ΕΙΔΗΣΕΙΣ

Πέθανε ο μεγάλος Ελληνας τραγουδιστής Γιάννης Πουλόπουλος

news room 5 λεπτά ανάγνωση
977

Σε ηλικία 79 ετών και με χρόνια προ­βλή­ματα υγείας ο Γιάννης Που­λό­που­λος έφυγε από τη ζωή καθώς προ­δό­θηκε από την καρδιά του.

Σε ηλικία 79 ετών λίγο μετά τις έντεκα το βράδυ της Κυρια­κής (23/8) ο Γιάννης Που­λό­που­λος, ένας από τους μεγα­λύ­τε­ρους ερμη­νευ­τές της ελλη­νι­κής μου­σι­κής και απόλυτα ταυ­τι­σμέ­νος με το Νέο Κύμα, άφησε την τελευ­ταία του πνοή.

Ο ερμη­νευ­τής, ο οποίος είχε χρόνια προ­βλή­ματα υγείας, προ­δό­θηκε από την καρδιά του σε ιδιω­τικό θερα­πευ­τή­ριο.

Πρό­κει­ται για μία φωνή που απο­γεί­ωσε τα τρα­γού­δια του Μίμη Πλέσσα και του Λευτέρη Παπα­δό­που­λου στον περί­φημο «Δρόμο», τον εμπο­ρι­κό­τερο δίσκο όλων των εποχών, με πωλή­σεις που έχουν ξεπε­ρά­σει το1.500.000 αντί­τυπα, αν και δημο­σιεύ­ματα λένε ότι ο αριθμός είναι διπλά­σιος.

Δεν είναι λίγοι αυτοί που υπο­στη­ρί­ζουν ότι αν ο ελλη­νι­κός κινη­μα­το­γρά­φος είχε φωνή αυτή ήταν σίγουρα η δική του, η φωνή ενός παιδιού που γεν­νή­θηκε στην Χίο και έμελλε να μεγα­λουρ­γή­σει.

Ήταν ένας καλ­λι­τέ­χνης προι­κι­σμέ­νος με μια φωνή που «σημά­δευε» τα τρα­γού­δια, προι­κι­σμένη με βαθιά συναι­σθη­μα­τικά ηχο­χρώ­ματα, που έμπαινε στο στού­ντιο και τα έλεγε με την μία.

Ο Γιάννης Που­λό­που­λος με μια ματιά

Ο Γιάννης Που­λό­που­λος γεν­νή­θηκε στις 29 Ιουνίου του 1941 στην Καρ­δα­μύλη Μεσ­ση­νίας, στην περιοχή της Μάνης. Οι γονείς του, μεσ­ση­νια­κής κατα­γω­γής, κατοι­κού­σαν στην Αθήνα, στην περιοχή του Μετα­ξουρ­γείου και ύστερα μετα­κό­μι­σαν στο Περι­στέρι και συγκε­κρι­μένα στην περιοχή της Αγίας Τριάδας. Σε ηλικία 5 ετών μένει ορφανός από μητέρα και μεγα­λώ­νει με τον πατέρα του Γιώργο και τον μικρό αδερφό του Βασίλη.

Ο Γιάννης Που­λό­που­λος από μικρός είχε κλίση στο τρα­γούδι. Παρα­κι­νη­μέ­νος από τους φίλους του, που τον άκουγαν να τρα­γου­δάει, αλλά και έχοντας ο ίδιος μεγάλη πίστη στις φωνη­τι­κές του ικα­νό­τη­τες, πήγαινε στην εται­ρεία Columbia το 1962 κάνο­ντας προ­σπά­θειες για να πει κάποια τρα­γού­δια που γίνο­νταν τότε ακρο­ά­σεις, ζητώ­ντας να τον ακού­σουν, αλλά κανείς δεν του έκλεισε κάποιο ραντε­βού.

Ο Γιάννης Που­λό­που­λος συνέ­χιζε να ζητάει ακρόαση σχεδόν καθη­με­ρινά, παρ’ όλα τα μερο­κά­ματα που έχανε αφού δούλευε τότε σαν ελαιο­χρω­μα­τι­στής και οικο­δό­μος, ενώ παράλ­ληλα έπαιζε ποδό­σφαιρο στον Άγιο Ιερόθεο και στον Ατρό­μητο. Την ίδια χρονική περίοδο φοι­τούσε στη νυχτε­ρινή σχολή ΝΤΗΖΕΛ, με ειδι­κό­τητα ηλε­κτρο­λό­γου.

Έτσι μπαίνει στο στού­ντιο για να ηχο­γρα­φή­σει το πρώτο του τρα­γούδι, σε μουσική και στίχους του Μπάμπη Δαλιάνη, με τον τίτλο «Κορμί μου πονε­μένο». Στην πίσω πλευρά του δίσκου 45 στροφών θα έμπαινε το τρα­γούδι «Στο άδειο προ­σκε­φάλι», που όμως τελικά το πήρε επί πληρωμή ο Στέλιος Καζαν­τζί­δης από τον συνθέτη. Τελικά το τρα­γούδι δεν κυκλο­φο­ρεί και μένει ως δείγμα στην Columbia. Ένας επι­πλέον λόγος ήταν ότι ο Που­λό­που­λος ακόμα ήταν ανή­λι­κος και απα­γο­ρευό­ταν να εκδοθεί δίσκος με το ανα­γρα­φό­μενο τρα­γούδι. Το δεύτερο τρα­γούδι ήταν ένα συρ­το­τσι­φτε­τέλι του Πάνου Πετσά με τίτλο «Δως μου την καρδιά μου πίσω».

Κυκλο­φο­ρεί σε 45άρι και στην πίσω πλευρά είχε ένα «μπαγιό» του ίδιου του συνθέτη με την Πόλυ Πάνου και τη Βούλα Γκίκα, με τίτλο «Γεν­νή­θηκα να σε αγαπώ». Εκείνη την περίοδο η Columbia, έχοντας στο δυνα­μικό της μεγάλο αριθμό άγνω­στων και ανερ­χό­με­νων τρα­γου­δι­στών, απο­φα­σί­ζει να κάνει εκκα­θά­ριση και να κάνει νέες ακρο­ά­σεις, από τις οποίες θα κρα­τούσε 50 άτομα.

Την επι­τροπή ακρο­ά­σεων απο­τε­λού­σαν ο Μίκης Θεο­δω­ρά­κης, ο Από­στο­λος Καλ­δά­ρας, ο Βασίλης Τσι­τσά­νης και ο Γιάννης Παπαϊ­ω­άν­νου. Τότε ο Γιάννης Που­λό­που­λος διάλεξε να πει δύο δύσκολα τρα­γού­δια: το «Μάνα μου και Παναγιά» και το «Παρά­πονο». Μόλις τελεί­ωσε, τον πλη­σί­ασε ο Μίκης Θεο­δω­ρά­κης λέγο­ντας: «Αυτόν εγώ θα τον κάνω τρα­γου­δι­στή», και τελικά ήταν ο μόνος που πέρασε από αυτή την ακρόαση.

Ο Μίκης Θεο­δω­ρά­κης του δίνει να πει τρία τρα­γού­δια στο θεα­τρικό έργο του Ιάκωβου Καμπα­νέλλη Η γει­το­νιά των αγγέλων, που εκείνη τη χρονιά (1963) ανε­βαί­νει στο θέατρο Ρεξ από τον θίασο Τζένης Καρέζη–Νίκου Κούρ­κου­λου. Τα τρα­γού­δια αυτά ήταν τα «Στρώσε το στρώμα σου για δυο», «Δόξα τω Θεώ» και «Το ψωμί είναι στο τραπέζι». Αυτά είναι και τα πρώτα τρα­γού­δια που ηχο­γρα­φεί σε δίσκο ο Που­λό­που­λος, τα οποία αργό­τερα θα δισκο­γρα­φή­σει στην ίδια εται­ρεία και ο Γρη­γό­ρης Μπι­θι­κώ­τσης. Εκείνη την περίοδο ηχο­γρα­φεί το ένα και μονα­δικό τρα­γούδι με τον Σταύρο Ξαρχάκο, το «Πρωινό τρα­γούδι», σε στίχους Νίκου Γκάτσου, το οποίο επίσης δεν κυκλο­φο­ρεί και μένει ως δείγμα και το 1963 συμπε­ρι­λαμ­βά­νε­ται στο διπλό LP Χρυσές επι­τυ­χίες του Σταύρου Ξαρ­χά­κου. Ο χει­μώ­νας του 1963 τον βρίσκει να τρα­γουδά στο κέντρο Ξημε­ρώ­ματα, στα Άνω Πατήσια, μαζί με την Καίτη Γκρέυ, τον Γιάννη Αγγέλου στο μπου­ζούκι και τον Γιάννη Μπουρ­νέλη ως κον­φε­ρα­σιέ. Στην συνέ­χεια, απο­μα­κρύ­νε­ται από την Columbia, εξαι­τίας του Γρήγορη Μπι­θι­κώ­τση, ο οποίος έθεσε βέτο στην εται­ρεία και στους αδελ­φούς Λαμπρό­που­λους, ότι αυτόν δεν τον ήθελε εκεί. Το 1964 κατα­τάσ­σε­ται φαντά­ρος και απο­λύ­ε­ται το 1966.

Η συνέ­χεια βρίσκει τον Γιάννη Που­λό­πουλο να τρα­γου­δάει σε αρκετές μπουάτ στην Πλάκα (Το στέκι του Γιάννη, Ταβάνια, κ.ά.) Στη Λύρα ηχο­γρα­φεί ξανά τα τρία τρα­γού­δια του Μίκη Θεο­δω­ράκη και άλλα δώδεκα του ίδιου συνθέτη, όπως τα «Βράχο βράχο τον καημό μου», «Βρέχει στη φτω­χο­γει­το­νιά», «Καημός» κ.ά.

Το 1965 τρα­γου­δάει τέσσερα τρα­γού­δια του τότε πρω­το­εμ­φα­νι­ζό­με­νου Μάνου Λοΐζου, ενώ το 1966 θα τρα­γου­δή­σει σε πρώτη εκτέ­λεση το «Ακορ­ντεόν», στην ταινία μικρού μήκους Αθήνα, πόλη χαμό­γελο, σε σκη­νο­θε­σία του Λάμπρου Λια­ρό­που­λου για το φεστι­βάλ Θεσ­σα­λο­νί­κης. Σχεδόν παράλ­ληλα κάνει μεγάλη επι­τυ­χία με το «Μη μου θυμώ­νεις μάτια μου», του επίσης τότε πρω­το­εμ­φα­νι­ζό­με­νου Σταύρου Κου­γιουμ­τζή.

Το 1966 τρα­γουδά σε συναυ­λία του Μίκη Θεο­δω­ράκη στο γήπεδο της ΑΕΚ στη Νέα Φιλα­δέλ­φεια, μαζί με τον Γρηγόρη Μπι­θι­κώ­τση, τη Μαρία Φαρα­ντούρη και τον πρω­το­εμ­φα­νι­ζό­μενο Δημήτρη Μητρο­πάνο. Την ίδια χρονιά μπαίνει για τα καλά στη δισκο­γρα­φία. Τα 45άρια δισκά­κια του κυκλο­φο­ρούν σωρηδόν και εμφα­νί­ζε­ται για πρώτη φορά στις κινη­μα­το­γρα­φι­κές ταινίες: Οι στιγ­μα­τι­σμέ­νοι (1966), με τον Γιώργο Φούντα και τη Μάρω Κοντού, όπου τρα­γου­δάει μαζί με την Ελένη Κλάδη το «Πολύ αργά» και το «Σ’ αγαπώ»· Ο τετρα­πέ­ρα­τος (1966), με τον Κώστα Χατζη­χρή­στο, όπου ερμη­νεύει το τρα­γούδι του Γιώργου Κατσα­ρού «Στον Πειραιά, στον Πειραιά»· Εκείνος κι εκείνη (1966), με τη Τζένη Καρέζη και τον Φαίδωνα Γεωρ­γί­τση, όπου τρα­γου­δάει τη σύνθεση του Γιάννη Μαρ­κό­που­λου «Ξεγυ­μνώ­στε τα σπαθιά»

Πώς σας φάνηκε το άρθρο;

Ένα πάτημα, χωρίς λογαριασμό. Μία ψήφος ανά συσκευή.

Σχολιασμός άρθρου

Προσθέστε ένα σχόλιο

Εμφανίζεται μετά από έγκριση · το e-mail δεν δημοσιεύεται0 / 2000

Τα σχόλια εκφράζουν τον σχολιαστή, όχι τη Δημοκρατική. Όροι σχολιασμού

Τα σχόλια εκφράζουν αποκλειστικά τον εκάστοτε σχολιαστή. Η Δημοκρατική δεν υιοθετεί αυτές τις απόψεις. Διατηρούμε το δικαίωμα να διαγράψουμε όποια σχόλια θεωρούμε προσβλητικά ή περιέχουν ύβρεις, χωρίς καμία προειδοποίηση. Χρήστες που δεν τηρούν τους όρους χρήσης αποκλείονται. Τα σχόλια δημοσιεύονται μετά από έγκριση· το e-mail δεν δημοσιεύεται.

Γίνετε ο πρώτος που θα σχολιάσει.