ΕΙΔΗΣΕΙΣ

Επικίνδυνα ψάρια εισβάλλουν στη Μεσόγειο

news room 10 λεπτά ανάγνωση
ψάρια

Σε μερικές δεκα­ε­τίες θα ανα­γνω­ρί­ζουμε τη Μεσό­γειο όπως την ξέρουμε σήμερα; Πολλοί επι­στή­μο­νες φοβού­νται πως όχι, εκτός εάν ληφθούν πιο δρα­στικά μέτρα για την προ­στα­σία της. Η εισβολή ξενικών θαλάσ­σιων ειδών από τη ναυ­τι­λία, τις ιχθυο­καλ­λιέρ­γειες, το εμπόριο ειδών ενυ­δρείου, αλλά κυρίως η είσοδός τους από τη Διώρυγα του Σουέζ, ειδικά μετά την τελευ­ταία μεγέ­θυνση του κανα­λιού τον περα­σμένο Αύγου­στο, βάζει σε κίνδυνο τη μονα­δική βιο­ποι­κι­λό­τητα της Μεσο­γείου, πλήττει την αλιεία και συχνά απειλεί τη δημόσια υγεία.

Η υιο­θέ­τηση ενός επι­και­ρο­ποι­η­μέ­νου μεσο­γεια­κού σχεδίου δράσης ανα­φο­ρικά με τα είδη-εισβολείς θα βρεθεί στην ατζέντα της 19ης Συνόδου των Συμ­βαλ­λο­μέ­νων Μερών της Σύμ­βα­σης της Βαρ­κε­λώ­νης για «την προ­στα­σία της Μεσο­γείου Θάλασ­σας από τη ρύπανση», η οποία πραγ­μα­το­ποιεί­ται 9-12 Φεβρουα­ρίου στην Αθήνα. Πριν από ακριβώς 40 έτη, οι 21 χώρες που περι­βάλ­λουν τη Μεσό­γειο καθώς και η Ευρω­παϊκή Ενωση υιο­θέ­τη­σαν το Μεσο­γειακό Σχέδιο Δράσης του Προ­γράμ­μα­τος Περι­βάλ­λο­ντος των Ηνω­μέ­νων Εθνών που επι­κυ­ρώ­θηκε με την υπο­γραφή της παρα­πάνω σύμ­βα­σης.

Το απο­τέ­λε­σμα της συνόδου ανα­μέ­νε­ται «πολύ απο­γοη­τευ­τικό», ανα­φέ­ρει στην «Κ» η Μπέλα Γκαλίλ, θαλάσ­σια βιο­λό­γος από το Εθνικό Ινστι­τούτο Ωκε­α­νο­γρα­φίας του Ισραήλ, η οποία πρω­το­στά­τησε μιας γραπτής δια­μαρ­τυ­ρίας επι­στη­μό­νων με σκοπό να ληφθούν μέτρα για να μετρια­στεί η εισβολή ξενικών ειδών από τη Διώρυγα του Σουέζ. «Καθόλου ικα­νο­ποι­η­τικό» προ­βλέ­πει το απο­τέ­λε­σμα και ο θαλάσ­σιος βιο­λό­γος, Ανα­στά­σιος Ελευ­θε­ρίου, ο πρώτος διευ­θυ­ντής του Ινστι­τού­του Θαλάσ­σιας Βιο­λο­γίας Κρήτης, το οποίο σήμερα απο­τε­λεί τμήμα του Ελλη­νι­κού Κέντρου Θαλασ­σίων Ερευνών (ΕΛΚΕΘΕ).

Οι φόβοι των επι­στη­μό­νων απορ­ρέ­ουν από το γεγονός ότι «η Διώρυγα του Σουέζ δεν ανα­φέ­ρε­ται ως μια ξεκά­θαρη δράση μέσα στο σχέδιο», εξηγεί στην «Κ» η Μαρία ντελ Μαρ Οτέρο, ειδική σε θέματα εισβο­λι­κών ειδών από το Κέντρο Μεσο­γεια­κής Συνερ­γα­σίας της Διε­θνούς Ενωσης για τη Δια­τή­ρηση της Φύσης (IUCN). «Αυτό λέγεται ηθε­λη­μένη τύφλωση», σημειώ­νει η κ. Γκαλίλ. «Η Αίγυ­πτος κωφεύει, ενώ οι μεγάλοι οργα­νι­σμοί δεν έχουν κάνει πραγ­μα­τικά καμία κίνηση» λέει ο κ. Ελευ­θε­ρίου.

Η κ. Οτέρο, η οποία θα συμ­με­τέ­χει στη Σύνοδο της επό­με­νης εβδο­μά­δας στην Αθήνα, εκπρο­σω­πώ­ντας την IUCN, επι­ση­μαί­νει ότι, παρόλα αυτά, το νέο ολο­κλη­ρω­μένο πρό­γραμμα παρα­κο­λού­θη­σης και αξιο­λό­γη­σης της Μεσο­γείου που θα υιο­θε­τη­θεί, θα βάλει στόχο να διε­ρευ­νη­θούν οι τάσεις όσον αφορά το πλήθος, τη χρονική και χωρική κατα­νομή των ξενικών, και ειδι­κό­τερα, των εισβο­λι­κών ειδών.

«Η κατά­σταση είναι εξαι­ρε­τικά περί­πλοκη. Υπάρ­χουν κάποιες δια­δι­κτυα­κές και τηλε­ο­πτι­κές ανα­φο­ρές που υπο­στη­ρί­ζουν ότι η Αίγυ­πτος έχει πραγ­μα­το­ποι­ή­σει εκτί­μηση περι­βαλ­λο­ντι­κών επι­πτώ­σεων και βάση των απο­τε­λε­σμά­των τους δεν υπάρχει κάποια επί­πτωση. Αυτή η έκθεση όμως δεν έχει κατα­τε­θεί ποτέ στην Ευρω­παϊκή Ενωση, οπότε και η Ε.Ε. δεν έχει ιδέα για τη μεθο­δο­λο­γία τους» λέει η δημο­σιο­γρά­φος Ρέιτσελ Μπίσοπ, η οποία πρό­σφατα έκανε μια δημο­σί­ευση άποψης στην εφη­με­ρίδα The New York Times πάνω στο συγκε­κρι­μένο ζήτημα.

Τα είδη που εισέ­βα­λαν

Τα είδη που έχουν εισέλ­θει στη Μεσό­γειο Θάλασσα μετά τη διά­νοιξη της Διώ­ρυ­γας του Σουέζ το 1869 ονο­μά­ζο­νται Λεσ­σε­ψια­νοί μετα­νά­στες και η παρου­σία τους στη γει­το­νιά μας δεν είναι νέο φαι­νό­μενο. Ενδει­κτικά, το 1924 έκανε την εμφά­νισή του στη Μεσό­γειο το ψάρι Αγριό­σαλπα και το 1931 το ψάρι, το οποίο στην Ελλάδα απο­κα­λούμε, Γερ­μα­νός, γιατί ο εντο­πι­σμός του στην Κρήτη συνέ­πεσε με τη γερ­μα­νική κατοχή. Το 1976 έγινε η πρώτη κατα­γραφή της μέδου­σας Rhopilema nomadica στη Μεσό­γειο, της οποίας το τσί­μπημα είναι επώδυνο και η παρου­σία της σήμερα είναι έντονη στις ακτές του Ισραήλ, διώ­χνο­ντας τους του­ρί­στες από τις παρα­λίες και φρά­ζο­ντας τους αγωγούς που διο­χε­τεύ­ουν νερό για την ψύξη των σταθμών παρα­γω­γής ενέρ­γειας και για τη λει­τουρ­γία των μονάδων αφα­λά­τω­σης.

«Σήμερα στο Ισραήλ πάνω από τα μισά ψάρια που ζουν σε ρηχά νερά, κάτω από 50 μέτρα βάθος, είναι Λεσ­σε­ψιανά είδη» σημειώ­νει ο Ντόρι Εντε­λιστ, θαλάσ­σιος βιο­λό­γος από το Πανε­πι­στή­μιο της Χάιφας και το Εθνικό Ινστι­τούτο Ωκε­α­νο­γρα­φίας του Ισραήλ. Σύμφωνα με τα απο­τε­λέ­σματα της έρευνάς του όσο μεγα­λώ­νει το βάθος παρα­τη­ρεί­ται μια κλι­μα­κωτή μείωση των ξενικών ειδών. Με την πρό­σφατη όμως βάθυνση της διώ­ρυ­γας του Σουέζ η προ­ο­πτική για το μέλλον των βαθών της Μεσο­γείου είναι δυσοί­ωνη. «Μια ομάδα ειδών που ζει σε μεγάλα βάθη στην Ερυθρά θάλασσα και μέχρι τώρα δεν μπο­ρούσε να εισέλ­θει στη Μεσό­γειο, διότι το κανάλι ήταν πολύ ρηχό, σήμερα της δίνεται η ευκαι­ρία να περάσει» ανα­φέ­ρει η κ. Γκαλίλ.

«Η βάθυνση είναι απόλυτα λογική και απα­ραί­τητη για τη ναυ­σι­πλοΐα του σήμερα» προ­σθέ­τει, όμως η ίδια, όπως και μια μεγάλη μερίδα της επι­στη­μο­νι­κής κοι­νό­τη­τας, επι­μέ­νει πως δεν μπορεί να πραγ­μα­το­ποιού­νται τέτοια έργα χωρίς παράλ­ληλα να λαμ­βά­νο­νται τα απα­ραί­τητα προ­στα­τευ­τικά μέτρα, όπως υδα­το­φρά­κτες ή φράγ­ματα αλα­τό­τη­τας.

Μέχρι πριν από μερικές δεκα­ε­τίες, διά­φο­ροι φυσικοί μηχα­νι­σμοί λει­τουρ­γού­σαν προ­στα­τευ­τικά, ανα­κό­πτο­ντας την πορεία πολλών ειδών προς τη Μεσό­γειο. Το πλάτος της διώ­ρυ­γας ήταν μικρό, το βάθος της ρηχό και το μήκος της μεγάλο, με απο­τέ­λε­σμα να μη διευ­κο­λύ­νε­ται η δημιουρ­γία ρεύ­μα­τος. Η διώρυγα περ­νούσε μέσα από λίμνες με υψηλή περιε­κτι­κό­τητα σε αλάτι, που απο­τε­λού­σαν ένα αφι­λό­ξενο περι­βάλ­λον για την πλειο­νό­τητα των ειδών. Σήμερα, η αυξη­μένη ροή νερού στο κανάλι έχει «ξεπλύ­νει» τα άλατα που δημιουρ­γού­σαν αυτές τις ακραίες συν­θή­κες αλα­τό­τη­τας.

Αυτή τη στιγμή, πάνω από 1.000 ξενικά είδη βρί­σκο­νται στη Μεσό­γειο θάλασσα, σύμφωνα με πρό­σφατη κατα­γραφή του θαλάσ­σιου βιο­λό­γου Στέλιου Κατσα­νε­βάκη, καθη­γητή στο Τμήμα Επι­στη­μών της Θάλασ­σας του Πανε­πι­στη­μίου Αιγαίου. Ο κ. Κατσα­νε­βά­κης που στην έρευνά του μελέ­τησε πώς αλλάζει ο αριθμός των νέων ξενικών ειδών ανά δεκα­ε­τία στη Μεσό­γειο για κάθε εισβο­λικό μονο­πάτι -ναυτιλία, ιχθυο­καλ­λιέρ­γειες, εμπόριο ειδών ενυ­δρείου και Διώρυγα του Σουέζ- παρα­τή­ρησε διπλα­σια­σμό του ρυθμού εμφά­νι­σης Λεσ­σε­ψια­νών ειδών από τα μέσα του 20ού αιώνα. Συγκε­κρι­μένα, ενώ στη δεκα­ε­τία του 1950 είχαν κατα­γρα­φεί λιγό­τερα από 40 Λεσ­σε­ψιανά είδη, την περα­σμένη δεκα­ε­τία εμφα­νί­στη­καν στη Μεσό­γειο 80 νέα είδη.

Σε αντί­στροφη πορεία

«Σχη­μα­τικά, μπαί­νο­ντας στη Μεσό­γειο, τα είδη αυτά ακο­λου­θούν μια πορεία αντί­στροφη από αυτή των δεικτών του ρολο­γιού» λέει ο κ. Κατσα­νε­βά­κης, εξη­γώ­ντας ότι κινού­νται προς το Ισραήλ, περνούν στις ακτές της Τουρ­κίας και τέλος εισέρ­χο­νται στο Αιγαίο. «Το Αιγαίο πέλαγος απο­τε­λεί φραγμό, με απο­τέ­λε­σμα ένας μικρός αριθμός από αυτά τα είδη να εξα­πλώ­νε­ται στη δυτική Μεσό­γειο» τονίζει ο θαλάσ­σιος βιο­λό­γος Κώστας Παπα­κων­στα­ντί­νου, ο οποίος έχει δια­τε­λέ­σει διευ­θυ­ντής του Ινστι­τού­του Θαλασ­σίων Βιο­λο­γι­κών Πόρων του ΕΛΚΕΘΕ για πάνω από δύο δεκα­ε­τίες. Η ελλη­νική χερ­σό­νη­σος, τα μεγάλα βάθη μεταξύ Πελο­πον­νή­σου και Κρήτης και μεταξύ Κρήτης και των ακτών της Αφρικής, απο­τε­λούν ακόμα εμπόδιο για τα παρά­κτια εισβο­λικά είδη.

Σύμφωνα με την κατα­γραφή που έκανε ο κ. Παπα­κων­στα­ντί­νου το 2014, στην Ελλάδα εντο­πί­στη­καν 42 Λεσ­σε­ψιανά είδη. «Το 1990 μόλις 11 είδη είχαν ταυ­το­ποι­η­θεί στις ελλη­νι­κές θάλασ­σες ως Λεσ­σε­ψια­νοί μετα­νά­στες» λέει ο κ. Παπα­κων­στα­ντί­νου. «Οι ρυθμοί δεί­χνουν ότι πρό­κει­ται για έναν βίαιο εποι­κι­σμό που σε βάθος χρόνου πιθανώς να αλλάξει την οικο­λο­γία των θαλασ­σών» προ­σθέ­τει.

Στις ελλη­νι­κές θάλασ­σες

Στην Ελλάδα τα εισβο­λικά είδη ψαριών τα οποία έχουν προ­κα­λέ­σει τις μεγα­λύ­τε­ρες επι­πτώ­σεις είναι οι Γερ­μα­νοί και οι Αγριό­σαλ­πες, δύο είδη του γένους Siganus. «Είναι φυτο­φάγα είδη και κάνουν ό,τι και οι κατσί­κες στα βουνά. Τρώνε τα πάντα!» λέει ο κ. Κατσα­νε­βά­κης, και εξηγεί ότι στις νότιες περιο­χές του Αιγαίου, εκεί που παλιά υπήρχε πλούσια κάλυψη από συστά­δες φυκών, σήμερα αυτό που παρα­τη­ρεί κανείς είναι γυμνό βράχο. «Ο ρόλος των φυκών είναι ο ίδιος με αυτόν των δασών στη χέρσο. Προ­σφέ­ρουν τροφή, κατα­φύ­γιο και υπο­στη­ρί­ζουν μια πολύ πλούσια βιο­ποι­κι­λό­τητα, η οποία είναι σημα­ντική και για την αλιεία» λέει ο κ. Κατσα­νε­βά­κης.

Στην Κρήτη οι αλιείς αντι­με­τω­πί­ζουν και ένα ακόμα, μεγα­λύ­τερο πρό­βλημα, τη μεγάλη εξά­πλωση του τοξικού Λεσ­σε­ψια­νού είδους του Λαγο­κέ­φα­λου. «Το είδος αυτό πιά­νε­ται σε μεγάλες ποσό­τη­τες από διάφορα αλιευ­τικά εργα­λεία, προ­κα­λώ­ντας και ζημιές στις ψαριές και στα εργα­λεία» σημειώ­νει η βιολόγος-ιχθυολόγος, Νότα Περι­στε­ράκη, από το Ινστι­τούτο Θαλάσ­σιων Βιο­λο­γι­κών Πόρων και Εσω­τε­ρι­κών Υδάτων του ΕΛΚΕΘΕ. «Ο Λαγο­κέ­φα­λος είναι ανώ­τε­ρος θηρευ­τής και τρέ­φε­ται με πολλά είδη ψαριών εμπο­ρι­κής σημα­σίας, μειώ­νο­ντας έτσι τους πλη­θυ­σμούς τους» λέει ο κ. Κατσα­νε­βά­κης. «Εχει πολύ κοφτερά δόντια και σκίζει τα δίχτυα των ψαράδων για να κλέψει την ψαριά» προ­σθέ­τει.

«Η πρώτη φορά που τον εντο­πί­σαμε στην Ελλάδα ήταν το Ιούνιο του 2005 στις βόρειες ακτές της Κρήτης» θυμάται η κ. Περι­στε­ράκη, η οποία με την ομάδα της ήταν από τους πρώτους που προει­δο­ποί­η­σαν το ελλη­νικό κοινό για την επι­κιν­δυ­νό­τητά του. «Ο Λαγο­κέ­φα­λος περιέ­χει στα εντό­σθια, τα αυγά και το δέρμα του ποσό­τη­τες τετρο­δο­το­ξί­νης, μιας νευ­ρο­πα­ρα­λυ­τι­κής τοξίνης και εάν κατα­να­λω­θεί μπορεί να οδη­γή­σει στον θάνατο, αν δεν υπάρξει άμεση νοση­λεία» τονίζει η κ. Περι­στε­ράκη.

Ενας πρό­σφα­τος επι­σκέ­πτης των ελλη­νι­κών θαλασ­σών, που πρω­το­εμ­φα­νί­στηκε το καλο­καίρι του 2015 στη Ρόδο, είναι το εντυ­πω­σιακό Λεο­ντό­ψαρο με τα δηλη­τη­ριώδη αγκάθια. Σύμφωνα με τους επι­στή­μο­νες το Λεσ­σε­ψιανό αυτό είδος ήρθε για να μείνει και ανα­μέ­νε­ται τα επόμενα έτη να δημιουρ­γή­σει πολλά προ­βλή­ματα στη Μεσό­γειο. «Πρό­κει­ται για ένα αχόρ­ταγο ιχθυο­φάγο είδος που κάνει μεγάλη ζημιά στον γόνο των άλλων ψαριών» λέει ο κ. Κατσα­νε­βά­κης, εξη­γώ­ντας ότι στην περιοχή της Φλό­ρι­ντα των ΗΠΑ και της Καραϊ­βι­κής έχει προ­κα­λέ­σει ήδη μεγάλες ζημιές. «Εκεί προ­σπα­θούν να το ψαρέ­ψουν ή να κάνουν δια­γω­νι­σμούς ψαρο­ντού­φε­κου για να μειώ­σουν τους πλη­θυ­σμούς του, αλλά χωρίς απο­τέ­λε­σμα» προ­σθέ­τει.

«Πολύ λίγα από τα εισβο­λικά είδη έχουν θετική οικο­νο­μική αξία» ανα­φέ­ρει η κ. Γκαλίλ. Ενα τέτοιο παρά­δειγμα είναι ένα είδος τρο­πι­κής γαρίδας, με την ονο­μα­σία Marsupenaeus japonicus, η οποία πωλεί­ται σε πολύ υψηλές τιμές στην αγορά. «Σήμερα το πρωί στο Ισραήλ κοστί­ζουν 60 δολάρια το κιλό» λέει η κ. Γκαλίλ. Για να φτάσουν όμως να προ­σφέ­ρουν οικο­νο­μικό όφελος, σημαί­νει ότι τα είδη αυτά έχουν κατα­λά­βει μεγάλες περιο­χές, με απο­τέ­λε­σμα να έχουν εκτο­πί­σει κάποιο άλλο, τοπικό είδος της Μεσο­γείου. «Τα είδη δεν είναι λέγκο: βγάζεις ένα πράσινο του­βλάκι και βάζεις στη θέση του ένα λευκό. Τα είδη εξε­λί­χθη­καν μέσα από ένα περί­πλοκο σύστημα αλλη­λε­πί­δρα­σης μεταξύ τους» εξηγεί η κ. Γκαλίλ.

Η άνοδος της θερ­μο­κρα­σίας αυξάνει τους Λεσ­σε­ψια­νούς μετα­νά­στες

Η κλι­μα­τική αλλαγή έχει παίξει και αυτή καθο­ρι­στικό ρόλο στην επι­δεί­νωση του προ­βλή­μα­τος της εισβο­λής Λεσ­σε­ψια­νών ειδών στη Μεσό­γειο. «Εχουμε μια γεω­με­τρική αύξηση των ταυ­το­ποι­η­μέ­νων ειδών τα τελευ­ταία χρόνια εξαι­τίας της θέρ­μαν­σης της Μεσο­γείου», λέει ο κ. Παπα­κων­στα­ντί­νου, εξη­γώ­ντας ότι όσο θερ­μαί­νο­νται τα νερά της Μεσο­γείου τόσο πιο φιλικό γίνεται το περι­βάλ­λον για να ζήσουν εδώ τα θερ­μό­φιλα είδη της Ερυθράς θάλασ­σας. «Το θέμα της κλι­μα­τι­κής αλλαγής έτσι και αλλιώς δημιουρ­γεί προ­βλή­ματα, πόσο μάλλον όταν η Ανα­το­λική Μεσό­γειος είναι τόσο προ­σβά­σιμη στα νερά της Ερυθράς Θάλασ­σας», λέει ο κ. Ελευ­θε­ρίου.

Αρκετοί είναι εκείνοι που υπο­στη­ρί­ζουν ότι μόνο το άνοιγμα μιας εισόδου δεν αρκεί για να εγκα­τα­στα­θεί ένα είδος στο νέο περι­βάλ­λον και να γίνει εισβο­λικό. «Για να συμβεί αυτό σε ένα οικο­σύ­στημα πρέπει να πλη­ρού­νται συγ­χρό­νως δύο προ­ϋ­πο­θέ­σεις: η δυνα­τό­τητα μετα­φο­ράς, όπως η Διώρυγα του Σουέζ, ή τα έρματα και τα ύφαλα των πλοίων, αλλά και το περι­βάλ­λον εγκα­τά­στα­σης», λέει ο Φραν­σουά Σιμάρντ, υπο­διευ­θυ­ντής και ανώ­τε­ρος σύμ­βου­λος για θέματα αλιείας του προ­γράμ­μα­τος για τις Παγκό­σμιες Θάλασ­σες και τους Πόλους της IUCN. «Tα ξενικά είδη γίνο­νται εισβο­λικά γιατί το περι­βάλ­λον έχει υπο­βαθ­μι­στεί.

Σε ένα ισχυρό και υγιές περι­βάλ­λον είναι πιο δύσκολο να εγκα­τα­στα­θούν νέα είδη, διότι δεν υπάρχει χώρος γι’αυτά», εξηγεί ο κ. Σιμάρντ.

«Είναι πιο εύκολο σε ένα δωμάτιο με ένα ή δύο άτομα να μπει ένα τρίτο και να κατα­λά­βει τον χώρο, παρά όταν στο δωμάτιο υπάρ­χουν ήδη δέκα άτομα. Χρειά­ζε­ται μεγα­λύ­τε­ρος αντα­γω­νι­σμός», λέει ο Δρόσος Κου­τσού­μπας, καθη­γη­τής στο Τμήμα Επι­στη­μών της Θάλασ­σας του Πανε­πι­στη­μίου Αιγαίου και πρό­ε­δρος του Δ.Σ. του Φορέα Δια­χεί­ρι­σης Εθνικού Θαλάσ­σιου Πάρκου Ζακύν­θου. «Η παρου­σία των θαλάσ­σιων προ­στα­τευό­με­νων περιο­χών εγγυά­ται την καλή ποιό­τητα του θαλάσ­σιου περι­βάλ­λο­ντος και μεγάλη ποι­κι­λό­τητα ειδών», προ­σθέ­τει.

Για… καλές ψαριές

Η καλή λει­τουρ­γία ενός οικο­συ­στή­μα­τος, σύμφωνα με τον Γιώργο Κόκκορη, καθη­γητή Στα­τι­στι­κής και Μαθη­μα­τι­κής Οικο­λο­γίας στο ίδιο πανε­πι­στή­μιο, μπορεί να εγγυ­η­θεί και καλύ­τε­ρες ψαριές. Τις τελευ­ταίες δεκα­ε­τίες που οι αλιείς στην Ελλάδα κατα­γρά­φουν μεγάλες ζημιές, ο κ. Κόκ­κο­ρης μαζί με την ερευ­νή­τρια Σιλβέν Για­κουμή έχουν προ­τεί­νει τη δημιουρ­γία ενός δικτύου θαλάσ­σιων προ­στα­τευ­τέων παρά­κτιων περιο­χών, που θα λει­τουρ­γούν ως ελεύ­θερα εκκο­λα­πτή­ρια για τους ντό­πιους πλη­θυ­σμούς ψαριών. «Οι ψαράδες αντι­δρούν γιατί φοβού­νται, ενώ οι πολι­τι­κοί δεν έχουν ποτέ το σθένος να επι­βάλ­λουν μια απόφαση», λέει ο κ. Κόκ­κο­ρης, ανα­φε­ρό­με­νος στο ολο­κλη­ρω­μένο σχέδιο που έχουν προ­τεί­νει για τη δημιουρ­γία τέτοιων περιο­χών στις Νότιες Κυκλά­δες.

Οσο στον ορί­ζο­ντα δεν δια­φαί­νε­ται μια απο­φα­σι­στική δια­κρα­τική συμ­φω­νία, τέτοιες τοπικές δράσεις, αν και δεν μπορούν από μόνες τους να λύσουν το πρό­βλημα της εισβο­λής των λεσε­ψια­νών μετα­να­στών, μπορούν πιθανόν να λει­τουρ­γή­σουν προ­στα­τευ­τικά για τους ενδη­μι­κούς πλη­θυ­σμούς της Μεσο­γείου. «Από τις μινω­ι­κές τοι­χο­γρα­φίες βλέ­πουμε ότι η πανίδα της Μεσο­γείου έχει μείνει ίδια εδώ και 5.000 χρόνια», λέει ο κ. Ελευ­θε­ρίου. «Φοβάμαι όμως ότι με τα νέα δεδο­μένα θα αρχί­σουμε να βλέ­πουμε μεγάλες αλλαγές».

Καθη­με­ρινή

Πώς σας φάνηκε το άρθρο;

Ένα πάτημα, χωρίς λογαριασμό. Μία ψήφος ανά συσκευή.

Σχολιασμός άρθρου

Προσθέστε ένα σχόλιο

Εμφανίζεται μετά από έγκριση · το e-mail δεν δημοσιεύεται0 / 2000

Τα σχόλια εκφράζουν τον σχολιαστή, όχι τη Δημοκρατική. Όροι σχολιασμού

Τα σχόλια εκφράζουν αποκλειστικά τον εκάστοτε σχολιαστή. Η Δημοκρατική δεν υιοθετεί αυτές τις απόψεις. Διατηρούμε το δικαίωμα να διαγράψουμε όποια σχόλια θεωρούμε προσβλητικά ή περιέχουν ύβρεις, χωρίς καμία προειδοποίηση. Χρήστες που δεν τηρούν τους όρους χρήσης αποκλείονται. Τα σχόλια δημοσιεύονται μετά από έγκριση· το e-mail δεν δημοσιεύεται.

Γίνετε ο πρώτος που θα σχολιάσει.