στεί ότι ήθελε να μου αγο­ρά­σει παι­χνί­δια ή παγωτό για να μεί­νουμε μόνοι μας και να κατα­λή­ξουμε είτε σε κάποιο χωράφι, είτε στο αυτο­κί­νητό είτε και στο σπίτι του. Το χει­ρό­τερο είναι ότι έχω εικόνες, τη γυναίκα του να φεύγει από το σπίτι, όταν με πήγαινε εκεί.

Υπο­νο­είς ότι μπορεί να ήξερε;

Υποθέτω, δεν ξέρω.

Αγγε­λική, αυτό το μαρ­τύ­ριο που περι­γρά­φεις, το εξο­μο­λο­γή­θη­κες ποτέ σε κανέναν;

Μια φορά, στον ίδιο. Αν θυμάμαι καλά ήταν την τελευ­ταία φορά που ζήτησε από τους γονείς μου να με πάει βόλτα και μέσα στο αυτο­κί­νητο τού είπα ότι ξέρω τι συμ­βαί­νει και ότι θα τα πω όλα στους γονείς μου. Και ότι τον σιχαί­νο­μαι του είπα, και πράγ­ματι, κάθε φορά που τον έβλεπα, είχα τάση για εμετό. Ως αντί­δραση του οργα­νι­σμού, του μυαλού… Δεν ξέρω.

Φοβή­θηκε;

Δεν ξέρω αν φοβή­θηκε, ξέρω ότι δεν ξανα­πή­γαμε οι δυο μας πουθενά. Κι εμένα αυτό μου έφτανε.

Στους γονείς σου γιατί δεν σκέ­φτη­κες να το πεις;

Γιατί φοβό­μουν. Δεν ήθελα να τους πληγώσω, φοβό­μουν την αντί­δρασή τους, τη δική του… Δεν ήξερα αν θα με πιστέ­ψουν.Προ­τί­μησα να το θάψω μέσα μου και να το κου­βα­λήσω μόνη μου. Όμως, με όλα αυτά που ακού­γο­νται στην τηλε­ό­ραση σήμερα για τους βια­σμούς και που βλέπω κοπέλες και αγόρια να μιλάνε για το τι πέρασαν, όλα βγήκαν πάλι στην επι­φά­νεια. Και αυτό που θέλω να πω είναι ότι δεν πρέπει να φοβό­μα­στε να μιλή­σουμε.

Αν μπο­ρούσα να γυρίσω το χρόνο πίσω, θα μιλούσα. Θα το έλεγα στους γονείς μου, στα αδέλφια μου ίσως. Θα ήθελα να είχα μιλήσει για να τιμω­ρη­θεί γι αυτό που έκανε σε εμένα. Όταν ακούω κάποιους να λένε «γιατί τώρα», νιώθω μεγάλη οργή. Κανένας δεν ξέρει ότι μπορεί οι άνθρω­ποι αυτοί να πάλευαν μια ζωή για να κρα­τη­θούν από κάπου για να μιλή­σουν, να βρουν μια ευκαι­ρία που δεν ήρθε ποτέ, μια αγκαλιά που δεν άνοιξε ποτέ. Εγώ σήμερα βρήκα αυτή την ευκαι­ρία. Εγώ δεν είμαι επώνυμη, δεν είμαι διάσημη.

Ούτε εκείνος ήταν. Πιστεύ­ετε ότι πριν 20 χρόνια θα ήταν εύκολο να με ακούσει κάποιος; Ή θα είχε την παιδεία να αντι­δρά­σει σωστά; Είτε ήταν οι γονείς μου, είτε ήταν η δασκάλα μου; Όμως αυτό που συνέβη σε εμένα ήταν σεξουα­λική κακο­ποί­ηση. Δεν είχα χρήματα για να συμ­βου­λευτώ έναν ειδικό και η μόνη διέ­ξο­δος που είχα ήταν να διαβάσω για να φύγω για σπουδές και να μην ξαναδώ κανέναν. Όπως κι έγινε. Για πολλά χρόνια κατη­γο­ρούσα και τους γονείς μου που δεν κατά­λα­βαν τίποτα και πέρασα αυτά που πέρασα στα χέρια του υπο­τι­θέ­με­νου φίλου. Μετά τους δικαιο­λό­γησα μέσα μου, για τις δικές τους προ­σλαμ­βά­νου­σες και αυτά που ήξεραν ίσως δεν θα μπο­ρούσε να πάει και το μυαλό τους. Ανθρω­ποι του χωριού ήταν, του μόχθου, δεν είχαν φύγει ποτέ από το νησί, ίσως είχα παρα­πάνω απαι­τή­σεις απ’ ότι έπρεπε, δεν ξέρω.

Αυτόν τον άνθρωπο χρειά­στηκε να τον ξανα­συ­να­ντή­σεις;

Λίγες φορές. Λίγα χρόνια μετά που γύρισα από τις σπουδές μου, αρρώ­στησε και πέθανε. Εγώ τότε λυτρώ­θηκα. Κι ας μην μπο­ρούσε πια να με αγγίξει όταν μεγά­λωσα, μόνο όταν πέθανε ηρέμησα. Τώρα όμως που είμαι μάνα κι έχω δικά μου παιδιά, σας μιλώ ειλι­κρινά, όταν τον φέρνω στο νου μου, θα ήθελα να είχε αντι­δρά­σει, να είχα χει­ρο­δι­κή­σει, να τον είχα κάνει να πονέσει όπως πόνεσε κι εμένα. Βλέπω τα παιδιά μου να μεγα­λώ­νουν και θέλω να χτίσω γύρω τους έναν τοίχο, μια ασπίδα για αν μην τα πονέσει κανείς.

Κι αν ποτέ κανείς δια­νοη­θεί να τα πει­ρά­ξει, θέλω να μπορούν να έρθουν και να μου το πουν. Τα παιδιά δεν είναι σε θέση να προ­στα­τέ­ψουν τον εαυτό τους, αυτό είναι υπο­χρέ­ωση των γονιών. Όπως κι εγώ τότε, αν ήξερα ότι θα βρω μια ανοιχτή αγκαλιά, αντί να φοβάμαι και να ντρέ­πο­μαι ότι έκανα κάτι κακό, σκέ­φτο­μαι ότι αν είχα το κου­ρά­γιο να μιλήσω στους γονείς μου, ίσως το μαρ­τύ­ριό μου να τελεί­ωνε νωρί­τερα. Ισως να μην χρεια­ζό­ταν να κου­βα­λήσω το σταυρό μόνη μου, ίσως να είχα την ευκαι­ρία να είχα μια ανέμελη παιδική ηλικία. Η ντροπή που κουβαλώ όλα αυτά τα χρόνια, δεν μου επέ­τρεψε ποτέ να γελάσω μέσα από την καρδιά μου, να παίξω σαν παιδί με τα άλλα παιδιά, να χαρώ με τα παι­χνί­δια μου. Το βλέμμα μου ήταν πάντα στραμ­μένο στην πόρτα του σπιτιού, και κάθε φορά που τον έβλεπα να μπαίνει στο σπίτι μας, ένιωθα ένα σφίξιμο που μου στέρησε την παι­δι­κό­τητά μου. Αυτό δεν θέλω να το περάσει κανένα παιδί, ποτέ ξανά. Ούτε τα δικά μου, ούτε κανένα παιδί του κόσμου. Για αυτό μιλάω σήμερα, γιατί η κοι­νω­νία ίσως είναι έτοιμη να ακούσει και να αντι­λη­φθεί τι ακριβώς συμ­βαί­νει και να απλώσει ένα δίχτυ προ­στα­σίας.

Ευτυχώς κάποιοι πιο δυνατοί και πιο τολ­μη­ροί από εμένα μίλησαν και σήκωσαν το χαλί που έκρυβε τις ακα­θαρ­σίες της κοι­νω­νίας, για να μπο­ρούμε εμείς να παρα­δειγ­μα­τι­στούμε και να ανοί­ξουμε κι εμείς το στόμα μας χωρίς να φοβό­μα­στε ότι θα πρέπει να απο­λο­γη­θούμε κι από πάνω που δεν αντι­δρά­σαμε τότε.

Για να πάρει ο καθένας αυτό που του αξίζει και αυτό που του ανα­λο­γεί. Δεν ξέρω, αν όσα ευχα­ρι­στώ κι αν πούμε στη Σοφία Μπε­κα­τώ­ρου, φτάνουν για να γίνει αντι­λη­πτό ότι έδωσε φωνή σε εκα­το­ντά­δες θύματα και έδωσε δύναμη σε κατα­κερ­μα­τι­σμέ­νες ψυχές να μαζέ­ψουν τα κομ­μά­τια τους και να βγάλουν από μέσα τους αυτό τον «καρκίνο». Γιατί όπως διάβασα κάπου, ο φόβος τώρα πήγε στη σωστή μεριά και έγινε αντι­λη­πτό ότι οι διε­στραμ­μέ­νοι θύτες δεν είναι παντο­δύ­να­μοι και δεν μπορούν να δολο­φο­νούν παιδικά χαμό­γελα.

Κλεί­νο­ντας τη συνέ­ντευξη, τι θα ήθελες να πεις;

Αυτό που θέλω είναι να έχει ουσια­στικό απο­τέ­λε­σμα όλο αυτό που έγινε. Να ληφθεί μέριμνα από τους ειδι­κούς, να μπουν προ­γράμ­ματα στα σχολεία, να εκπαι­δευ­τούν τα παιδιά να μπορούν να κατα­λά­βουν πότε η προ­σέγ­γιση που τους γίνεται είναι λάθος και να εκπαι­δευ­τούν και οι γονείς να μπορούν να το δια­χει­ρι­στούν. Όταν θα σπάσει το από­στημα, να έχει βγει κάτι σωστό, κι όλες αυτές οι φωνές να μπο­ρέ­σουν να γίνουν ασπίδα για όλα τα παιδιά, για όλα τα θύματα. Να ξέρουν ότι όταν θα καταγ­γεί­λουν την κακο­ποί­ηση θα βρουν μια ανοιχτή αγκαλιά και όχι ένα σηκω­μένο δάχτυλο. Αυτό είναι το πιο σπου­δαίο.

Αγγε­λική σε ευχα­ρι­στώ πολύ για αυτή την κατά­θεση ψυχής…

Κι εγώ σας ευχα­ρι­στώ που με ακού­σατε… Να μην πάει χαμένος όλος αυτός ο πόνος που βγαίνει από τα σωθικά μας, να γίνει ο πόνος δύναμη και ασπίδα για τα άλλα παιδιά, για να μπο­ρέ­σουμε κι εμείς να ξανα­κοι­μη­θούμε ήρεμοι και την παι­δι­κό­τητα που χάσαμε να την κερ­δί­σουν άλλα παιδιά. Αυτό να προ­σπα­θή­σετε κι εσείς. Σας ευχα­ρι­στώ πολύ.

Πώς σας φάνηκε το άρθρο;

Ένα πάτημα, χωρίς λογαριασμό. Μία ψήφος ανά συσκευή.

Σχολιασμός άρθρου

Προσθέστε ένα σχόλιο

Εμφανίζεται μετά από έγκριση · το e-mail δεν δημοσιεύεται0 / 2000

Τα σχόλια εκφράζουν τον σχολιαστή, όχι τη Δημοκρατική. Όροι σχολιασμού

Τα σχόλια εκφράζουν αποκλειστικά τον εκάστοτε σχολιαστή. Η Δημοκρατική δεν υιοθετεί αυτές τις απόψεις. Διατηρούμε το δικαίωμα να διαγράψουμε όποια σχόλια θεωρούμε προσβλητικά ή περιέχουν ύβρεις, χωρίς καμία προειδοποίηση. Χρήστες που δεν τηρούν τους όρους χρήσης αποκλείονται. Τα σχόλια δημοσιεύονται μετά από έγκριση· το e-mail δεν δημοσιεύεται.

Γίνετε ο πρώτος που θα σχολιάσει.