8 χρόνια κάθειρξη σε δύο ηγετικά στελέχη

Σε ποινή κάθειρξης 8 ετών με ανασταλτικό ως προς την έφεση αποτέλεσμα καταδικάστηκαν χθες από το Τριμελές Εφετείο Δωδεκανήσου επί κακουργημάτων οι κκ Δ. Σπαθάρας πρώην λογιστής και Π. Καστουρνής, πρώην διευθυντή της Δημοτικής Επιχείρησης Συγκοινωνιών “ΡΟΔΑ”.
Οι ανωτέρω κρίθηκαν συγκεκριμένα ένοχοι υπεξαίρεσης και απιστίας σε βάρος της επιχείρησης και για απάτη σε βάρος του προμηθευτή κ Γ. Ρούσσου ενώ απηλλάγησαν από τις κατηγορίες της εκβίασης και της απάτης με υπολογιστή.
Το δικαστήριο έκρινε αθώους για το αδίκημα της κακουργηματικής απιστίας τα μέλη του διοικητικού συμβουλίου της ίδιας επιχείρησης κ.κ. Δ. Ασβέστη, Μ. Βούη, Γ. Τσιγάρο, Γ. Μαντάλη, Μ. Μέντο, Λ. Μηναϊδη, Ι. Παναγέα, Δ. Μοσχογιάννη και Δ. Κοκκάρη.
Οπως έγραψε η «δ», οι κκ Σπάθαρας και Καστρουνής κατηγορήθηκαν για το ό,τι στο χρονικό διάστημα από το έτος 2001 μέχρι και την 22-7-2004, ενεργώντας από κοινού, αφού πλήρωναν με μετρητά τον προμηθευτή κ Γ. Ρούσσο παρακρατούσαν χρηματικό ποσό που ανερχόταν κάθε φορά σε ποσοστό 20% επί της καθαρής αξίας εκάστου τιμολογίου – δελτίου αποστολής που εξέδιδε.
Φέρονται συγκεκριμένα να παρακράτησαν 15.241,37 ευρώ από 11 τιμολόγια – δελτία αποστολής του προμηθευτή και συνολικά σε σύνολο συναλλαγών ύψους 495.033,29 ευρώ με τον ίδιο προμηθευτή το ποσό των 99.006,66 ευρώ.
Από την άλλη οι υπόλοιποι κατηγορήθηκαν για παράτυπη απευθείας προμήθεια 3 μεταχειρισμένων λεωφορείων, 2 μικρολεωφορείων και ενός τουριστικού λεωφορείου.
Εν πάση περιπτώσει το δικαστήριο ξεκίνησε χθες τη συνεδρίαση του, που είχε διακοπεί την 8η Απριλίου 2011, με τη λήψη καταθέσεων από τους κκ Φαίδρα Σαρρή, Μαρία Καραμηνά, Γ. Κανταρζόγλου και Αλή Τσιάγκα. Ολοι αναφέρθηκαν στις διαδικασίες προμήθειας ανταλλακτικών από την επιχείρηση.
Αναδείχθηκε μεταξύ άλλων ότι γινόντουσαν παραλαβές ανταλλακτικών τα οποία προμήθευε η επιχείρηση από τον προμηθευτή Ρούσσο χωρίς να εκδίδει αυθημερον τιμολόγια και δελτία αποστολής, διότι είχε πρόβλημα στην θεώρηση τιμολογίων λόγω οφειλών στη ΔΟΥ σε ΦΠΑ. Ο κ. Κανταρζόγλου κατέθεσε επιπλέον ότι όταν καταγγέλθηκε αρχικώς ότι ο κ. Ρούσσος κατέβαλε προμήθεια έναντι της αξίας των ανταλλακτικών που πουλούσε στην επιχείρηση στους κ.κ. Σπαθάρα και Καστρουνή και ο Πρόεδρος της επιχείρησης κ. Τσιγάρος ξεκίνησε σχετική έρευνα αναθέτοντας μάλιστα την απογραφή των ειδών της αποθήκης σε δύο υπαλλήλους, η σχετική παραγγελία – εντολή του δεν τους παραδόθηκε. Υποστήριξε μάλιστα ότι δεν εγνώριζε το διοικητικό συμβούλιο για τις αγορές ανταλλακτικών χωρίς τιμολόγια.
Ο συνήγορος πολιτικής αγωγής κ. Μηνάς Τσέρκης μετά την ολοκλήρωση της λήψεως καταθέσεων ζήτησε να εξεταστεί ως μάρτυρας ο πρώην ταμίας της επιχείρησης κ. Παν. Εγγλέζος. Το αίτημα του απορρίφθηκε καθώς θα οδηγούσε σε απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας αφού συμπεριλαμβανόταν στους κατηγορούμενους.
Ο κ. Σπαθάρας στην απολογία του αρνήθηκε κατηγορηματικά τις κατηγορίες ισχυριζόμενος ότι πίεζε τον Ρούσσο για να δίνει χαμηλές τιμές στην επιχείρηση και να εκδίδει τιμολόγια. Υποστήριξε ότι υπήρξε αδυναμία πληρωμής λόγω έλλειψης ρευστότητας τα έτη 2003 και 2004 και ότι τον Ιούλιο του 2004 του είχε δοθεί εντολή για την καταβολή των οφειλομένων στον Ρούσσο και με μεταχρονολογημένες επιταγές πράγμα που δεν δεχόταν ο ίδιος. Η επιστολή που του έδωσε, όπως είπε, κακώς είχε ερμηνευτεί ως διακανονισμός της «μίζας» καθώς με αυτή σκόπευε να τον εξαναγκάσει να δεχτεί τις επιταγές και να του κρατήσει ως μέσο πίεσης για να συνεχίσει τις προμήθειες, δύο εξ΄αυτών.
Ο κ. Ασβέστης στην απολογία του επεσήμανε ότι για τις προμήθειες των λεωφορείων είχε εισηγηθεί σχετικώς στο διοικητικό συμβούλιο ο κ. Καστρουνής, ο οποίος μάλιστα διαβεβαίωσε για το νόμιμο της διαδικασίας.
Ο κ. Τσιγάρος αφού αναφέρθηκε στην πορεία του στα κοινά επεσήμανε ότι ο κ. Καστρουνής ετύγχανε της απόλυτης εμπιστοσύνης του. Όταν το 2002 κυκλοφόρησαν φήμες για ατασθαλίες στην επιχείρηση άρχισε να ψάχνει, αν έχουν βάση. Ο Ρούσσος σε συνάντηση τους του είπε, όπως τόνισε, ότι οι Καστρουνής και Σπαθάρας, προκειμένου να τον πείσουν να τους καταβάλει «μίζα» του είπαν ότι το 10% αυτής προοριζόταν για τον Τσιγάρο!
Σε ότι αφορά την προμήθεια των λεωφορείων τόνισε ότι δεν υπήρχε δυνατότητα αγοράς νέων αλλά μόνο μεταχειρισμένων και ότι σχετικώς είχε εισηγηθεί στο διοικητικό συμβούλιο ο κ Καστρουνής. Τόνισε ότι κακώς κρίθηκε ότι θα έπρεπε να ακολουθηθεί η διαδικασία του διαγωνισμού αφού η επιχείρηση δεν λειτουργεί με κανόνες δημοσίου. Υποστήριξε παραπέρα ότι για τις προμήθειες αυτές ο ίδιος είχε εξασφαλίσει προσφορές από εταιρείες που λειτουργούν στην Ελλάδα ενώ επεσήμανε ότι επί θητείας της υπό τον κ. Χ. Χατζηευθυμίου δημοτικής αρχής έγινε με τον ίδιο τρόπο προμήθεια 18 λεωφορείων.
Οι κ.κ. Μαντάλης και Μέντος απολογούμενοι επεσήμαναν ότι οι προμήθειες των λεωφορείων και του τραίνου έγιναν μετά από εισηγήσεις του κ Καστρουνή ενώ ο κ Παναγέας απολογούμενος τόνισε ότι δεν θυμάται τι είχε συμβεί.
Ο Εισαγγελέας της έδρας στην αγόρευση του εισηγήθηκε την ενοχή των κκ Καστρουνή και Σπαθάρα μόνο για την πράξη της απάτης σε βάρος του κ Ρούσσου και την απαλλαγή όλων των υπολοίπων λόγω παραγραφής.
Ο συνήγορος των κκ Σπαθάρα και Καστρουνή κ Μ. Κουτσούκος στην αγόρευση του περιέγραψε μια εξαιρετικά δυσάρεστη εικόνα στη λειτουργία της επιχείρησης και επανέλαβε ότι υφίσταται αντίφαση στο κατηγορητήριο αφού για να αιτιολογηθεί το αδίκημα της εκβίασης για το οποίο κατηγορούνται οι εντολείς του φέρεται να έχει ζημιωθεί με το ως άνω ποσό ο κ Ρούσσος και όχι τελικώς η ΔΕΣ ΡΟΔΑ ενώ το ίδιο συμβαίνει και με τα υπόλοιπα αδικήματα.
Ο κ. Φώτης Χατζηδιάκος στην αγόρευση του ζήτησε από το δικαστήριο να κρίνει αθώα τα μέλη του διοικητικού συμβουλίου επισημαίνοντας ότι ενδόμυχα δεν ήθελε να ευδοκιμήσει η ένσταση που κατέθεσε με τον κ. Κ. Σαρρή για την ακυρότητα του κατηγορητηρίου λόγω παραγραφής.
Ο κ. Κ. Σαρρής μεταξύ άλλων μίλησε στη αγόρευση του για «δικαστικό πραξικόπημα» καταγγέλλοντας γι ακόμη μια φορά ως παράτυπη την συνένωση των δύο δικογραφιών που είχαν σχηματιστεί για την υπόθεση της ΡΟΔΑ. Τόνισε επιπλέον ότι οι καταγγελίες του κ Καστρουνή σε βάρος του διοικητικού συμβουλίου έγιναν σε μια προσπάθεια αντιπερισπασμού μετά την υποβολή της μηνύσεως σε βάρος του από τον κ. Τσιγάρο.
Οι κ.κ. Γ. Φλεβάρης και Γ. Χαρίτος στις αγορεύσεις τους ζήτησαν ομοίως να κριθούν αθώοι οι εντολείς τους και το δικαστήριο να μην τους απαλλάξει λόγω παραγραφής.