ΕΙΔΗΣΕΙΣ

Πανελλαδικές 2020: «Επιτυχής» η επιλογή των τριών κειμένων λέει η Πανελλήνια Ενωση Φιλολόγων

news room 1 λεπτό ανάγνωση
πανελληνιες

«Επι­τυ­χής» η επιλογή των τριών κει­μέ­νων που δόθηκαν προς εξέταση στο μάθημα «Νεο­ελ­λη­νική Γλώσσα και Λογο­τε­χνία» ανα­φέ­ρουν σε σχετική ανα­κοί­νωσή τους οι φιλό­λο­γοι για το μάθημα στο οποίο δια­γω­νί­στη­καν, τη Δευτέρα οι υπο­ψή­φιοι των  ΓΕΛ και των ΕΠΑΛ.

Σε ανα­κοί­νωσή της η Πανελ­λή­νια Ενωση Φιλο­λό­γων, επι­ση­μαί­νει πως «Το πρώτο –του Θεό­δω­ρου Γρηγοριάδη- ανα­φέ­ρε­ται στη σημασία της Ανά­γνω­σης, το δεύτερο –του Κώστα Τσι­ρό­που­λου– ανα­φέ­ρε­ται στη σημασία της Γραφής.Το τρίτο είναι ένα σχετικά πρό­σφατο ποίημα του Τίτου Πατρί­κιου για τον ρόλο της ποίησης στην καθη­με­ρινή μας ζωή.

Και τα τρία κείμενα εκπλη­ρώ­νουν εμμέσως και ένα παι­δα­γω­γικό ρόλο: καλούν τους υπο­ψη­φί­ους να γίνουν καλοί ανα­γνώ­στες, δημιουρ­γι­κοί εκφρα­στές του γραπτού λόγου και ευαί­σθη­τοι πολίτες.

Ευχό­μα­στε από καρδιάς σε όλους τους υπο­ψη­φί­ους που μέσα στις δυσά­ρε­στες συν­θή­κες της παν­δη­μίας δοκι­μά­ζο­νται, σε περιο­ρι­σμένο χρόνο, σε μιαν απαι­τη­τική εξέταση. Καλή Επι­τυ­χία και Καλή Πρόοδο».

Υπεν­θυ­μί­ζε­ται ότι τα τρία κείμενα που δόθηκαν ήταν:

ΚΕΙΜΕΝΟ 1

Το για­τρικό της αμό­λυ­ντης λογο­τε­χνίας

Το διά­βα­σμα είναι μια από τις πιο μονα­χι­κές τέχνες. Προ­σω­πικά το θεωρώ μία δημιουρ­γική ενα­σχό­ληση. Να μπορείς να συγκε­ντρώ­νε­σαι πάνω σε ένα κείμενο, να το αφου­γκρά­ζε­σαι αλλά και να το κάνεις δικό σου. Η προ­σω­πική ανά­γνωση απαιτεί συνήθως μια εσω­τε­ρική απο­μό­νωση και όχι να σου επι­βάλ­λε­ται εξω­τε­ρικά.

Έφηβος, όταν αρρώ­σταινα, καθό­μουν στο σπίτι και απο­τε­λεί­ωνα ένα ολό­κληρο μυθι­στό­ρημα. Μάλιστα μια φορά «ανέβασα πυρετό» παρα­πάνω, για να τελειώσω το «Ανθρώ­πινο κτήνος» του Ζολά – το θυμάμαι ακόμη.

Στα κοι­νω­νικά δίκτυα πολλοί ανα­φέ­ρουν ότι δεν μπορούν να συγκε­ντρω­θούν σε ένα βιβλίο. Για εμένα, που το διά­βα­σμα ήταν μια καθη­με­ρι­νό­τητα, εξα­κο­λου­θεί να παρα­μέ­νει,

αλλά οι περι­στά­σεις το καθι­στούν ακόμη πιο αδέ­σμευτο.

Τώρα, περισ­σό­τερο από ποτέ, αναζητώ την ουσία της ανά­γνω­σης. Αυτή η ουσια­στική ανά­γνωση δεν έχει ανάγκη καμιάς επί­δει­ξης στα μέσα κοι­νω­νι­κής δικτύ­ω­σης. Δεν ασκώ πρω­τα­θλη­τι­σμό ανά­γνω­σης ούτε διεκ­δικώ τον τίτλο του εκλε­κτού ανα­γνώ­στη. Επα­νέρ­χο­μαι στην εφηβεία μου, χάνομαι μέσα στο κείμενο και ας είναι ό,τι θέλει.

Κρα­τώ­ντας το βιβλίο στο χέρι αισθά­νο­μαι μια τρυ­φε­ρό­τητα, μια σιγου­ριά, λες και εγεί­ρο­νται οι συγ­γρα­φείς και συνο­μι­λούν μαζί μου. Δεν βιά­ζο­μαι να απο­τε­λειώσω πολλά βιβλία. Οι ώρες του δια­βά­σμα­τος είναι διά­σπαρ­τες σε όλη τη διάρ­κεια της μέρας και της νύχτας που τείνουν να ενο­ποι­η­θούν σε έναν αλλό­κοτο χωρο­χρόνο.

Αφο­σιώ­νο­μαι στο κείμενο. Αν στην εφηβεία μου έκλεβα χρόνο για διά­βα­σμα, τώρα –τι ειρω­νεία!– ο χρόνος αυτός ξανα­κερ­δί­ζε­ται.

Και να η θαυ­μα­τουργή ίαση της λογο­τε­χνίας. Τέτοια κείμενα έρχο­νται και για­τρεύ­ουν την ψυχή. Χαμένοι και σωσμέ­νοι χαρα­κτή­ρες σε παρα­σύ­ρουν με τις ιστο­ρίες τους. Γιατί η λογο­τε­χνία είναι αμό­λυ­ντη, κανένας ιός δεν θα τη μεταλ­λά­ξει, θα είναι πάντα εκεί και τα λογο­τε­χνικά αντι­σώ­ματα θα μετα­μορ­φώ­νουν τις ψυχές μας και θα μας οπλί­ζουν με κου­ρά­γιο.

Ο Θεό­δω­ρος Γρη­γο­ριά­δης είναι συγ­γρα­φέας. Το κείμενο δημο­σιεύ­τηκε στον ημε­ρή­σιο τύπο (δια­σκευή).

ΚΕΙΜΕΝΟ 2

Γράφειν

Από τότε που ο καθένας μας εισέρ­χε­ται μέσα στη ροή του χρόνου, αρχίζει να γράφει. Γράφει μες στη μνήμη του, γράφει με το χέρι του, γράφει με τα έργα του. Διαι­σθά­νε­ται πως η γραφή αυτή θα αντι­στα­θεί, αν δεν ακυ­ρώ­σει, το φευ­γα­λέο της ύπαρξής του μέσα στον κόσμο. Και πως θα «σώσει» από την κατα­στρο­φική λήθη και τον ίδιο, και τους άλλους και την Ιστορία.

Πριν ακόμη το παιδί αρχίσει να γράφει, πριν του μάθουν, όσοι γνω­ρί­ζουν, να γράφει, έχει κιόλας εγγρά­ψει στην τρυφερή μεμ­βράνη της μνήμης του τις πρώτες του εντυ­πώ­σεις από τη ζωή. Έχει γράψει μέσα στην καρδιά του, με στοργή κι εμπι­στο­σύνη, τους δικούς του, αρχίζει να γράφει τους οικεί­ους του, τους συγ­γε­νείς του, κατόπιν τους φίλους του. Κι όσο προ­χω­ρεί μέσα στον χρόνο παλεύει να κατα­γρά­ψει όλο τον κόσμο που γνω­ρί­ζει, τον κόσμο του. Αυτές οι πράξεις της γραφής του προ­σβάλ­λο­νται κάθε τόσο από τη λήθη, οι γραφές κατα­τρώ­γο­νται από τον χρόνο, όπως εκείνες που χάραζαν οι παλιοί άνθρω­ποι στα μάρμαρα. Και όσο βαραί­νει μέσα και πάνω του ο χρόνος, τόσο ο καθένας προ­σπα­θεί να περι­φρου­ρή­σει τις γραφές του βίου του, ώστε να ανα­γι­γνώ­σκο­νται εύκολα. «Σ’ έχω γράψει στην καρδιά μου», «είναι γραμ­μένο στη μνήμη μου», «απο­μέ­νει ανε­ξί­τηλο μέσα μου» – εκφρά­σεις της καθη­με­ρι­νής ζωής- αυτής που φεύγει, αυτής που ανασπά από τον κόσμο τους δικούς μας, τους συγ­γε­νείς και φίλους.

Πλά­σματα γεν­νη­μένα για να γράφουν οι άνθρω­ποι, όλοι οι άνθρω­ποι. Κι ανάμεσά τους πολλοί που κατορ­θώ­νουν να γράψουν το όνομά τους σε μια οικο­γέ­νεια, σε μια επι­χεί­ρηση, σ’ ένα επάγ­γελμα. Μέσα στην Ιστορία του κόσμου, οι φημι­σμέ­νοι, οι άξιοι, οι μεγάλοι οι ήρωες. Μέσα στην Ιστορία των Επι­στη­μών, οι σπου­δαίοι. Μέσα στην Ιστορία της Εκκλη­σίας, οι άγιοι. Μέσα στην Ιστορία των Γραμ­μά­των, οι αυθε­ντι­κοί συγ­γρα­φείς. Όλοι αυτοί, καθένας με τον τρόπο του, γράφουν.

Από όλους ωστόσο τους ανθρώ­πους που το θείο ριζικό τους είναι να γράφουν, εκείνοι που γράφουν μ’ έναν τρόπο πασι­φανή, επίσημο, είναι οι συγ­γρα­φείς. Ποιητές, στο­χα­στές, μυθι­στο­ριο­γρά­φοι γράφουν και ξανα­γρά­φουν τον εαυτό τους και τους άλλους, τον κόσμο που βλέπουν κι εκείνον που δεν βλέπουν και που ωστόσο τον θεωρούν εξίσου πραγ­μα­τικό.

Γιατί όλοι αυτοί, όλοι όσοι γράφουν, επι­μέ­νουν να γράφουν, ενώ έχουν βεβαιω­θεί πως θα βγουν κάποια στιγμή από τον κόσμο, καθώς κι ο ίδιος ο κόσμος –αφού ό,τι έχει αρχή θα έχει κι ένα τέλος– θα βγει κάποτε από τον εαυτό του; Ίσως γιατί το γράφειν –συνει­δητό ή όχι, εκούσιο ή και ακούσιο, φανερό ή και κρυφό– απο­τε­λεί την έσχατη, ακραία παρη­γο­ριά για τη θνη­τό­τητα που τους πολιορ­κεί και που τελικά τους κατα­βάλ­λει. Αυτή τη θνη­τό­τητα που φαρ­μα­κώ­νει την ύπαρξη και τη συνεί­δηση του ανθρώ­που με το φαρμάκι της ματαιό­τη­τας, πολεμά και εξορ­κί­ζει, και αρνεί­ται η πράξη του γράφειν.

Ο Κώστας Ε. Τσι­ρό­που­λος (1930-2017) ήταν συγ­γρα­φέας, μετα­φρα­στής και εκδότης. Το κείμενο «Γράφειν»

ανήκει στη συλλογή δοκι­μίων «Η Μόνωση ως Συνο­μι­λία» (2003).

Κείμενο 3

Εκεί πού ανα­ρω­τι­έσαι για πράγ­ματα που πρώτη φορά

αντι­κρίζεις

για πράγ­ματα χιλιοει­πω­μένα που έχουνε πια περάσει

για πράγ­ματα που ξαφ­νι­άζουν κι ας γίνο­νται κάθε μέρα

για πράγ­ματα που έλεγες δεν θα συμβούν ποτέ

και τώρα συμ­βα­ίνουν μπρος στα μάτια σου

γ ι’ άλλα που επα­να­λαμ­βάνο­νται μ’ ελάχι­στες παραλ­λα­γές

για πράγ­ματα που που­λιο­ύνται μόλις πιάσουν

κατάλ­ληλη τιμή

για πράγ­ματα που σάπισαν με το πέρασμα του καιρού

ή που ήσαν σάπια απ’ την αρχή και δεν το έβλεπες

εκεί που απορείς για πράγ­ματα που μπόρε­σες να κάνεις

για πράγ­ματα σοβαρά ή ανόητα που ρίσκα­ρες τη ζωή σου

για πράγ­ματα σημα­ντικά που τα κατάλα­βες αργότερα

για πράγ­ματα που τα φοβήθη­κες κι απέφυ­γες

ν’ ανα­λάβεις

για πράγ­ματα που τα προ­γραμ­μάτι­σες και δεν σου βγήκαν

γ ι’ άλλα που τα σχε­δία­σαν άλλοι και βγήκαν δια­φο­ρε­τικά

για πράγ­ματα που σου έτυχαν χωρίς να τα περι­μένεις

για πράγ­ματα που μόνο τα ονει­ρε­ύτη­κες

και κάποτε, μία στις χίλιες, πραγ­μα­τώθη­καν…

Εκεί απάνω σε βρίσκει η ποίηση.

Τίτος Πατρί­κιος, ποίημα από τη συλλογή «Σε βρίσκει η ποίηση» (2012).

Πώς σας φάνηκε το άρθρο;

Ένα πάτημα, χωρίς λογαριασμό. Μία ψήφος ανά συσκευή.

Σχολιασμός άρθρου

Προσθέστε ένα σχόλιο

Εμφανίζεται μετά από έγκριση · το e-mail δεν δημοσιεύεται0 / 2000

Τα σχόλια εκφράζουν τον σχολιαστή, όχι τη Δημοκρατική. Όροι σχολιασμού

Τα σχόλια εκφράζουν αποκλειστικά τον εκάστοτε σχολιαστή. Η Δημοκρατική δεν υιοθετεί αυτές τις απόψεις. Διατηρούμε το δικαίωμα να διαγράψουμε όποια σχόλια θεωρούμε προσβλητικά ή περιέχουν ύβρεις, χωρίς καμία προειδοποίηση. Χρήστες που δεν τηρούν τους όρους χρήσης αποκλείονται. Τα σχόλια δημοσιεύονται μετά από έγκριση· το e-mail δεν δημοσιεύεται.

Γίνετε ο πρώτος που θα σχολιάσει.