ΕΙΔΗΣΕΙΣ

Εφορία: Ανοίγει τραπεζικούς λογαριασμούς και ράβει νέα «κοστούμια»

news room 1 λεπτό ανάγνωση
εφορία

Πότε η εφο­ρία θε­ω­ρεί ότι υπάρ­χει προ­σαύ­ξη­ση πε­ριου­σί­ας. Εγκύ­κλιος της ΓΓΔΕ ξε­δια­λύ­νει το τοπίο για τους φο­ρο­λο­γι­κούς ελέγ­χους. Τι ισχύ­ει για με­τα­φο­ρά κα­τα­θέ­σε­ων και «πρω­το­γε­νείς» κα­τα­θέ­σεις. Τα μπερ­δέ­μα­τα σε πε­ρι­πτώ­σεις δω­ρε­ών, γο­νι­κών πα­ρο­χών και κλη­ρο­νο­μιών.

Εφο­ρία: Πότε ανοί­γει τρα­πε­ζι­κούς λο­γα­ρια­σμούς και ράβει «κο­στού­μια»

Αν ένας φο­ρο­λο­γού­με­νος μπλε­χτεί στα γρα­νά­ζια των ελεγ­κτών της φο­ρο­λο­γι­κής διοί­κη­σης, με αντι­κεί­με­νο ελέγ­χου την προ­σαύ­ξη­ση της πε­ριου­σί­ας του, θε­ω­ρεί­ται σχε­δόν βέ­βαιο ότι έχει μπλέ­ξει.

Η φο­ρο­λο­γι­κή νο­μο­θε­σία ορί­ζει ότι κάθε προ­σαύ­ξη­ση πε­ριου­σί­ας που προ­έρ­χε­ται από πα­ρά­νο­μη ή αδι­καιο­λό­γη­τη ή άγνω­στη πηγή ή αιτία, θε­ω­ρεί­ται κέρ­δος από επι­χει­ρη­μα­τι­κή δρα­στη­ριό­τη­τα και φο­ρο­λο­γεί­ται ως τέ­τοια κατά τον έλεγ­χο, δη­λα­δή με 33%.

Το πρό­βλη­μα όμως είναι τι πραγ­μα­τι­κά συ­νι­στά προ­σαύ­ξη­ση πε­ριου­σί­ας και πώς ο φο­ρο­λο­γού­με­νος μπο­ρεί να απο­δεί­ξει ότι δεν έχει κλέ­ψει την εφο­ρία, διότι πολύ απλά στο πα­ρελ­θόν, για πα­ρά­δειγ­μα, δεν χρεια­ζό­ταν να δη­λώ­σει έσοδα από τό­κους κα­τα­θέ­σε­ων ή την πώ­λη­ση ει­σηγ­μέ­νων με­το­χών.

Για αυτά τα στοι­χεία και άλλα, τα οποία είτε ήταν αφο­ρο­λό­γη­τα είτε φο­ρο­λο­γού­νταν με ει­δι­κό τρόπο, η Γε­νι­κή Γραμ­μα­τεία Δη­μο­σί­ων Εσό­δων, με νέα εγκύ­κλιο την οποία υπο­γρά­φει ο ανα­πλη­ρω­τής ΓΓΔΕ Ιω­άν­νης Μπά­κας, ση­μειώ­νει ότι πρέ­πει να απο­δει­κνύ­ο­νται από τον φο­ρο­λο­γού­με­νο με τα κα­τάλ­λη­λα νό­μι­μα δι­καιο­λο­γη­τι­κά.

Μπερ­δέ­μα­τα προ­μη­νύ­ο­νται και σε τυχόν πε­ρι­πτώ­σεις δω­ρε­ών, γο­νι­κών πα­ρο­χών και κλη­ρο­νο­μιών, καθώς όπως ορί­ζε­ται στην εγκύ­κλιο πρέ­πει να ελέγ­χε­ται αν υπήρ­χε η δυ­να­τό­τη­τα από τον δω­ρη­τή, τον δα­νειο­δό­τη, τον πα­ρέ­χο­ντα, τον κλη­ρο­νο­μού­με­νο, να κα­τα­βά­λει ποσά που επι­κα­λεί­ται ο φο­ρο­λο­γού­με­νος, καθώς και αν έχουν κα­τα­λο­γι­στεί τα ποσά που προ­βλέ­πο­νται από τις εκά­στο­τε ισχύ­ου­σες δια­τά­ξεις (π.χ. τέλη χαρ­το­σή­μου, φόρος γο­νι­κής πα­ρο­χής, φόρος δω­ρε­άς κ.λπ.).

Παρ’ όλα αυτά, η ΓΓΔΕ κάνει προ­σπά­θειες να λύσει κά­ποιες από τις κραυ­γα­λέ­ες πε­ρι­πτώ­σεις τα­λαι­πω­ρί­ας των φο­ρο­λο­γου­μέ­νων, όταν ήλθαν αντι­μέ­τω­ποι με έλεγ­χο για αδι­καιο­λό­γη­τη προ­σαύ­ξη­ση πε­ριου­σί­ας. Διευ­κρι­νί­ζε­ται για πα­ρά­δειγ­μα ότι αν πάρει ένας φο­ρο­λο­γού­με­νος χρή­μα­τα από έναν τρα­πε­ζι­κό λο­γα­ρια­σμό και τα με­τα­φέ­ρει σε έναν άλλο τρα­πε­ζι­κό λο­γα­ρια­σμό, δεν συ­νι­στούν κατ’ ανά­γκη φο­ρο­λο­γη­τέο ει­σό­δη­μα.

Ομως στην εγκύ­κλιο ορί­ζε­ται ότι στις με­τα­φο­ρές χρη­μα­τι­κών ποσών με­τα­ξύ τρα­πε­ζι­κών λο­γα­ρια­σμών εξε­τά­ζο­νται και διε­ρευ­νά­ται ο λόγος που πραγ­μα­το­ποι­ή­θη­καν οι συ­ναλ­λα­γές με­τα­φο­ράς των ποσών αυτών αφού προ­σκο­μί­σει ο φο­ρο­λο­γού­με­νος τα σχε­τι­κά έγ­γρα­φα.

Δη­λα­δή το θέμα που πρέ­πει να εξε­τά­ζε­ται δεν είναι ο χρό­νος που με­σο­λα­βεί με­τα­ξύ ανά­λη­ψης και κα­τά­θε­σης στον ίδιο ή άλλο τρα­πε­ζι­κό λο­γα­ρια­σμό, αλλά αν τα ανα­λη­φθέ­ντα ποσά υπερ­κα­λύ­πτουν δα­πά­νες από­κτη­σης πε­ριου­σια­κών στοι­χεί­ων ή λοι­πών δα­πα­νών, έτσι ώστε να μη δι­καιο­λο­γού­νται με­τα­γε­νέ­στε­ρες κα­τα­θέ­σεις ίσου ή άλλου ποσού στον ίδιο ή άλλο λο­γα­ρια­σμό.

Σ’ αυτή την πε­ρί­πτω­ση μπο­ρεί να απο­δει­χθεί και να τεκ­μη­ριω­θεί από τον έλεγ­χο ότι οι συ­γκε­κρι­μέ­νες ανα­λή­ψεις που έγι­ναν από τον φο­ρο­λο­γού­με­νο από έναν ή πε­ρισ­σό­τε­ρους λο­γα­ρια­σμούς δα­πα­νή­θη­καν για την από­κτη­ση πε­ριου­σια­κών στοι­χεί­ων ή λοι­πών δα­πα­νών, οπότε δεν μπο­ρεί να θε­ω­ρη­θεί εφι­κτή η επα­να­κα­τά­θε­ση των ποσών αυτών σε ίδιους ή άλ­λους λο­γα­ρια­σμούς.

Επι­πλέ­ον, ο έλεγ­χος κρί­νει και τεκ­μη­ριώ­νει εάν πρό­κει­ται ή όχι για «πρω­το­γε­νείς κα­τα­θέ­σεις», δη­λα­δή για ποσά που προ­έρ­χο­νται από άγνω­στη ή μη διαρ­κή ή μη στα­θε­ρή πηγή ή αιτία και δεν προ­έρ­χο­νται από ανα­λή­ψεις από άλ­λους τρα­πε­ζι­κούς λο­γα­ρια­σμούς.

Στο πα­ρελ­θόν έχουν εντο­πι­στεί πολ­λές πε­ρι­πτώ­σεις στις οποί­ες φο­ρο­λο­γού­με­νοι βρέ­θη­καν αντι­μέ­τω­ποι με την επι­βο­λή συ­ντε­λε­στή 33% ακόμη και στην πε­ρί­πτω­ση προ­θε­σμια­κών κα­τα­θέ­σε­ων οι οποί­ες στη λήξη τους εμ­φα­νί­ζο­νταν για μία ημέρα στον τρα­πε­ζι­κό τους λο­γα­ρια­σμό και στη συ­νέ­χεια τα χρή­μα­τα έμπαι­ναν εκ νέου σε προ­θε­σμια­κή κα­τά­θε­ση. Ανά­λο­γα μπλε­ξί­μα­τα είχαν και φο­ρο­λο­γού­με­νοι οι οποί­οι πήραν τα χρή­μα­τά τους από μια τρά­πε­ζα και τα κα­τέ­θε­σαν σε μια άλλη, ενώ πολ­λα­πλά­σια προ­βλή­μα­τα αντι­με­τώ­πι­σαν όσοι έβγα­λαν κε­φά­λαια στο εξω­τε­ρι­κό και τα επα­νει­σή­γα­γαν στη χώρα, ακόμα και αν αυτά τα χρή­μα­τα ήταν νο­μί­μως απο­κτη­θέ­ντα και πλή­ρως φο­ρο­λο­γη­θέ­ντα.

Η εγκύ­κλιος προ­σπα­θεί να επι­λύ­σει ορι­σμέ­νες κραυ­γα­λέ­ες πε­ρι­πτώ­σεις μέσω των ανα­γκαί­ων διευ­κρι­νί­σε­ων, πα­ρα­μέ­νει όμως δε­δο­μέ­νο ότι έλεγ­χος για προ­σαύ­ξη­ση πε­ριου­σί­ας είναι σχε­δόν βέ­βαιο ότι θα οδη­γή­σει σε κο­στού­μι φόρων.

H από­φα­ση της ΓΓΔΕ

ΘΕΜΑ: Διευ­κρι­νί­σεις για θέ­μα­τα ανά­λω­σης κε­φα­λαί­ου προη­γου­μέ­νων ετών και προ­σαύ­ξη­σης πε­ριου­σί­ας.

Απα­ντώ­ντας σε προ­φο­ρι­κά και γρα­πτά ερω­τή­μα­τα περί της ανά­λω­σης κε­φα­λαί­ου προη­γου­μέ­νων ετών και προ­σαύ­ξη­σης πε­ριου­σί­ας για την ορθή και ομοιό­μορ­φη εφαρ­μο­γή τους, σας γνω­ρί­ζου­με τα ακό­λου­θα:

Α’ Ανά­λω­ση κε­φα­λαί­ου προη­γού­με­νων ετών

1. Σύμ­φω­να με τις δια­τά­ξεις των άρ­θρων 15, 16, 17, 18 και 19 του ν. 2238/1994, καθώς και σύμ­φω­να με διευ­κρι­νι­στι­κές εγκυ­κλί­ους και διοι­κη­τι­κές λύ­σεις που είχαν εκ­δο­θεί μέχρι και 31 Δε­κεμ­βρί­ου 2013, προ­βλέ­πε­ται προσ­διο­ρι­σμός φο­ρο­λο­γη­τέ­ας ύλης με βάση τις δα­πά­νες δια­βί­ω­σης των φο­ρο­λο­γου­μέ­νων και των προ­σώ­πων που συ­νοι­κούν με αυτόν και τον βα­ρύ­νουν, όταν το συ­νο­λι­κό ποσό που προσ­διο­ρί­ζε­ται με τα ως άνω σχε­τι­κά άρθρα είναι ανώ­τε­ρο από το συ­νο­λι­κό ει­σό­δη­μά του.

Πιο συ­γκε­κρι­μέ­να, σύμ­φω­να με τις δια­τά­ξεις της πε­ρί­πτω­σης ζ’ της παρ. 2 του άρ­θρου 19 του ανω­τέ­ρω νόμου, η προ­στι­θέ­με­νη δια­φο­ρά τεκ­μη­ρί­ων πε­ριο­ρί­ζε­ται ή κα­λύ­πτε­ται με­τα­ξύ άλλων, με ανά­λω­ση κε­φα­λαί­ου που απο­δε­δειγ­μέ­να έχει φο­ρο­λο­γη­θεί κατά τα προη­γού­με­να έτη ή νό­μι­μα απαλ­λα­γεί από το φόρο.

2. Με την 1037965/356/0012/ΠΟΛ.1094/23.3.1989 δια­τα­γή του Υπουρ­γεί­ου Οι­κο­νο­μι­κών καθώς και με την πα­ρά­γρα­φο 7 του άρ­θρου 3 του ν. 3842/2010 που τρο­πο­ποί­η­σε την πα­ρά­γρα­φο 2, πε­ρί­πτω­ση ζ’, του άρ­θρου 19 του ν. 2238/1994, για τον υπο­λο­γι­σμό του κε­φα­λαί­ου που σχη­μα­τί­ζε­ται κάθε έτος, λαμ­βά­νο­νται υπόψη ει­σο­δή­μα­τα που είχαν φο­ρο­λο­γη­θεί ή είχαν νό­μι­μα απαλ­λα­γεί από το φόρο, ει­σπρά­χθη­καν απο­δε­δειγ­μέ­να και τα οποία προ­κύ­πτουν από τον συμ­ψη­φι­σμό των θε­τι­κών και αρ­νη­τι­κών στοι­χεί­ων του ίδιου έτους. Εάν σε κά­ποιο έτος προ­κύ­ψει αρ­νη­τι­κό υπό­λοι­πο τούτο επη­ρε­ά­ζει αρ­νη­τι­κά τα θε­τι­κά στοι­χεία των προη­γού­με­νων ετών.

Επί­σης τα έτη αυτά θα πρέ­πει να είναι συ­νε­χό­με­να και να φτά­νουν μέχρι το προη­γού­με­νο του έτους που επι­κα­λεί­ται ο φο­ρο­λο­γού­με­νος (κρι­νό­με­νο έτος). Το θε­τι­κό αλ­γε­βρι­κό άθροι­σμα όλων αυτών των ετών θα απο­τε­λέ­σει το συ­νο­λι­κό κε­φά­λαιο που σχη­μα­τί­στη­κε αυτά τα έτη.

3. Τα ως άνω ανα­φε­ρό­με­να στις πα­ρα­γρά­φους 1 και 2 ίσχυαν για υπο­θέ­σεις και δια­χει­ρι­στι­κές πε­ριό­δους μέχρι 31 Δε­κεμ­βρί­ου 2013. Από την 1 Ια­νουα­ρί­ου 2014 και μετά, ισχύ­ουν οι δια­τά­ξεις των άρ­θρων 30, 31, 32, 33 και 34 του ν. 4172/2013 (ΦΕΚ 167 Α’) όπως αυτές έχουν ερ­μη­νευ­τεί με την ΠΟΛ.1076/26.3.2015. Συ­γκε­κρι­μέ­να οι δια­τά­ξεις περί ανά­λω­σης κε­φα­λαί­ου ανα­φέ­ρο­νται στην πε­ρί­πτω­ση ζ’, της παρ. 2 του άρ­θρου 34 του ν. 4172/2013, ερ­μη­νεύ­θη­καν με την ΠΟΛ.1076/26.3.2015 και δεν έχουν δια­φο­ρο­ποι­η­θεί σε σχέση με τις δια­τά­ξεις που ίσχυαν με τον ν. 2238/1994.

4. Ση­μειώ­νε­ται ότι στην πε­ρί­πτω­ση που ο φο­ρο­λο­γού­με­νος εξαι­ρεί­ται από τον εναλ­λα­κτι­κό τρόπο υπο­λο­γι­σμού της ελά­χι­στης φο­ρο­λο­γί­ας με βάση τα άρθρα 31 και 32 του ν. 4172/2013 (π.χ. ανά­πη­ρος για επι­βα­τι­κό αυ­το­κί­νη­το), ή για τα κρι­νό­με­να έτη δεν εφαρ­μο­ζό­ταν η δα­πά­νη από­κτη­σης πε­ριου­σια­κών στοι­χεί­ων (πόθεν έσχες ) του άρ­θρου 32 ν. 4172/2013 και δεν έχει φο­ρο­λο­γη­θεί το ει­σό­δη­μά του βάσει προ­στι­θέ­με­νης δια­φο­ράς τεκ­μη­ρί­ου τότε το αρ­νη­τι­κό υπό­λοι­πο που προ­κύ­πτει από την ανά­λω­ση επη­ρε­ά­ζει αρ­νη­τι­κά τα θε­τι­κά υπό­λοι­πα του συ­νό­λου των ετών που επι­κα­λεί­ται ο φο­ρο­λο­γού­με­νος. Στην πε­ρί­πτω­ση που ο φο­ρο­λο­γού­με­νος δεν υπο­χρε­ού­ται σε υπο­βο­λή δή­λω­σης βάσει των εκά­στο­τε ισχυου­σών δια­τά­ξε­ων, τότε δεν υπάρ­χει κε­φά­λαιο προς επί­κλη­ση για το έτος αυτό και λαμ­βά­νε­ται ως μη­δε­νι­κό.

Επί­σης, αν σε κά­ποιο έτος έχει προ­κύ­ψει αρ­νη­τι­κό υπό­λοι­πο και το ει­σό­δη­μα έχει φο­ρο­λο­γη­θεί βάσει τεκ­μη­ρί­ων τότε αυτό το υπό­λοι­πο δεν θα συμ­ψη­φι­στεί με τα θε­τι­κά υπό­λοι­πα των ετών που επι­κα­λεί­ται ο φο­ρο­λο­γού­με­νος (θε­ω­ρεί­ται μη­δε­νι­κό). Διευ­κρι­νί­ζε­ται ότι τα έτη προς επί­κλη­ση πρέ­πει να είναι συ­νε­χό­με­να μέχρι το προη­γού­με­νο του κρι­νό­με­νου έτους. Το θε­τι­κό αλ­γε­βρι­κό άθροι­σμα όλων των ετών θα απο­τε­λέ­σει το συ­νο­λι­κό κε­φά­λαιο που σχη­μα­τί­στη­κε αυτά τα έτη (σχετ. η ΠΟΛ.1076/26.3.2015).

Β’ Προ­σαύ­ξη­ση πε­ριου­σί­ας

1. Σύμ­φω­να με τις δια­τά­ξεις της παρ. 4 του άρθ. 21 του ΚΦΕ, κάθε προ­σαύ­ξη­ση πε­ριου­σί­ας που προ­έρ­χε­ται από πα­ρά­νο­μη ή αδι­καιο­λό­γη­τη ή άγνω­στη πηγή ή αιτία, θε­ω­ρεί­ται κέρ­δος από επι­χει­ρη­μα­τι­κή δρα­στη­ριό­τη­τα, υπό τις προ­ϋ­πο­θέ­σεις που προ­βλέ­πο­νται στον Κώ­δι­κα Φο­ρο­λο­γι­κής Δια­δι­κα­σί­ας.

2. Επι­πλέ­ον, με τις δια­τά­ξεις του άρ­θρου 39 του ΚΦΔ ορί­ζε­ται ότι σε πε­ρί­πτω­ση δια­πί­στω­σης προ­σαύ­ξη­σης πε­ριου­σί­ας κατά την πα­ρά­γρα­φο 4 του άρ­θρου 21 του ΚΦΕ, η προ­σαύ­ξη­ση αυτή δεν υπό­κει­ται σε φο­ρο­λο­γία, εφό­σον ο φο­ρο­λο­γού­με­νος απο­δεί­ξει την πραγ­μα­τι­κή πηγή αυτής, καθώς επί­σης και ότι αυτή είτε έχει υπα­χθεί σε νό­μι­μη φο­ρο­λο­γία, είτε απαλ­λάσ­σε­ται από τον φόρο σύμ­φω­να με ει­δι­κές δια­τά­ξεις.

3. Οι δια­τά­ξεις της ως άνω πα­ρα­γρά­φου ανα­φέ­ρο­νται σε οποια­δή­πο­τε προ­σαύ­ξη­ση πε­ριου­σί­ας, που προ­έρ­χε­ται από πα­ρά­νο­μη ή αδι­καιο­λό­γη­τη ή άγνω­στη πηγή και αιτία προ­έ­λευ­σης, και ορί­ζε­ται ότι ο φο­ρο­λο­γού­με­νος, έχει τη δυ­να­τό­τη­τα να απο­δεί­ξει την πραγ­μα­τι­κή πηγή ή την αιτία προ­έ­λευ­σης ή ότι η εν λόγω προ­σαύ­ξη­ση φο­ρο­λο­γή­θη­κε ή απαλ­λά­χθη­κε νό­μι­μα. Σε πε­ρί­πτω­ση που οι απο­δεί­ξεις δεν είναι ικα­νο­ποι­η­τι­κές, η οποια­δή­πο­τε προ­σαύ­ξη­ση της πε­ριου­σί­ας χα­ρα­κτη­ρί­ζε­ται και φο­ρο­λο­γεί­ται ως ει­σό­δη­μα από επι­χει­ρη­μα­τι­κή δρα­στη­ριό­τη­τα.

4. Η προ­σαύ­ξη­ση της πε­ριου­σί­ας μπο­ρεί να ανα­φέ­ρε­ται σε κι­νη­τή ή ακί­νη­τη πε­ριου­σία οποιασ­δή­πο­τε μορ­φής, όπως οι­κό­πε­δα, σπί­τια, αυ­το­κί­νη­τα, σκάφη, αε­ρο­σκά­φη, τρα­πε­ζι­κές κα­τα­θέ­σεις και πάσης φύ­σε­ως χρε­ό­γρα­φα, (με­το­χές, το­κο­με­ρί­δια, ομό­λο­γα, αμοι­βαία κε­φά­λαια κλπ.), η οποία δεν δι­καιο­λο­γεί­ται από τα ει­σο­δή­μα­τα που δη­λώ­νει ο φο­ρο­λο­γού­με­νος. Η με­τα­βο­λή της σύν­θε­σης ή της δια­τή­ρη­σης της πε­ριου­σί­ας δεν ση­μαί­νει απα­ραί­τη­τα και την προ­σαύ­ξη­σή της.

5. Σε κάθε πε­ρί­πτω­ση, οποια­δή­πο­τε προ­σαύ­ξη­ση πε­ριου­σί­ας δια­πι­στω­θεί κατά τον έλεγ­χο, προ­κει­μέ­νου να φο­ρο­λο­γη­θεί σύμ­φω­να με τις δια­τά­ξεις της πα­ρα­γρ. 4 του άρ­θρου 29 του ΚΦΕ, δη­λα­δή με συ­ντε­λε­στή τριά­ντα τρία τοις εκατό (33%), απαι­τεί­ται να ελέγ­χο­νται και να συ­νε­κτι­μώ­νται και οι τυχόν δα­πά­νες από­κτη­σης πε­ριου­σια­κών στοι­χεί­ων του άρ­θρου 32 του ΚΦΕ.

6. Για την δι­καιο­λό­γη­ση προ­σαύ­ξη­σης πε­ριου­σί­ας μέσω διά­θε­σης πε­ριου­σια­κών στοι­χεί­ων ή μέσω από­κτη­σης ει­σο­δη­μά­των που στο πα­ρελ­θόν δεν υπήρ­χε η υπο­χρέ­ω­ση της ανα­γρα­φής τους στη δή­λω­ση φο­ρο­λο­γί­ας ει­σο­δή­μα­τος φυ­σι­κών προ­σώ­πων, είτε γιατί ήταν αφο­ρο­λό­γη­τα είτε γιατί φο­ρο­λο­γού­νταν με ει­δι­κό τρόπο (πχ. τόκοι, πώ­λη­ση ει­σηγ­μέ­νων με­το­χών), πρέ­πει να απο­δει­κνύ­ο­νται με τα κα­τάλ­λη­λα νό­μι­μα δι­καιο­λο­γη­τι­κά.

7. Επί­σης, σε όσες πε­ρι­πτώ­σεις επι­κα­λεί­ται ο φο­ρο­λο­γού­με­νος ότι η προ­σαύ­ξη­ση πε­ριου­σί­ας προ­έρ­χε­ται από δωρεά, δα­νειο­δό­τη­ση, γο­νι­κή πα­ρο­χή, κλη­ρο­νο­μιά κλπ, πρέ­πει να ελέγ­χε­ται αν υπήρ­χε η δυ­να­τό­τη­τα από τον δω­ρη­τή, τον δα­νειο­δό­τη, τον πα­ρέ­χο­ντα, τον κλη­ρο­νο­μού­με­νο, να κα­τα­βάλ­λει ποσά που επι­κα­λεί­ται ο φο­ρο­λο­γού­με­νος, καθώς και αν έχουν κα­τα­λο­γι­στεί τα ποσά που προ­βλέ­πο­νται από τις εκά­στο­τε ισχύ­ου­σες δια­τά­ξεις (π.χ. τέλη χαρ­το­σή­μου , φόρος γο­νι­κής πα­ρο­χής , φόρος δω­ρε­άς κ.λπ.).

8. Η προ­σαύ­ξη­ση της πε­ριου­σί­ας που προ­κύ­πτει από τον έλεγ­χο τρα­πε­ζι­κών λο­γα­ρια­σμών πρέ­πει να τεκ­μη­ριώ­νε­ται επαρ­κώς, κα­θό­σον ανα­λή­ψεις / κα­τα­θέ­σεις μπο­ρεί να αφο­ρούν συ­ναλ­λα­γές-κι­νή­σεις που δεν συ­νι­στούν κατ’ ανά­γκη φο­ρο­λο­γη­τέο ει­σό­δη­μα. Πε­ραι­τέ­ρω με­τα­φο­ρές χρη­μα­τι­κών ποσών με­τα­ξύ τρα­πε­ζι­κών λο­γα­ρια­σμών εξε­τά­ζο­νται και διε­ρευ­νά­ται ο λόγος που πραγ­μα­το­ποι­ή­θη­καν οι συ­ναλ­λα­γές με­τα­φο­ράς των ποσών αυτών αφού προ­σκο­μί­σει ο φο­ρο­λο­γού­με­νος τα σχε­τι­κά έγ­γρα­φα.

Δη­λα­δή το θέμα που πρέ­πει να εξε­τά­ζε­ται δεν είναι ο χρό­νος που με­σο­λα­βεί με­τα­ξύ ανά­λη­ψης και κα­τά­θε­σης στον ίδιο ή άλλο τρα­πε­ζι­κό λο­γα­ρια­σμό αλλά αν τα ανα­λη­φθέ­ντα ποσά υπερ­κα­λύ­πτουν δα­πά­νες από­κτη­σης πε­ριου­σια­κών στοι­χεί­ων ή λοι­πών δα­πα­νών, έτσι ώστε να μην δι­καιο­λο­γού­νται με­τα­γε­νέ­στε­ρες κα­τα­θέ­σεις ίσου ή άλλου ποσού στον ίδιο ή άλλο λο­γα­ρια­σμό.

Σ’ αυτήν την πε­ρί­πτω­ση μπο­ρεί να απο­δει­χθεί και να τεκ­μη­ριω­θεί από τον έλεγ­χο ότι, οι συ­γκε­κρι­μέ­νες ανα­λή­ψεις που έγι­ναν από τον φο­ρο­λο­γού­με­νο από έναν ή πε­ρισ­σό­τε­ρους λο­γα­ρια­σμούς δα­πα­νή­θη­καν για την από­κτη­ση πε­ριου­σια­κών στοι­χεί­ων ή λοι­πών δα­πα­νών οπότε δεν μπο­ρεί να θε­ω­ρη­θεί εφι­κτή η επα­να­κα­τά­θε­ση των ποσών αυτών σε ίδιους ή άλ­λους λο­γα­ρια­σμούς.

Επι­πλέ­ον ο έλεγ­χος κρί­νει και τεκ­μη­ριώ­νει εάν πρό­κει­ται ή όχι για «πρω­το­γε­νείς κα­τα­θέ­σεις», δη­λα­δή για ποσά που προ­έρ­χο­νται από άγνω­στη ή μη διαρ­κή ή μη στα­θε­ρή πηγή ή αιτία και δεν προ­έρ­χο­νται από ανα­λή­ψεις από άλ­λους τρα­πε­ζι­κούς λο­γα­ρια­σμούς. Ση­μειώ­νε­ται ότι δεν αντί­κει­ται στη φο­ρο­λο­γι­κή νο­μο­θε­σία η ανά­λη­ψη χρη­μα­τι­κών ποσών και η απο­δε­δειγ­μέ­νη επα­να­κα­τά­θε­ση μέ­ρους ή του συ­νό­λου αυτών και ούτε προ­βλέ­πε­ται χρο­νι­κός πε­ριο­ρι­σμός για την δια­δι­κα­σία κί­νη­σης χρη­μα­τι­κών κε­φα­λαί­ων.

9. Όταν δεν μπο­ρεί να δι­καιο­λο­γη­θεί η προ­σαύ­ξη­ση της πε­ριου­σί­ας, τότε αυτή φο­ρο­λο­γεί­ται στη χρήση που δια­πι­στώ­νε­ται από τον έλεγ­χο ότι επήλ­θε. Ο φο­ρο­λο­γού­με­νος δύ­να­ται σε κάθε πε­ρί­πτω­ση να απο­δεί­ξει ότι ο χρό­νος αυτός είναι διά­φο­ρος από αυτόν που δια­πι­στώ­θη­κε από τον έλεγ­χο.

10. Για χρή­σεις πριν από την 01/01/2014, σχε­τι­κές είναι οι δια­τά­ξεις του τε­λευ­ταί­ου εδα­φί­ου της πα­ρα­γρά­φου 3 του άρ­θρου 48 του ν. 2238/1994.

Ο ΑΝΑΠΛ. ΓΕΝ. ΓΡΑΜ­ΜΑ­ΤΕ­ΑΣ

Ι. ΜΠΑ­ΚΑΣ

Σχολιασμός Άρθρου

Τα σχόλια εκφράζουν αποκλειστικά τον εκάστοτε σχολιαστή. Η Δημοκρατική δεν υιοθετεί αυτές τις απόψεις. Διατηρούμε το δικαίωμα να διαγράψουμε όποια σχόλια θεωρούμε προσβλητικά ή περιέχουν ύβρεις, χωρίς καμμία προειδοποίηση. Χρήστες που δεν τηρούν τους όρους χρήσης αποκλείονται.

Προσθέστε ένα σχόλιο

Το E-mail δεν θα δημοσιευτεί.
Πρέπει να συμπληρωθούν όλα τα πεδία για την υποβολή του σχολίου.