ΕΙΔΗΣΕΙΣ

Ο Δημήτρης Κρεμαστινός θυμάται: «Η δικαίωση του ’93 μεγαλύτερη στιγμή από τη νίκη του ’81»

news room 12 λεπτά ανάγνωση
Κρεμαστινός
 Στην επέτειο του θανάτου του Ανδρέα, 21 χρόνια μετά το τελευ­ταίο «αντίο» στον ηγέτη της Αλλαγής, ένας από τους στε­νό­τε­ρους συνερ­γά­τες του, ο καθη­γη­τής και πρώην υπουρ­γός Δημή­τρης Κρε­μα­στι­νός ταξι­νο­μεί τις μνήμες του. Θυμάται περι­στα­τικά που σφρά­γι­σαν την πολι­τική ζωή στην Ελλάδα, μιλά για τον άνθρωπο και πολι­τικό Ανδρέα και απο­κα­λύ­πτει άγνω­στες πτυχές από τη ζωή και τις απόψεις αυτής της μεγάλης πολι­τι­κής προ­σω­πι­κό­τη­τας.

Συνέ­ντευξη στη Νικόλ Λει­βα­δάρη

Αργά το βράδυ της 10ης Οκτω­βρίου του 1993, ο Ανδρέας Παπαν­δρέου μπήκε μόνος στο γραφείο του, στο σπίτι της οδού Μυρτιάς, και ζήτησε ένα ποτήρι με «μισό ουίσκι». Τα τελευ­ταία οκτώ χρόνια, κόντρα στον αστικό μύθο, δεν είχε πιει σχεδόν ποτέ. Εκείνο το βράδυ όμως ήθελε ένα ουίσκι. Οταν, λίγο μετά, τον ακο­λού­θησε ο Δημή­τρης Κρε­μα­στι­νός, καθόταν στο γραφείο, κρα­τούσε το ποτήρι και τον κοι­τούσε χαμο­γε­λώ­ντας. Ο γιατρός, φίλος και πολι­τι­κός συνο­δοι­πό­ρος δεν σχο­λί­ασε, αλλά έκανε μόνο μία ερώτηση: «Πρόεδρε, ήταν μεγα­λύ­τερη βραδιά το ’81 ή η αποψινή;». Ο Ανδρέας ήπιε μια γουλιά και του απά­ντησε: «Απόψε, Δημήτρη. Αναμ­φι­σβή­τητα απόψε».

Ήταν η βραδιά της δικαί­ω­σης και της μεγάλης πολι­τι­κής επι­στρο­φής. Οι κάλπες είχαν μόλις δώσει 46,88% στο ΠΑΣΟΚ και ο Ανδρέας Παπαν­δρέου, έπειτα από ένα Ειδικό Δικα­στή­ριο, μια μάχη against all odds με τον θάνατο κι ένα πρω­το­σέ­λιδο ολο­καύ­τωμα για την προ­σω­πική του ζωή, γινόταν για τρίτη φορά πρω­θυ­πουρ­γός. Και έκλεινε το μάτι στην ιστορία.

Η ιστορία αυτή, 21 χρόνια μετά τον θάνατό του, εξα­κο­λου­θεί να γρά­φε­ται, να δίνει νέες παρα­κα­τα­θή­κες και να θρέφει νέες αμφι­σβη­τή­σεις, να εγείρει πάθη και να διε­γεί­ρει οράματα. Και ο Δημή­τρης Κρε­μα­στι­νός κατα­θέ­τει, για πρώτη φορά, άγνω­στες στιγμές και πτυχές της, φωτί­ζο­ντας το απο­τύ­πωμα του Ανδρέα στη σύγ­χρονη πολι­τική σκηνή. Είναι το απο­τύ­πωμα του «αρι­στε­ρού, κεντρο­α­ρι­στε­ρού, κεντρώου Ανδρέα, του επα­να­στάτη και μεταρ­ρυθ­μι­στή». «Ηταν όλα αυτά μαζί», λέει σήμερα ο Δημή­τρης Κρε­μα­στι­νός. «Κι ήταν», ταυ­τό­χρονα, «εύστρο­φος και ευέ­λι­κτος», προ­σθέ­τει εύγλωττα.

Οι διώκτες που έγιναν υπο­στη­ρι­κτές

H επιτομή αυτού του μείγ­μα­τος βρί­σκε­ται ίσως και πάλι σε εκείνη τη βραδιά της εκλο­γι­κής νίκης του ’93. Ηταν την ίδια βραδιά που ο Δημή­τρης Κρε­μα­στι­νός τού είχε κάνει μια ακόμη ερώτηση: πώς οι πρώην διώκτες έγιναν αίφνης οι πιο ένθερ­μοι υπο­στη­ρι­κτές του.

«Τον ρώτησα», θυμάται σήμερα, «“Μα πώς εξη­γείτε ότι όλοι αυτοί που σας πήγαν στο Ειδικό Δικα­στή­ριο τώρα σας χει­ρο­κρο­τούν;”. Και τότε μου απά­ντησε, πάντα χαμο­γε­λα­στός: “Μα με χει­ρο­κρο­τούν διότι πιστεύ­ουν ότι λόγω υγείας, λόγω των προ­βλη­μά­των μου, ΔΕΝ θα κυβερ­νήσω…”». Κι αυτό είχε πολλούς απο­δέ­κτες. «Και εντός ΠΑΣΟΚ και εκτός. Και κυρίως εκτός, διότι η δια­πλοκή της εποχής ήταν εκτός…».

Το Ειδικό Δικα­στή­ριο και ο Καρα­μαν­λής

Το αν ο Ανδρέας κατά­φερε να ξεγε­λά­σει και τους «εντός» και τους «εκτός» στην τρίτη του θητεία το κρίνει ακόμη η ιστορία. Ολα όμως είχαν ξεκι­νή­σει τριά­μισι χρόνια πριν, στα έδρανα και στο -άδειο- εδώλιο του Ειδικού Δικα­στη­ρίου. Τότε που, όπως απο­κα­λύ­πτει τώρα ο Δημή­τρης Κρε­μα­στι­νός, δεν φοβή­θηκε τη φυλακή, αλλά φοβή­θηκε την ιστορία.

«Εγώ πίστευα», λέει, «ότι δεν θα τον ενδιέ­φερε η δίκη. Ομως δύο ημέρες πριν από την έκδοση της από­φα­σης τον είδα ανήσυχο. Κι εμένα με ενδιέ­φερε περισ­σό­τερο η ανη­συ­χία του για λόγους υγείας. Και του είχα πει: “Ε, δεν βαριέ­στε, πρόεδρε, τώρα. Αυτοί με τα γου­νά­κια -οι δικαστές- όποια απόφαση κι αν πάρουν θα μείνει ως η απόφαση με τα γου­νά­κια”. Και τότε γυρνάει και μου λέει: “Λάθος. Εχεις μεγάλο λάθος”. Του λέω: “Γιατί;”. Και μου απαντά: “Για τα όσα θα γράψει η ιστορία. Γιατί θα ρωτούν τα παιδιά στα σχολεία ποιος πρω­θυ­πουρ­γός της Ελλάδας κατα­δι­κά­στηκε για απάτη και εγκλη­μα­τική συμπε­ρι­φορά στην οικο­νο­μία; Και θα λένε ο Ανδρέας Παπαν­δρέου. Κι αυτό θα μείνει…”».

Τότε ο Δημή­τρης Κρε­μα­στι­νός κατά­λαβε ότι ο Ανδρέας και νοια­ζό­ταν για τη δίκη και φοβόταν: «Κι επειδή ανη­συ­χούσα για την υγεία του, τότε εγώ -αποκλειστικά ως γιατρός- έκανα ό,τι μπο­ρούσα για να το μάθει αυτό ο Κων­στα­ντί­νος Καρα­μαν­λής. Πήγα ο ίδιος στην Προ­ε­δρία της Δημο­κρα­τίας. Ο Καρα­μαν­λής, είτε επειδή δεν ήθελε εκείνη τη στιγμή είτε επειδή πράγ­ματι ήταν άρρω­στος, όπως με ενη­μέ­ρω­σαν, δεν με είδε. Περί­μενα όμως κάτω στο ισόγειο και ζήτησα και του μετέ­φε­ραν ότι “εάν αύριο συμβεί κάτι στην υγεία του Ανδρέα Παπαν­δρέου, ο ελλη­νι­κός λαός θα διχα­στεί. Κι εγώ προ­σω­πικά θα πω ότι αυτός ο διχα­σμός ήρθε λόγω του δικα­στη­ρίου”. Η απά­ντηση που έλαβα από τον συνο­μι­λητή μου ήταν ότι ο Καρα­μαν­λής έμεινε βουβός και προ­βλη­μα­τι­σμέ­νος, δεν απή­ντησε τίποτα».

Ο ίδιος ο Κων­στα­ντί­νος Καρα­μαν­λής, βεβαίως, είχε αφήσει εκείνη την εποχή να του απο­δο­θεί η δήλωση ότι «έναν πρω­θυ­πουργό δεν τον στέλ­νεις στη φυλακή, τον στέλ­νεις στο σπίτι του» – μια δήλωση που είχε ερμη­νευ­θεί ως η έμμεση αλλά έμπρα­κτη στήριξή του στον Ανδρέα.

Το δίλημμα για την παρα­πο­μπή Μητσο­τάκη

Ετσι κι αλλιώς, ούτε η ιστορία ούτε ο λαός θέλησαν να πάει ο Παπαν­δρέου στο σπίτι του. Μεσο­λά­βησε η επι­στροφή του ’93 και λίγο αργό­τερα ήρθε η ώρα του μεγάλου διλήμ­μα­τος απέ­να­ντι στους πρώην κατη­γό­ρους του: του διλήμ­μα­τος για το εάν έπρεπε να παρα­πέμ­ψει ή όχι (σε δίκη) τον Κων­στα­ντίνο Μητσο­τάκη.

«Οταν ετέθη το θέμα της παρα­πο­μπής Μητσο­τάκη -και μάλιστα ορι­σμέ­νοι αφελείς ειση­γού­ντο να παρα­πέμ­ψει και την Ντόρα-, υπήρχαν πολι­τι­κοί παρά­γο­ντες του χώρου του ΠΑΣΟΚ που του έλεγαν ότι αν δεν τους παρα­πέμ­ψει, τότε θα φαι­νό­ταν ότι η δική του αθώωση ήταν απο­τέ­λε­σμα συναλ­λα­γής», λέει ο Δημή­τρης Κρε­μα­στι­νός. «Κι αυτό τον προ­βλη­μά­τιζε. Εγώ, συζη­τώ­ντας μαζί του, του είπα “θυμό­σα­στε, πρόεδρε, που λέγατε τι θα πουν οι επό­με­νες γενιές για τον Ανδρέα Παπαν­δρέου εάν κατα­δι­κα­στεί;”. Χαμο­γέ­λασε… “Ε”, του λέω, “τώρα οι επό­με­νες γενιές, οι ιστο­ρι­κοί θα πουν ότι εκείνος ο οποίος έζησε όλα αυτά επα­νέ­λαβε το ίδιο λάθος. Και, μάλιστα, το επαύ­ξησε”. Και είπε ο Παπαν­δρέου: “Αυτό σκέ­φτο­μαι κι εγώ”. Και τελικά αυτό έκανε: άφησε κάθε εισή­γηση για παρα­πο­μπές στην άκρη».

Η σχέση του, άλλωστε, με τον Κων­στα­ντίνο Μητσο­τάκη ήταν μια σχέση αιώνιας πολι­τι­κής αντι­πα­λό­τη­τας και εξίσου… αιώνιου πολι­τι­κού σεβα­σμού:

«Ο Παπαν­δρέου», λέει ο Δημή­τρης Κρε­μα­στι­νός, «ενώ πολι­τικά δια­φω­νούσε πλήρως μαζί του, ανα­γνώ­ριζε ότι ο Μητσο­τά­κης ήταν ηγέτης. Και μου έφερε παρά­δειγμα τη σύγκριση με τον εαυτό του: “Οταν ήμασταν και οι δύο στην Ενωση Κέντρου”, μου έλεγε, “και μπαί­ναμε στη Βουλή, γύρω μας ερχόταν μια ομάδα βου­λευ­τών. Και εμένα και του Μητσο­τάκη. Αυτό το πράγμα το βλέπεις εσύ σήμερα στο ΠΑΣΟΚ; Να μπαίνει κάποιος και να πηγαί­νουν γύρω του οι βου­λευ­τές;”»…

Η αλήθεια για την παραί­τηση του Ανδρέα

Hταν 15 Ιανουα­ρίου του 1996 στο Ωνάσειο. Οταν οι δημο­σιο­γρά­φοι στην ιστο­ρική πλέον «τέντα» είδαν να φτάνουν αμί­λη­τοι ο Αντώνης Λιβάνης και ο Τηλέ­μα­χος Χυτήρης, γνώ­ρι­ζαν ήδη ότι γρα­φό­ταν η αρχή του πολι­τι­κού τέλους. Ο Ανδρέας Παπαν­δρέου είχε κλείσει σχεδόν δύο μήνες νοση­λείας στη Μονάδα, η αμφι­σβή­τησή του και ο πόλεμος της δια­δο­χής μαί­νο­νταν και η στιγμή της παραί­τη­σης από την πρω­θυ­πουρ­γία είχε έρθει.

Την «πατρό­τητα» αυτής της παραί­τη­σης διεκ­δί­κη­σαν πολλοί, η ιστορία της έχει γραφτεί από ακόμη περισ­σό­τε­ρους και από δια­φο­ρε­τι­κές οπτικές και σκο­πι­μό­τη­τες, «έχει όμως παρα­ποι­η­θεί», λέει σήμερα ο Δημή­τρης Κρε­μα­στι­νός: «Ούτε εγώ ούτε κανείς άλλος του πρό­τεινε να παραι­τη­θεί, η πραγ­μα­τική ιστορία είναι άλλη».

«Εκείνο το πρωί», θυμάται, «είχε συνέλ­θει μετά από αρκετές ημέρες χωρίς επαφή. Ενας γιατρός, δικός μου συνερ­γά­της, μου είπε πως όταν τον εξέταζε ο Παπαν­δρέου τον ρώτησε τι συμ­βαί­νει έξω και ποια είναι η γνώμη του όσον αφορά στο πολι­τικό πρό­βλημα. Πήγα να τον δω ο ίδιος στη Μονάδα. Την ώρα που τον εξέταζα με το ακου­στικό, με κοίταξε στα μάτια και μου είπε: “Με αμφι­σβη­τούν, Δημήτρη;”. Κι εγώ αυθόρ­μητα, άθελά μου, του απά­ντησα “πολύ”. Χωρίς να ξέρω εάν το “πολύ” ήταν με “υ” (“πολύ”) ή με “οι” (“πολλοί”). Μετά το σκέ­φτηκα πως ήταν και τα δύο… Και ο Ανδρέας γυρίζει και μου λέει: “Μήπως πρέπει να μιλή­σεις και να τα πεις στον Αντώνη (τον Λιβάνη);”. Τότε, λοιπόν, έκανα το περί­φημο τηλε­φώ­νημα στον Λιβάνη, ο Λιβάνης ήρθε μαζί με τον Χυτήρη, και άρχισε η δια­δι­κα­σία της παραι­τή­σεως. Ηταν πρωί και ολο­κλη­ρώ­θηκε το από­γευμα».

Η δια­δι­κα­σία «ολο­κλη­ρώ­θηκε» με ένα κείμενο 265 λέξεων προς την Κεντρική Επι­τροπή και την Κοι­νο­βου­λευ­τική Ομάδα του ΠΑΣΟΚ, υπο­γε­γραμ­μένο από τον Ανδρέα. Με το οποίο ζητούσε «να προ­χω­ρή­σει αμέσως η εκλογή νέου πρω­θυ­πουρ­γού, γιατί τα προ­βλή­ματα της χώρας δεν μπορούν να περι­μέ­νουν».

«Ηταν μια παραί­τηση προς τον λαό», λέει σήμερα ο Δημή­τρης Κρε­μα­στι­νός. «Ο Ανδρέας παραι­τή­θηκε στον λαό. Και ποτέ -εγώ του­λά­χι­στον ποτέ δεν τον άκουσα- δεν στήριξε, δεν υπέ­δειξε κάποιον για τη διαδοχή του. “Ο ηγέτης δεν διο­ρί­ζε­ται”, μου έλεγε, “ο ηγέτης έρχεται”».

Το εάν είδε αυτό τον νέο ηγέτη «να έρχεται» ο Ανδρέας Παπαν­δρέου δεν το απο­κά­λυψε ποτέ. Ομως έζησε άλλους έξι μήνες μετά το Ωνάσειο και έως το τέλος ζύγιζε και αμφι­σβη­τούσε τη δική του απόφαση. «Με ρώταγε συχνά “μήπως έκανα λάθος που παραι­τή­θηκα;”» θυμάται σήμερα ο Δημή­τρης Κρε­μα­στι­νός. «Κι εγώ του έλεγα κάθε φορά ότι έκανε σωστά, βλέ­πο­ντας το κλίμα που επι­κρα­τούσε τότε στην Ελλάδα»…

Ο Ανδρέας, η οικο­νο­μία και τα εθνικά

«Οταν πέφτει ένα αερο­πλάνο, είτε υπάρχει βλάβη είτε φταίει η κατα­σκευα­στική εται­ρεία, την ευθύνη τη ρίχνουν πάντα στον πιλότο. Γιατί ο πιλότος δεν μπορεί να απα­ντή­σει. Για να απο­κρύ­ψουν τις δικές τους ευθύνες… Πρώτο μέλημα του Ανδρέα ήταν η οικο­νο­μία και δεν θα παρέ­διδε ποτέ τη χώρα στους δανει­στές».

Ο Δημή­τρης Κρε­μα­στι­νός, όταν απαντά σε όσους χρε­ώ­νουν στην περίοδο Ανδρέα Παπαν­δρέου τη χρε­ο­κο­πία της χώρας, είναι αιχ­μη­ρός, δεν χαρί­ζε­ται: «Εάν γράψω κάποτε βιβλίο, θα στε­να­χω­ρη­θούν πολλοί», λέει με νόημα. Και, 21 χρόνια μετά τον θάνατο του Ανδρέα, υπε­ρα­σπί­ζε­ται με πάθος το κοι­νω­νικό του όραμα, την παρα­κα­τα­θήκη του στην οικο­νο­μία και την εξω­τε­ρική πολι­τική της χώρας, εστιά­ζο­ντας στις ανα­φο­ρές ανάμεσα στο τότε και το τώρα.

«Οταν έλεγε ότι εάν η χώρα δεν αφα­νί­σει το χρέος, τότε το χρέος θα αφα­νί­σει τη χώρα, το εννο­ούσε, κι ανα­ζη­τούσε τις λύσεις», λέει. «Το “Τσοβόλα, δώσ’ τα όλα” δεν υπήρξε ποτέ, ήταν απλώς το σύνθημα του μπαλ­κο­νιού, δεν είχε σχέση με τη φιλο­σο­φία του. Αυτός ήταν ο Ανδρέας, δια­φο­ρε­τι­κός στο μπαλ­κόνι και δια­φο­ρε­τι­κός στη φιλο­σο­φία της δια­κυ­βέρ­νη­σης».

Η ανα­κα­τα­νομή του εισο­δή­μα­τος

Και ποια ήταν η φιλο­σο­φία αυτή; «Στα­θε­ρο­ποί­ηση και παράλ­ληλη ανα­κα­τα­νομή του εισο­δή­μα­τος», απαντά. «Οταν τον ρωτούσα τι μας χωρίζει από την οικο­νο­μική πολι­τική της Δεξιάς, μου έλεγε -τόσο απλά- ότι “ο Μητσο­τά­κης θέλει να ανα­στη­λώ­σει την οικο­νο­μία και μετά, ενδε­χο­μέ­νως, να πάει σε ανα­κα­τα­νομή του εισο­δή­μα­τος. Εγώ βάζω σε προ­τε­ραιό­τητα την ανα­κα­τα­νομή του εισο­δή­μα­τος, δεν θα περι­μένω να αθροι­στεί το απο­τέ­λε­σμα και μετά να κατα­νεί­μουμε…”».

Η θέση αυτή, προ­σθέ­τει, ήταν σταθερή τόσο στην πρώτη περίοδο του Ανδρέα όσο και μετά το ’93: «Το ίδιο έκανε», λέει, «και μετά το ’93, το ίδιο έκανε και πριν: ανα­κα­τα­νομή του εισο­δή­μα­τος μετά το ’81, με τον Γερά­σιμο Αρσένη, και στα­θε­ρο­ποί­ηση μετά το ’85, με τον Κώστα Σημίτη».

Κατά τον Δημήτρη Κρε­μα­στινό, ο Ανδρέας δεν ήταν ασυ­νε­πής – απλώς, η πολι­τική του δεν ήταν ποτέ μονο­διά­στατη, ούτε στην οικο­νο­μία ούτε στην εξω­τε­ρική πολι­τική. Και στα δύο μέτωπα προ­σαρ­μο­ζό­ταν στη συγκυ­ρία και στις ανάγκες της εποχής.

Το ταξίδι στην Αμερική

Μια τέτοια ανάγκη προ­σαρ­μο­γής τον οδήγησε, όπως λέει, και στη μεγάλη στροφή προς την Αμερική μετά το 1993. Τότε τον είχε συνο­δεύ­σει, ως υπουρ­γός Υγείας πλέον, στο ιστο­ρικό ταξίδι του στην Αμερική -το μονα­δικό που έκανε στις ΗΠΑ ως πρωθυπουργός- και στη συνά­ντησή του με τον Κλίντον.

Οπως λέει, μετά τη διάλυση της ΕΣΣΔ, ο Παπαν­δρέου ήθελε η Ελλάδα να πορεύ­ε­ται εντός μεν της Ευρω­παϊ­κής Ενωσης, αλλά να έχει κι ένα πόδι στην άλλη πλευρά, να δια­φο­ρο­ποι­ή­σει την εξω­τε­ρική της πολι­τική: «Ηθελε την Ελλάδα στην Ευρώπη, αλλά όχι ως πιστό ακό­λουθο της Γερ­μα­νίας. Και το δίλημμα που έβαζε από τότε ήταν “η Ευρώπη της Γερ­μα­νίας ή η Γερ­μα­νία της Ευρώπης;”».

Από εκείνο το ταξίδι στις ΗΠΑ θυμάται το επίσημο γεύμα με τον Μπιλ Κλίντον, τον Αλ Γκορ και τον υπουργό Εξω­τε­ρι­κών Γουόρεν Κρί­στο­φερ:

«Ο Κρί­στο­φερ», λέει, «σε όλη τη διάρ­κεια του γεύ­μα­τος μιλούσε συνέ­χεια στον Παπαν­δρέου και του έλεγε τότε ότι εμείς πρέπει να ενι­σχύ­σουμε την προ­σπά­θεια της Τσιλέρ στην Τουρκία, γιατί η Τουρκία θα είναι το ανάχωμα στον ισλα­μικό φοντα­με­ντα­λι­σμό. Ο δε Κλίντον και ο Γκορ παρέ­με­ναν βουβοί, αφή­νο­ντας την πρω­το­βου­λία στον Κρί­στο­φερ. Κι όταν, μετά το γεύμα, τον ρώτησα: “Μα πώς είναι δυνατόν ο Κρί­στο­φερ να μιλάει και να μην μιλούν ο Κλίντον και ο Γκορ;”, μου είπε: “Μα δεν κατα­λα­βαί­νεις ότι το Στέιτ Ντι­πάρ­τμεντ κυβερνά την Αμερική κι όχι ο Πρό­ε­δρος;”».

Τότε, «ο Ανδρέας είχε παλέψει να πείσει στους Αμε­ρι­κα­νούς ότι κάνουν λάθος. Οτι ήταν λάθος να στη­ρί­ξουμε εμείς την πολι­τική της Τσιλέρ, αλλά θα έπρεπε να στη­ρί­ξουμε τον άξονα Ελλάδας – Σερβίας. Διότι έλεγε ότι, λόγω του χρι­στια­νι­κού τόξου, αυτός ο άξονας θα ήταν το ανάχωμα στον ισλα­μικό φοντα­με­ντα­λι­σμό. Μιλούσε όμως σε ώτα μη ακουό­ντων. Και το ιστο­ρικό απο­τύ­πωμα αυτού του λάθους φαί­νε­ται σήμερα, απέ­να­ντι στην Τουρκία του Ερντο­γάν»…

Ο Οζάλ, ο Ατα­τούρκ κι ο Βενι­ζέ­λος

Θυμάται ακόμη ένα άλλο ταξίδι, νωρί­τερα, στη Γενεύη, με τον Ανδρέα να συναντά μόνος τον Οζάλ στη σουίτα ενός ξενο­δο­χείου.

«Ρώτησα τότε», λέει, «τον Γιλμάζ, υπουργό των Εξω­τε­ρι­κών της Τουρ­κίας: “Εσύ γιατί δεν είσαι μέσα; Γιατί δεν παρα­κο­λου­θείς;” κι εκείνος μου απά­ντησε: “Διότι αυτά που θα λεχθούν δεν πρέπει να τα ακούσει κανένας”. Αργό­τερα, ρώτησα τον Ανδρέα τι περι­μέ­νει από αυτές τις συζη­τή­σεις με τον Οζάλ. Και μου είπε ότι ο Οζάλ προ­τεί­νει συνεκ­με­τάλ­λευση του πλούτου του Αιγαίου μαζί με την ειρη­νική συνύ­παρξη των δύο χωρών. Τον ρώτησα τι πιστεύει εκείνος. Γιατί άλλο είναι το “mea culpa” που έλεγε στη Βουλή κι άλλο ήταν τι πίστευε. Μου απά­ντησε ότι είναι πολύ δύσκολο να γίνει αυτό, διότι δεν αφήνουν τα διεθνή συμ­φέ­ρο­ντα. “Αλλά”, μου λέει, “εάν συνέ­βαινε, εάν υπήρχαν εται­ρίες ειρήνης, με την Τουρκία να ανα­γνω­ρί­ζει πλήρως τη Συνθήκη της Λωζάν­νης, θα ήταν πολύ θετικό, αφού θα στα­μα­τούσε η κούρσα των εξο­πλι­σμών μεταξύ των δύο χωρών”. “Μα”, τον ξανα­ρώ­τησα, “δεν θα πουν ότι η συνεκ­με­τάλ­λευση απο­τε­λεί εκχώ­ρηση δικαιω­μά­των της χώρας;”. “Αυτά”, μου απά­ντησε, “τα σκε­φτό­ντου­σαν και ο Ατα­τούρκ με τον Βενι­ζέλο. Αλλο εάν ο χρόνος δεν τους περίσ­σεψε”…».

«Οταν σε επαι­νούν οι αντί­πα­λοι, είσαι σε λάθος δρόμο…»

Σε μια άλλη πτήση με το πρω­θυ­πουρ­γικό αερο­πλάνο, ο Ανδρεάς Παπαν­δρέου έδειξε τον δύσκολο και μονα­χικό δρόμο των μεγάλων ηγετών:

«Μας χώριζε μια θέση», λέει ο Δημή­τρης Κρε­μα­στι­νός, «κι εγώ καθό­μουν απέ­να­ντι, στην άλλη σειρά. Δια­βά­ζαμε τις εφη­με­ρί­δες. Και όλες χτυ­πού­σαν τον Παπαν­δρέου. Για την προ­σω­πική του ζωή, για πολι­τικά θέματα – καμία δεν έλεγε τίποτα καλό. Οπότε του είπα: “Πρόεδρε, δεν υπάρχει μία εφη­με­ρίδα που να λέει κάτι καλό για εμάς”. Και γύρισε και μου είπε: “Εάν οι ιδε­ο­λο­γι­κοί σου αντί­πα­λοι σε επαι­νούν, αυτό σημαί­νει ότι βρί­σκε­σαι σε λάθος δρόμο, έχεις χάσει τον δρόμο σου. Κι ότι έχεις απε­μπο­λί­σει τις αρχές σου. Ο Σαντάτ”, μου είπε, “πήρε βραβείο Νόμπελ για τις ειρη­νευ­τι­κές του προ­σπά­θειες. Αλλά τον εκτέ­λε­σαν σε μια παρέ­λαση μέσα στη χώρα του”»…

Η συνέ­ντευξη του Δημήτρη Κρε­μα­στι­νού δημο­σιεύ­τηκε στην εφη­με­ρίδα Νέα Σελίδα, στο φύλλο 03, 25/06/2017

Πώς σας φάνηκε το άρθρο;

Ένα πάτημα, χωρίς λογαριασμό. Μία ψήφος ανά συσκευή.

Σχολιασμός άρθρου

Προσθέστε ένα σχόλιο

Εμφανίζεται μετά από έγκριση · το e-mail δεν δημοσιεύεται0 / 2000

Τα σχόλια εκφράζουν τον σχολιαστή, όχι τη Δημοκρατική. Όροι σχολιασμού

Τα σχόλια εκφράζουν αποκλειστικά τον εκάστοτε σχολιαστή. Η Δημοκρατική δεν υιοθετεί αυτές τις απόψεις. Διατηρούμε το δικαίωμα να διαγράψουμε όποια σχόλια θεωρούμε προσβλητικά ή περιέχουν ύβρεις, χωρίς καμία προειδοποίηση. Χρήστες που δεν τηρούν τους όρους χρήσης αποκλείονται. Τα σχόλια δημοσιεύονται μετά από έγκριση· το e-mail δεν δημοσιεύεται.

Γίνετε ο πρώτος που θα σχολιάσει.