ΤΟΠΙΚΕΣ ΕΙΔΗΣΕΙΣ

“Ένα παιδί στη Ρόδο του ‘50”-του Πέτρου Μακρή- Στάικου

news room 7 λεπτά ανάγνωση
Ρόδος

Rhodes RICHeS: Λάβαμε το παρα­κάτω κείμενο από τον Πέτρο Μακρή Στάϊκο που περι­γρά­φει κάποιες στιγμές από τις οικο­γε­νεια­κές καλο­και­ρι­νές δια­κο­πές του στη Ρόδο τη δεκα­ε­τία του 1950. Στιγμές με την αθω­ό­τητα της παι­δι­κής ματιάς:

Ένα παιδί στη Ρόδο του ‘50

“Το 1957 ήμουν 8 ετών. Το καλο­καίρι εκείνης της χρονιάς οι γονείς μου απο­φά­σι­σαν να πάμε για δύο εβδο­μά­δες στη Ρόδο, την οποία δεν γνώ­ρι­ζαν αλλά είχε ανα­δει­χθεί σε πολυ­σύ­χνα­στο και δημο­φι­λές νησί. Έτσι μια μέρα επι­βι­βα­στή­καμε στο πλοίο της γραμμής. Τα πλοία της γραμμής τότε, ήταν το Μια­ού­λης, το Κανάρης και το Αιγαίον. Όπως μου εξήγησε ο πατέρας μου, το τελευ­ταίο ήταν ποτα­μό­πλοιο και για αυτό δεν είχε καρίνα. Δεν θυμάμαι με ποιο από τα τρία πήγαμε και με ποιο γυρί­σαμε. Στη Ρόδο μείναμε στο περί­φημο “Hotels des Roses” ή Ξενο­δο­χείο των Ρόδων, ιδιο­κτη­σίας τότε της Εθνικής Τρά­πε­ζας της Ελλάδος. Μια-δυο μέρες μετά αρρώ­στησα με υψηλό πυρετό, όπως είχα πάθει και σε άλλα νησιά. Αιτία ήταν το νερό που πείραζε το ευαί­σθητο στομάχι μου. Όταν έγινα καλά, άρχισα τα μπάνια με τους γονείς και τον αδελφό μου, τον Πάνο. Για να πας στην παραλία, έπρεπε να κατέ­βεις στο ημι­υ­πό­γειο, όπου έβλεπες τα απο­μει­νά­ρια από παλιές μέρες, όταν στο ξενο­δο­χείο λει­τουρ­γούσε και καζίνο. Αυτό που ουδέ­ποτε θα λησμο­νήσω ήταν ο Έλληνας που νοί­κιαζε τις ομπρέ­λες. Parasoli, parasoli, φώναζε. Είχε μείνει στην ιτα­λο­κρα­τία!

Με τον Πάνο εξε­ρευ­νού­σαμε το ξενο­δο­χείο. Στο ισόγειο, στη μια του άκρη υπήρχε η χει­με­ρινή τρα­πε­ζα­ρία, άδεια και αχρη­σι­μο­ποί­ητη πλέον. Η θαυ­μά­σια τζα­μα­ρία, σχεδόν ημι­κυ­κλική, έβλεπε στον κήπο. Με τον Πάνο φωνά­ζαμε για να ακού­σουμε την ηχώ. Ηχώ δεν άκουγες, υπήρχε όμως μεγάλη αντή­χηση.

Στην άλλη άκρη με τις θαυ­μά­σιες τοι­χο­γρα­φίες, λει­τουρ­γούσε τα Σαβ­βα­το­κύ­ριακα τρα­πε­ζα­ρία για τους επι­βά­τες των κρουα­ζιε­ρό­πλοιων που γευ­μά­τι­ζαν στο ξενο­δο­χείο. Η κεντρική τρα­πε­ζα­ρία ήταν ανοικτή από την πλευρά της θάλασ­σας και η θέα ήταν θαυ­μά­σια. Κάθε μεση­μέρι υπήρχε ορχή­στρα που έπαιζε ελαφρά κλασ­σική μουσική. Ο μετρ, Έλληνας από την Ρωσία, ήταν παχύς και ο πρώτος άνθρω­πος που είδα με πυκνές μαύρες τρίχες στα αυτιά. Η ζωή του ήταν ταυ­τι­σμένη με το ξενο­δο­χείο και όταν αυτό αργό­τερα έκλεισε, μετά από λίγο πέθανε από κατά­θλιψη. Μας συμπά­θησε αμέσως και όταν ένα φαγητό δεν ήταν αρκετά φρέσκο ή ήταν ακα­τάλ­ληλο για παιδιά, το έλεγε με τρόπο στον πατέρα μου. Μερικά βράδια, σου­λά­τσο πάνω-κάτω στον κεντρικό δρόμο στο λιμάνι, μαζί με πλήθος κόσμου. Ο πατέρας μου αγόραζε αράπικο φυστίκι σε κου­κού­λια και, όπως όλοι, τα τσόφλια τα πετά­γαμε στο δρόμο! Άλλα βράδια, φαγητό στον Ν.Ο.Ρ και άλλα στο Θέρμαι, απέ­να­ντι από το ξενο­δο­χείο. Εκεί ήταν που πρω­το­έ­φαγα hors d’oeuvre, δυο φέτες σαλάμι, ένα αυγό σφιχτό, κομμένο στα δυο, και δυο ντολ­μά­δες για­λαν­τζί, προ­φα­νώς από κον­σέρβα. Άλλοι καιροί!

Η μεγάλη μου δοκι­μα­σία άρχιζε με την επι­στροφή μας στο ξενο­δο­χείο. Έπρεπε υπο­χρε­ω­τικά να περά­σουμε από το τούρ­κικο νεκρο­τα­φείο, με τους σπα­σμέ­νους ή ανοι­χτούς τάφους. Μέσα στο σκοτάδι έτρεμα από φόβο και προ­σπα­θούσα να μην το δείξω…

Το 1959 ήμουν 10 ετών και ξανα­βρέ­θηκα με τους γονείς μου και τον Πάνο στη Ρόδο. Το 1958 υπήρξε δρα­μα­τικό για την οικο­γε­νειά μας. Τον Ιούλιο η μητέρα μου, 35 ετών τότε, τελείως συμ­πτω­μα­τικά, δια­γνώ­σθηκε με κακοήθη όγκο στον εγκέ­φαλο. Τον Αύγου­στο εγχει­ρί­στηκε στην Πολυ­κλι­νική Αθηνών από άρι­στους για­τρούς που δήλωσαν στον πατέρα μου ότι της έδιναν προ­θε­σμία ζωής έναν χρόνο. Όμως τότε, το 1958 και το 1959 η ζωή μας άλλαξε. Με αυτά που της είχαν συμβεί έπεσε σε βαθιά κατά­θλιψη. Για να την βοη­θή­σει να συνέλ­θει, ο πατέρας μου έμαθε να οδηγεί αυτο­κί­νητο και μετά αγόρασε ένα Ford Consul, προ­κει­μέ­νου να πηγαί­νουμε εκδρο­μές. Για αυτό και το δεύτερο, ακριβό ταξίδι στη Ρόδο.

Στη Ρόδο δεν ήμασταν μόνοι. Βρί­σκο­νταν εκεί η θεία μου, Νινίκα Μακρή, και η κόρη της, η Έλλη. Εκείνες έμειναν στο πιο φθηνό Θέρμαι αλλά βρί­σκο­νταν μαζί μας. Το Hotel des Roses περ­νούσε λαμπρές ημέρες: Ο Σοφο­κλής Βενι­ζέ­λος, ο Ναύ­αρ­χος Ιωάννης Τούμπας, η οικο­γέ­νεια Καζούλη από την Αλε­ξάν­δρεια και πολλοί άλλοι γνωστοί βρί­σκο­νταν εκεί. Ο πατέρας μου, μου εξη­γούσε ποιοι ήταν όταν τους βλέπαμε τα μεση­μέ­ρια στην τρα­πε­ζα­ρία. Από την τρα­πε­ζα­ρία βλέπαμε και την περί­φημη “Χρι­στίνα” του Αρι­στο­τέλη Ωνάση, αγκυ­ρο­βο­λη­μένη στα ανοιχτά και την πρώτη του γυναίκα, Τίνα Λιβανού, να κάνει θαλάσ­σιο σκι με μια μεγάλη ξύλινη βεν­ζι­νά­κατο.

Ένα μεση­μέρι, η ορχή­στρα στην τρα­πε­ζα­ρία έπαιξε τον Μολδάβα του Bedřich Smetana και ο πατέρας μου με ρώτησε τί προ­τι­μούσα, το πώς έπαιζε το κομμάτι η ορχή­στρα ή την έκδοση που είχαμε σε δίσκο στο σπίτι. Δεν το περί­μενα και, αμή­χα­νος, προ­τί­μησα την ορχή­στρα. Ο πατέρας μου θύμωσε…

Μια ημέρα ο πατέρας μου μας αγόρασε μια πετονιά και δόλωμα. Έτσι, το από­γευμα πήγαμε με τον Πάνο στην παραλία, καθί­σαμε κάτω από το ελάφι και αρχί­σαμε το ψάρεμα. Σε λίγο κάτι τσί­μπησε, ένας σπάρος περίπου πέντε εκα­το­στά. Γυρί­σαμε στο ξενο­δο­χείο και, περί­φα­νος, τον πήγα στην κουζίνα, όπου πλέον με γνώ­ρι­ζαν. Την άλλη μέρα το μεση­μέρι, καθό­μα­σταν σε ένα τραπέζι στην άκρη προς την θάλασσα. Ξαφνικά, άρχισαν να ακού­γο­νται γέλια από τα τρα­πέ­ζια κοντά στην είσοδο και σιγά σιγά πλη­σί­α­ζαν. Εμφα­νί­στηκε ο μετρ με ένα μεγάλο, αση­μέ­νιο δίσκο. Στη μέση ήταν ο σπάρος μου και γύρω γύρω μαϊ­ντα­νός. Τον άνοιξε, τον καθά­ρισε και τον σέρβιρε στο πιάτο μου. Κατά κόκ­κι­νος από ντροπή, τον ευχα­ρί­στησα και έφαγα το αλίευμά μου.

Πριν φύγουμε για την Ρόδο, ο πατέρας μου είχε αγο­ρά­σει το πρώτο τραν­σί­στορ, μάρκας Philips, που τότε έβρι­σκες στην Αθήνα. Στο δωμάτιο μας τα βράδια, ο Πάνος και εγώ ακού­γαμε μουσική και ειδή­σεις. Πιάναμε όμως, και έναν περί­εργο για εμάς ραδιο­φω­νικό σταθμό. Τον λέγανε The Voice of America from Rhodes. Τα χρόνια εκείνα μιλούσα μόνο γαλλικά και έτσι το σταθμό τον έλεγα The… Boys of America from Rhodes! Εκείνο που μας έκανε εντύ­πωση ήταν ένα είδος μου­σι­κής που δεν είχαμε ξανα­α­κού­σει, Jazz τη λέγανε. Ο πατέρας μου την σιχαι­νό­ταν και στο σπίτι μας στην Αθήνα εκτός από την κλασ­σική, υπήρχε μόνο γαλλική και ιταλική μουσική. Ύστερα από πολλά χρονιά έγινα φανα­τι­κός ακρο­α­τής και συλ­λέ­κτης LPs και CD’s με Jazz!

Ένα βράδυ τρώγαμε με τη θεία Νινίκα και την Έλλη στον Ν.Ο.Ρ..Στο τραπέζι πίσω τους, καθόταν ο βου­λευ­τής της ΕΔΑ, Ηλίας Μπρε­δή­μας με την οικο­γέ­νεια του. Δεν τους είχαν φέρει ακόμα καράφα με νερό και ζήτησε από την θεία μου την δική μας. Εκείνη γύρισε σ’ εμένα και μου είπε: Πέτρο, δώσε μου την δεύτερη καράφα μας. Την θέλει ο κ. Μπρε­δή­μας. Εγώ δεν δίνω σε κομου­νι­στή νερό! η απά­ντηση μου. Ύστερα πήρα την καράφα και έχυσα το νερό στα χαλίκια. Βεβαίως, όπως έμαθα αργό­τερα, ο Μπρε­δή­μας δεν ήταν κομου­νι­στής αλλά με τα μάτια της εποχής ήξερα τί ήταν η ΕΔΑ… (ο πατέρας μου Στάμος στον Εμφύλιο είχε κατα­τα­γεί στον ΕΔΕΣ του Ν. Ζέρβα).

Εκδρο­μές στις Πετα­λού­δες, στη Λίνδο, στη Φιλέ­ρημο. Ανε­βαί­νο­ντας το δρόμο προς τη Φιλέ­ρημο, μας προ­σπερ­νού­σαν με ταχύ­τητα σπορ αυτο­κί­νητα. Έκαναν δοκιμές για το ομώνυμο διεθνές ράλλι που θα γινόταν σε λίγες μέρες. Όμως το 1963 στο ράλι σκο­τώ­θηκε ο καλύ­τε­ρος Έλληνας οδηγός της εποχής, Πέτρος Κου­βά­τσος, και το ράλι ματαιώ­θηκε και δεν ξανα­έ­γινε από τότε…

Επι­στρέ­ψαμε από την Ρόδο με αερο­πλάνο Dakota της Τ.Α.Ε. O Ωνάσης δεν είχε ιδρύσει ακόμα την ολυ­μπιακή αερο­πο­ρία.

Ξανα­πήγα στη Ρόδο το 1976 και από τότε, σιγά σιγά, δέθηκα τόσο πολύ με το νησί που σχεδόν έγινε δεύτερή μου ιδιαί­τερη πατρίδα…”

O Πέτρος Μακρής-Στάϊκος γεν­νή­θηκε το 1949 στην Αθήνα και στο γενε­α­λο­γικό του δέντρο συναντά κανείς έναν αντι­στρά­τηγο, δύο υπο­στρα­τή­γους, έναν υπουργό, επτά εκπρο­σώ­πους σε Εθνο­συ­νε­λεύ­σεις, οκτώ βου­λευ­τές και δύο Δημάρ­χους Αγρι­νίου. Σπού­δασε Νομικά στο Πανε­πι­στή­μιο Αθηνών και έκανε μετα­πτυ­χια­κές σπουδές στη Γερ­μα­νία. Πριν μετα­πη­δή­σει στην ιστο­ριο­γρα­φία δικη­γο­ρούσε από το 1975 και για πολλά χρόνια ήταν συνερ­γά­της στο δικη­γο­ρικό γραφείο του Αλεξ. Λυκου­ρέ­ζου. Μαζί με τον Αλεξ. Λυκου­ρέζο ετοί­μα­σαν τη μήνυση που οδήγησε στη σύλληψη και την άσκηση ποι­νι­κής δίωξης για εσχάτη προ­δο­σία και στάση κατά των πρω­ται­τίων του πρα­ξι­κο­πή­μα­τος της 21ης Απρι­λίου 1967. Το 1990 συνέ­βαλε στην απο­κά­λυψη του σκαν­δά­λου του «γιου­γκο­σλα­βι­κού καλα­μπο­κιού» και συμ­με­τείχε ως νομικός στη δίκη ενώπιον του Ειδικού Δικα­στη­ρίου.

Έργα του: – Κίτσος Μαλ­τέ­ζος. Ο αγα­πη­μέ­νος των Θεών – Βρε­τα­νική πολι­τική και αντι­στα­σιακά κινή­ματα στην Ελλάδα. Η απόρ­ρητη έκθεση του ταγ­μα­τάρχη David J. Wallace.– «Ο Άγγλος Πρό­ξε­νος». Ο υπο­πλοί­αρ­χος Noel C. Rees και οι βρε­τα­νι­κές μυστι­κές υπη­ρε­σίες. Ελλάδα-Μέση Ανατολή (1939-1944) – Ο «Δεκέμ­βρης» του 1944. Τέσσερα άγνωστα κείμενα. – Άρθρα σε εφη­με­ρί­δες και περιο­δικά.

Πώς σας φάνηκε το άρθρο;

Ένα πάτημα, χωρίς λογαριασμό. Μία ψήφος ανά συσκευή.

Σχολιασμός άρθρου

Προσθέστε ένα σχόλιο

Εμφανίζεται μετά από έγκριση · το e-mail δεν δημοσιεύεται0 / 2000

Τα σχόλια εκφράζουν τον σχολιαστή, όχι τη Δημοκρατική. Όροι σχολιασμού

Τα σχόλια εκφράζουν αποκλειστικά τον εκάστοτε σχολιαστή. Η Δημοκρατική δεν υιοθετεί αυτές τις απόψεις. Διατηρούμε το δικαίωμα να διαγράψουμε όποια σχόλια θεωρούμε προσβλητικά ή περιέχουν ύβρεις, χωρίς καμία προειδοποίηση. Χρήστες που δεν τηρούν τους όρους χρήσης αποκλείονται. Τα σχόλια δημοσιεύονται μετά από έγκριση· το e-mail δεν δημοσιεύεται.

Γίνετε ο πρώτος που θα σχολιάσει.