ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΕΙΣ

Tίτσα Πιπίνου: «Το βιβλίο αντιστέκεται δεν έχει πεθάνει ακόμα»

news room 7 λεπτά ανάγνωση
TITΣA ΠIΠINOY
Το βιβλίο αντιστέκεται δεν έχει πεθάνει ακόμα

TΙΤΣΑ ΠΙΠΙΝΟΥ

Μετά τον «Ιππότη με το τρια­ντά­φυλλο» που ήταν ένα πολύ όμορφο παρα­μύθι, η συγ­γρα­φέας κα Τίτσα Πιπίνου, μιλάει σήμερα στην «δ» για το και­νούρ­γιο της μυθι­στό­ρημα «Το κορίτσι του Αλε­σά­ντρο» που ανα­φέ­ρε­ται στα Δωδε­κά­νησα, βέβαια, στη Ρόδο, αλλά κατά την Ιταλική Κατοχή για τον έρωτα ενός Ιταλού με Ελλη­νίδα και άγνω­στες πτυχές της εποχής. Επίσης ανα­φέ­ρε­ται στις ηρωΐδες των βιβλίων της και δηλώνει ότι «το βιβλίο δεν έχει πεθάνει!».

Η συνέ­ντευξη ανα­λυ­τικά:

Κυρία Πιπίνου, μετά τον «Ιππότη με το τρια­ντά­φυλλο» που ήταν ένα πολύ όμορφο παρα­μύθι, ήρθε «Το κορίτσι του Αλε­σά­ντρο». Και τα δύο έχουν στοι­χεία της περιο­χής μας. Η Ρόδος απο­τε­λεί πάντα σημείο ανα­φο­ράς στην έμπνευσή σας;

Δεν θα μπο­ρούσε να μην απο­τε­λεί η Ρόδος σημείο ανα­φο­ράς σε όσα γράφω, αφού κατοικώ εδώ και γνωρίζω αρκετά καλά τα πράγ­ματα. Είναι πλε­ο­νέ­κτημα να ζει κάποιος στη Ρόδο. Όταν άρχισα να γράφω αυτό δεν το είχα κατα­λά­βει, όπως τα τελευ­ταία χρόνια. Ο καθένας γράφει για όσα ξέρει καλά. Η Ρόδος έχει πλούσια και πυκνή ιστορία που μπορεί να δώσει έμπνευση και ερε­θί­σματα σε ένα συγ­γρα­φέα. «Ο ιππότης με το τρια­ντά­φυλλο» είναι μία ιστορία, για νέους κυρίως, που ανα­φέ­ρε­ται στα μεσαιω­νικά χρόνια, ενώ «Το κορίτσι του Αλε­σά­ντρο» είναι μια ιστορία που δια­δρα­μα­τί­ζε­ται κατά τη διάρ­κεια της Ιτα­λι­κής Κατοχής των Δωδε­κα­νή­σων, του πολέμου μέχρι τις μέρες μας.

Στο νέο σας βιβλίο, τι σας έκανε να ασχο­λη­θείτε με την Ιταλική Κατοχή των Δωδε­κα­νή­σων;

Η Ιταλική Κατοχή είναι η νεώτερη ιστορία μας. Υπάρ­χουν ακόμη άνθρω­ποι και εδώ και στην Ιταλία –ελά­χι­στοι πια- που έζησαν εκείνα τα χρόνια ή από­γο­νοί τους. Επίσης υπάρ­χουν ιστο­ρικά στοι­χεία για την εποχή, δεν είναι μακρινό παρελ­θόν. Μπορεί ο χρόνος να έχει εξω­ρα­ΐ­σει κάπως τα πράγ­ματα, και να υπάρ­χουν όλα αυτά τα κτήρια που άφησαν πίσω τους οι Ιταλοί και έχουν γίνει αξιο­θέ­ατα σήμερα, αλλά δεν ήταν εύκολα χρόνια εκείνα. Ειδικά τα τελευ­ταία, μετά το 1937, όταν στη Ρόδο κυβερ­νή­της ήταν ο Τσέζαρε Μαρία Ντε Βέκκι η ζωή έγινε ακόμη πιο δύσκολη. Για αυτή την εποχή κυρίως μιλώ στο βιβλίο μου. Έκλει­σαν σχολεία, εφη­με­ρί­δες η ελλη­νική γλώσσα εξο­στρα­κί­στηκε από παντού σε μια προ­σπά­θεια αφελ­λη­νι­σμού του πλη­θυ­σμού. Τότε εγκα­τέ­λει­ψαν πολλοί τα νησιά, μετα­να­στεύ­ο­ντας. Πολλά νησιά ερή­μω­σαν κι έτσι έμειναν για πολλά χρόνια.

Μιλάτε επίσης στο βιβλίο σας για τη Γερ­μα­νική Κατοχή των Δωδε­κα­νή­σων και τα στρα­τό­πεδα συγκέ­ντρω­σης. Τι έχετε να σχο­λιά­σετε;

Αυτή η Κατοχή ήταν η χει­ρό­τερη. Οι κάτοι­κοι δεν είχαν αντι­με­τω­πί­σει ποτέ κάτι τέτοιο πριν. Οι Γερ­μα­νοί έδειξαν πρω­τό­γνωρη σκλη­ρό­τητα στους Ιταλούς μετά την ανακωχή. Δημιούρ­γη­σαν στρα­τό­πεδα συγκέ­ντρω­σης το ίδιο φρικτά με αυτά της Γερ­μα­νίας και της Πολω­νίας, αλλά όχι ευρέως γνωστά, ούτε τόσο μεγάλα. Υπήρξε τόση φρίκη στον πόλεμο, που όσα συνέ­βη­σαν μακριά από τα κέντρα λήψης απο­φά­σεων, όπως τα νησιά, τα σκέπασε η λήθη. Χιλιά­δες Ιταλοί στρα­τιώ­τες, αλλά και Έλληνες πολίτες πέθαναν σε αυτά. Η ζωή είχε χάσει κάθε αξία.

Το ναυάγιο του «Όρια» δεν το γνώριζα, όπως οι περισ­σό­τε­ροι. Ψάχνο­ντας για στοι­χεία της εποχής, έπεσα πάνω σε αυτό. Ανα­ζή­τησα περισ­σό­τε­ρες πλη­ρο­φο­ρίες και μου έκανε εντύ­πωση πως ένα τόσο πολύ­νε­κρο ναυάγιο, με υπερ­δι­πλά­σιους νεκρούς από αυτούς του «Τιτα­νι­κού» -περισσότερους από 4.000- ο ακριβής αριθμός παρα­μέ­νει αδιευ­κρί­νι­στος και σήμερα, ήταν παντε­λώς άγνωστο. Ένα από τα πιο πολύ­νε­κρα ναυάγια παγκο­σμίως. Όλοι σχεδόν οι νεκροί ήταν Ιταλοί αιχ­μά­λω­τοι πολέμου από τη Ρόδο που μετα­φέ­ρο­νταν στα αμπάρια του σε άθλιες συν­θή­κες στον Πειραιά και από εκεί θα προ­ω­θού­νταν σε στρα­τό­πεδα της Γερ­μα­νίας. Βυθί­στηκε στο νησί Πάτρο­κλος, σημε­ρινή ονο­μα­σία Γαΐ­δου­ρο­νήσι, και ακόμη και σήμερα από τον βυθό οι δύτες ανα­σύ­ρουν αντι­κεί­μενα με χαραγ­μένα αρχικά και οστά. Λίγοι γνω­ρί­ζουν γι αυτό γιατί η γερ­μα­νι­κές αρχές για τον φόβο των πολε­μι­κών απο­ζη­μιώ­σεων και της κατα­κραυ­γής δεν το κατέ­γρα­ψαν.

Σε αυτό το βιβλίο ανα­φέ­ρε­στε στον έρωτα ενός Ιταλού με Ελλη­νίδα. Πώς απο­φα­σί­σατε να γράψετε μια τέτοια ιστορία;

Υπάρ­χουν ιστο­ρίες ερώτων Ελλη­νί­δων με Ιταλούς που λέγο­νται ακόμη. Κάποιες τρα­γι­κές και κάποιες με καλό τέλος. Δεν ήταν ασυ­νή­θι­στο κάτι τέτοιο. Κάποιες γυναί­κες ακο­λού­θη­σαν μετά το τέλος του πολέμου και την ήττα των Ιταλών τους συζύ­γους τους στην Ιταλία, λιγό­τε­ροι έμειναν εδώ. Ήταν δύσκολη εποχή για αυτές τις σχέσεις τότε. Η ιστορία που γράφω δεν είναι εμπνευ­σμένη από πραγ­μα­τι­κούς ήρωες, οι δικοί μου είναι επι­νοη­μέ­νοι, αλλά δεν νομίζω ότι απέχουν πολύ από ό,τι συνέ­βαινε τότε.

Έχει ανα­φερ­θεί ότι γράφετε με βάση ένα μουσικό μοτίβο. Στο νέο σας μυθι­στό­ρημα, ποια μουσική είχατε κατά νου και σας ενέ­πνευσε;

Δεν ξέρω αν αυτό λέγεται μουσικό μοτίβο ή ρυθμός. Κάθε βιβλίο έχει τον δικό του ρυθμό. Έχει να κάνει με το θέμα του, είναι το θέμα που υπα­γο­ρεύει το ρυθμό που γρά­φε­ται ένα βιβλίο. Αυτό πετυ­χαί­νε­ται με τη σύνταξη και με το πώς ηχούν οι λέξεις. Είναι φορές που ψάχνεις την κατάλ­ληλη λέξη από συνώ­νυ­μες, μόνο και μόνο για να μην δια­τα­ρά­ξεις τον ρυθμό του βιβλίου σου. Για παρά­δειγμα στο πρώτο μου βιβλίο τη «Γυναίκα της Σκιάς», ίσως γιατί δεν είχα ακόμη την εμπει­ρία που έχω σήμερα, αφαι­ρούσα ολό­κληρα κομ­μά­τια ακριβώς γιατί δεν ήθελα να χαλάσω αυτό που θεω­ρούσα ρυθμό του βιβλίου.

Στη «Γυναίκα της Σκιάς» και στο «Κορίτσι του Αλε­σά­ντρο» κεντρική ηρωίδα σας είναι η τρίτη κόρη της οικο­γέ­νειας. Μπο­ρείτε να μας το εξη­γή­σετε;

Στα περισ­σό­τερα νησιά μας μέχρι πριν λίγα χρόνια ίσχυε το φαι­νό­μενο της πρω­τό­το­κης. Δηλαδή, ίσως και λόγω φτώ­χειας, όλα ή το μεγα­λύ­τερο μέρος από την οικο­γε­νειακή περιου­σία τα έπαιρνε αυτή και για την τρίτη κατά σειρά γέν­νη­σης κόρη δεν έμενε τίποτα. Αυτό είναι σκληρό και βάρβαρο. Το απο­τέ­λε­σμα ήταν αυτά τα κορί­τσια να μένουν στα αζήτητα και η ζωή τους να είναι δύσκολη και μονα­χική. Ήταν κατα­δι­κα­σμέ­νες. Αυτό το έθιμο με συντά­ραξε όταν το έμαθα και το αναφέρω και στα δύο βιβλία. Η ηρωίδα μου η Άννα είναι η τρίτη κόρη της οικο­γέ­νειας, αυτή που δεν περι­μέ­νουν τίποτα να πετύχει στη ζωή της. Ωστόσο αντιδρά, κάτι πρω­τά­κου­στο για την εποχή και το σημα­ντικό τα κατα­φέρ­νει. Του­λά­χι­στον δεν αφήνει τη ζωή της να περάσει χωρίς να τη ζήσει.

Η Περ­σε­φόνη, η πρώτη κόρη, αντα­πο­κρί­νε­ται στις προσ­δο­κίες της οικο­γέ­νειας, μιας και έχουν επεν­δύ­σει τα πάντα σε αυτήν;

Οι οικο­γέ­νειες ήταν άκρως μητριαρ­χι­κές, οπότε το καλό όνομα και η συνέ­χεια της οικο­γέ­νειας εξαρ­τιό­ταν από την πρω­τό­τοκη, αυτή που έφερε και το όνομα της εκ μητρός γιαγιάς της. Το μικρό όνομα και όχι το επίθετο ήταν αυτό που είχε σημασία, κάτι πρω­τά­κου­στο. Στην Περ­σε­φόνη επεν­δύ­ουν τα πάντα, ωστόσο κανείς δεν μπορεί να προ­βλέ­ψει τις ανα­τρο­πές που φέρνει η ζωή, ούτε όλα μπορούν να σχε­δια­στούν εκ των προ­τέ­ρων. Μάλλον τίποτα δεν μπορεί να σχε­δια­στεί. Όχι, η Περ­σε­φόνη δεν εκπλη­ρώ­νει τις δικές τους προσ­δο­κίες, αλλά θα εκπλη­ρώ­σει τις δικές της.

Για την τρομερή γιαγιά που προ­σπα­θεί να κανο­νί­σει τα πάντα, τι έχετε να σχο­λιά­σετε;

Η γιαγιά είναι μια ισχυρή προ­σω­πι­κό­τητα που έχει τον έλεγχο των πάντων, ή έτσι νομίζει. Αυτή τα κανο­νί­ζει όλα, ακόμη και για τους άνδρες της οικο­γέ­νειας. Πιστεύει ακρά­δα­ντα στις αρχές της και νομίζει ότι όλα μπορούν στη ζωή να σχε­δια­στούν και να εξε­λι­χθούν όπως πρέπει. Είναι τρομερό για εκείνη όταν αντι­λαμ­βά­νε­ται ότι αυτό δεν συμ­βαί­νει στην πραγ­μα­τι­κό­τητα. Ο κόσμος της καταρ­ρέει όταν όσα έμαθε μια ζωή, αυτά που τη δίδαξαν και προ­σπά­θησε και η ίδια να μετα­φέ­ρει δεν ισχύουν πια. Ο πόλεμος, η κατοχή, η μετα­νά­στευση, ο κόσμος που διαρκώς μετα­βάλ­λε­ται άλλαξε τα πράγ­ματα. Νιώθει τη ματαί­ωση και παραι­τεί­ται όταν σε αυτόν το νέο κόσμο αυτή και οι ιδέες της δεν έχουν θέση.

Επειδή δια­τη­ρείτε εδώ και χρόνια ένα πολύ δημο­φι­λές βιβλιο­πω­λείο και μάλιστα στην καρδιά της πόλης της Ρόδου, θα ήθελα να μου μιλή­σετε για τις επι­λο­γές των ανα­γνω­στών. Από τι επη­ρε­ά­ζο­νται τα τελευ­ταία χρόνια;

Η δική μου παρα­τή­ρηση είναι ότι ο κόσμος στρέ­φε­ται σε πιο ποιο­τικά βιβλία. Ίσως θέλουν να αξίζουν τα χρήματα τους. Βέβαια η λογο­τε­χνία είναι θέμα γούστου, αλλά πάντα θα υπάρ­χουν οι ανα­γνώ­στες των καλών βιβλίων.

Κάποιοι έλεγαν πριν από αρκετά χρόνια, πως το βιβλίο ‘τείνει να πεθάνει’ λόγω του δια­δι­κτύου. Πώς το σχο­λιά­ζατε;

Το σίγουρο είναι ότι ακόμη δεν έχει πεθάνει! Το βιβλίο αντι­στέ­κε­ται σε σχέση με τη μουσική. Το δια­δί­κτυο, χωρίς αμφι­βο­λία κάνει ζημιά στο βιβλίο. Όχι τόσο όσο στο εξω­τε­ρικό, αλλά αυτή είναι η τάση. Πάντα βέβαια θα υπάρ­χουν αυτοί που θέλουν το βιβλίο σαν αντι­κεί­μενο, δηλαδή χάρτινο που μπορούν να το αγγί­ζουν, να το μυρί­ζουν, να το πάρουν στο κρεβάτι τους. Όταν όμως αυτοί που σήμερα είναι παιδιά γίνουν ενή­λι­κες, δεν είμαι σίγουρη ότι θα στρα­φούν στο βιβλίο και όχι στο εικο­νικό μέσα από ένα τάμπλετ.

Πώς σας φάνηκε το άρθρο;

Ένα πάτημα, χωρίς λογαριασμό. Μία ψήφος ανά συσκευή.

Σχολιασμός άρθρου

Προσθέστε ένα σχόλιο

Εμφανίζεται μετά από έγκριση · το e-mail δεν δημοσιεύεται0 / 2000

Τα σχόλια εκφράζουν τον σχολιαστή, όχι τη Δημοκρατική. Όροι σχολιασμού

Τα σχόλια εκφράζουν αποκλειστικά τον εκάστοτε σχολιαστή. Η Δημοκρατική δεν υιοθετεί αυτές τις απόψεις. Διατηρούμε το δικαίωμα να διαγράψουμε όποια σχόλια θεωρούμε προσβλητικά ή περιέχουν ύβρεις, χωρίς καμία προειδοποίηση. Χρήστες που δεν τηρούν τους όρους χρήσης αποκλείονται. Τα σχόλια δημοσιεύονται μετά από έγκριση· το e-mail δεν δημοσιεύεται.

Γίνετε ο πρώτος που θα σχολιάσει.