ΤΟΠΙΚΕΣ ΕΙΔΗΣΕΙΣ

Ασκήθηκε η πρώτη αίτηση αναίρεσης για αδικοπραξίες πρώην τραπεζικού διευθυντή

Δαμιανός Αθανασίου 3 λεπτά ανάγνωση
ταμείο-τράπεζα

Ενώπιον του Εφε­τείου Δωδε­κα­νή­σου ασκή­θηκε αίτηση αναι­ρέ­σεως της υπ’ αριθμ. 30/2019 από­φα­σής του με την οποία ανε­τράπη η πρώτη απόφαση του Πολυ­με­λούς Πρω­το­δι­κείου Ρόδου με την οποία κρίθηκε υπαί­τιος για υπε­ξαι­ρέ­σεις που τέλεσε με ιδιαί­τερα τεχνά­σματα ο πρώην διευ­θυ­ντής του κεντρι­κού υπο­κα­τα­στή­μα­τος της τρά­πε­ζας Πει­ραιώς στην Ρόδο, το πιστω­τικό ίδρυμα, και κυρίως εκείνες που φέρο­νται να τελέ­στη­καν πριν την συγ­χώ­νευσή του με την υπό εκκα­θά­ριση πλέον Marfin Egnatia Bank.

Το δευ­τε­ρο­βάθ­μιο πολι­τικό δικα­στή­ριο εξέτασε συγκε­κρι­μένα την έφεση της τρά­πε­ζας που εκπρο­σω­πή­θηκε από τους δικη­γό­ρους κ.κ. Γιάννη Καρα­τζα­φέρη και Ιωάννη Ρωμαίο κατά ενός κατοί­κου της Ρόδου, που εκπρο­σω­πή­θηκε από τον δικη­γόρο κ. Παντελή Απο­στολά.

Ο εφε­σί­βλη­τος άσκησε ενώπιον του Πολυ­με­λούς Πρω­το­δι­κείου Ρόδου σε βάρος (και) της εκκα­λού­σας την από 22 Ιανουα­ρίου 2016 αγωγή και το πρω­τό­δικο δικα­στή­ριο, εξέδωσε την υπ’ αριθμ. 161/2017 ορι­στική του απόφαση, με την οποία έκανε εν μέρει δεκτή την αγωγή.

‏Στην αγωγή του ο ενάγων εξέθεσε ότι δια­τη­ρούσε τρα­πε­ζι­κούς λογα­ρια­σμούς σε υπο­κα­τα­στή­ματα της τρά­πε­ζας Marfin Egnatia Bank, την οποία δια­δέ­χθηκε η Τράπεζα Πει­ραιώς Α.Ε., όπου διευ­θυ­ντής ήταν, δυνάμει σύμ­βα­σης εργα­σίας αορί­στου χρόνου, ο δεύ­τε­ρος ενα­γό­με­νος (μη διά­δι­κος στο Εφετείο), με τον οποίο συν­δε­ό­ταν με σχέση μακρό­χρο­νης φιλίας.

Ο τελευ­ταίος, εκμε­ταλ­λευό­με­νος την εμπι­στο­σύνη που απέρρεε από τη φιλική αυτή σχέση, καθώς και τη θέση του στην πρώτη ενα­γο­μένη, αφαι­ρούσε από τους λογα­ρια­σμούς του σημα­ντικά χρη­μα­τικά ποσά για μεγάλο χρονικό διά­στημα, χωρίς ο ενάγων να το αντι­λη­φθεί, καθώς ο δεύ­τε­ρος ενα­γό­με­νος φρό­ντιζε να καλύ­πτει τη δρα­στη­ριό­τητά του μετερ­χό­με­νος ποινικά κολά­σι­μες πράξεις.

Για τις κατα­θέ­σεις που τηρούσε στους παρα­πάνω λογα­ρια­σμούς, είχε συνάψει με την πρώτη ενα­γο­μένη, δια του δεύ­τε­ρου ενα­γο­μέ­νου υπό την ανωτέρω ιδιό­τητά του, 4 συμ­βά­σεις προ­θε­σμια­κής κατά­θε­σης, που αντι­στοι­χού­σαν στα χρη­μα­τικά ποσά που υπήρχαν στους λογα­ρια­σμούς του, λαμ­βά­νο­ντας και τους αντί­στοι­χους τίτλους, εκ των οποίων όμως μόνον οι δύο τίτλοι ήταν γνήσιοι, καθώς οι τίτλοι που αφο­ρού­σαν στις λοιπές δύο προ­θε­σμια­κές κατα­θέ­σεις, ήταν προ­ϊ­ό­ντα πλα­στο­γρα­φίας.

Με βάση τις συμ­βά­σεις προ­θε­σμια­κής κατά­θε­σης που συνήψε με την πρώτη ενα­γο­μένη, σε συν­δυα­σμό με το υπό­λοιπο που εμφά­νιζε ο λογα­ρια­σμός του τον Ιούνιο του 2015, οπότε και απο­κα­λύ­φθηκε η εγκλη­μα­τική δράση του δεύ­τε­ρου ενα­γο­μέ­νου, ο δεύ­τε­ρος ενα­γό­με­νος είχε αφαι­ρέ­σει με παρά­νο­μες πράξεις το συνο­λικό ποσό των 432.485,66 ευρώ.

Το Εφετείο Δωδε­κα­νή­σου με την απόφασή του επι­ση­μαί­νει ότι ο ενάγων συν­δε­ό­ταν με τον δεύτερο ενα­γό­μενο της αγωγής (και μη διάδικο) με σχέση μακρό­χρο­νης φιλίας.

Ο τελευ­ταίος, ήταν διευ­θυ­ντής στο πιστω­τικό ίδρυμα με την επω­νυ­μία «Cyprus Popular Bank Public Co Ltd», (Λαϊκή Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εται­ρεία ‏Λίμιτεδ, όπως μετο­νο­μά­στηκε η κυπριακή εται­ρεία με την επω­νυ­μία “Marfin Populas Bank Public Co Ltd”, η οποία δια­τη­ρούσε στην Ελλάδα υπο­κα­τα­στή­ματα με την επω­νυ­μία “Marfin Egnatia Bank”) ειδική διά­δο­χος της οποίας, δυνάμει της από 26-3- 2013 σύμ­βα­σης πώλησης και μετα­βί­βα­σης, κατέστη η πρώτη ενα­γό­μενη και ήδη εκκα­λούσα, “Τράπεζα Πει­ραιώς Α.Ε.”, η οποία συμ­βλή­θηκε με την ιδιό­τητα της αγο­ρά­στριας.

Ειδι­κό­τερα, δυνάμει της ως άνω σύμ­βα­σης, η πρώτη ενα­γό­μενη μεταξύ άλλων συμ­φώ­νησε με την πωλή­τρια (Λαϊκή Τράπεζα Κύπρου) να ανα­λά­βει σωρευ­τικά κατά το χρόνο μετα­βί­βα­σης την υπο­χρέ­ωση κατα­βο­λής των κατα­θέ­σεων προς τους αντί­στοι­χους κατα­θέ­τες και η αγο­ρά­στρια συμ­φω­νεί να απο­ζη­μιώ­σει την πωλή­τρια για οποια­δή­ποτε υπο­χρέ­ωση σε σχέση με τις κατα­θέ­σεις ή οποιο­δή­ποτε άλλο θέμα ή πράγμα που έγινε ή παρα­λεί­φθηκε από την αγο­ρά­στρια σε σχέση με αυτές μετά το χρόνο μετα­βί­βα­σης.

Εκρινε ότι ο δεύ­τε­ρος ενα­γό­με­νος αφαί­ρεσε το χρη­μα­τικό ποσό των 90.000 ευρώ, για το οποίο είχε συνα­φθεί μεταξύ του ενά­γο­ντος και της πρώτης ενα­γο­μέ­νης σύμβαση κατά­θε­σης, με απο­τέ­λε­σμα η τελευ­ταία να είναι υπο­χρε­ω­μένη να του απο­δώ­σει το ποσό αυτό με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής.

Κατόπιν όλων των ανωτέρω, το συνο­λικό ποσό που το Εφετείο έκρινε ότι πρέπει να επι­δι­κα­στεί στον ενά­γο­ντα ανέρ­χε­ται σε 95.000 ευρώ, όχι δε αυτό των 447.485,66 ευρώ που επι­δι­κά­στηκε από το Πολυ­με­λές Πρω­το­δι­κείο Ρόδου.

Ο ενάγων δια­μαρ­τύ­ρε­ται με πολυ­σέ­λιδη αίτηση αναί­ρε­σεως που άσκησε και η υπόθεση θα κριθεί εκ νέου από τον Αρειο Πάγο.

Πώς σας φάνηκε το άρθρο;

Ένα πάτημα, χωρίς λογαριασμό. Μία ψήφος ανά συσκευή.

Σχολιασμός άρθρου

Προσθέστε ένα σχόλιο

Εμφανίζεται μετά από έγκριση · το e-mail δεν δημοσιεύεται0 / 2000

Τα σχόλια εκφράζουν τον σχολιαστή, όχι τη Δημοκρατική. Όροι σχολιασμού

Τα σχόλια εκφράζουν αποκλειστικά τον εκάστοτε σχολιαστή. Η Δημοκρατική δεν υιοθετεί αυτές τις απόψεις. Διατηρούμε το δικαίωμα να διαγράψουμε όποια σχόλια θεωρούμε προσβλητικά ή περιέχουν ύβρεις, χωρίς καμία προειδοποίηση. Χρήστες που δεν τηρούν τους όρους χρήσης αποκλείονται. Τα σχόλια δημοσιεύονται μετά από έγκριση· το e-mail δεν δημοσιεύεται.

Γίνετε ο πρώτος που θα σχολιάσει.