ΕΙΔΗΣΕΙΣ

Οι ήρωες του Λιμενικού και ο πόλεμος με τους δουλεμπόρους (βίντεο)

news room 1 λεπτό ανάγνωση
λιμενικό

ώρα είναι 5.30 τα ξημε­ρώ­ματα στο λιμάνι της Μυτι­λή­νης. Το σκοτάδι είναι βαθύ. Το ίδιο και η ομίχλη. Το πλήρωμα του «Αγιου Ευστρά­τιου», του

περι­πο­λι­κού ανοι­χτής θαλάσ­σης του Λιμε­νι­κού, σφίγγει τα δόντια. Το ραντε­βού του με την Ιστορία βρί­σκε­ται μεσο­πέ­λαγα. Εκεί που τα πρώτα υπερ­φορ­τω­μένα με μετα­νά­στες φου­σκωτά έχουν αρχίσει τα «δρο­μο­λό­για θανάτου».

Τα ραντάρ είναι ανοιχτά. Οι φωτει­νές κουκ­κί­δες δεί­χνουν τις βάρκες. Μονα­δική τους απο­στολή να σώσουν ανθρώ­πι­νες ψυχές. Ο καπε­τά­νιος Αργύρης Φρα­γκού­λης συντο­νί­ζει με ακρί­βεια και μονο­λο­γεί: «Βλέπω τη βούλα στο ραντάρ και τρέμω. Τρέμω τι θα αντι­κρίσω. Ζούμε άγριες κατα­στά­σεις. Η εικόνα ενός νεκρού παιδιού δεν σε εγκα­τα­λεί­πει ποτέ. Υπάρ­χουν στιγμές που δεν μπορείς να φας. Δεν μπορείς να κοι­μη­θείς. Μπορεί να πίνεις καφέ και να σου έρχο­νται εικόνες στο μυαλό. Ενας βαθύς ανα­στε­ναγ­μός ακο­λου­θεί. Κου­βα­λάς την απώλεια. Νιώθεις τύψεις».

Το ταξίδι του «Ε.Τ.» της Κυρια­κής ξεκί­νησε από το λιμάνι της Μυτι­λή­νης και κατέ­ληξε στον Μόλυβο. Με το πρώτο φως του ήλιου άρχισαν να φαί­νο­νται δεξιά και αρι­στερά τα φου­σκωτά. Μετα­νά­στες με φωσφο­ρούχα σωσίβια σηκώ­νουν τα χέρια. Αλλοι απλά χαι­ρε­τούν. Αλλοι ζητάνε βοήθεια.

Σε μία βάρκα χωρη­τι­κό­τη­τας 20 ατόμων στοι­βά­ζο­νται 50. Οι «καρα­βο­φά­να­ρες» -όπως λένε οι λιμε­νι­κοί τις ακυ­βέρ­νη­τες λέμβους- μένουν χωρίς μηχανή λόγω του υπερ­βο­λι­κού βάρους. Ο αρχι­κε­λευ­στής Γιώργος Λάφης βλέπει μία από αυτές και αμέσως δίνει συντε­ταγ­μέ­νες. Ο καπε­τά­νιος δίνει εντολή για αλλαγή πλεύσης.

Η βάρκα με τους 50 μετα­νά­στες έχει πάρει νερά. Δύο μωρά βλέπουν τους λιμε­νι­κούς από μακριά και περι­μέ­νουν τη λύτρωση. «Τα μωρά πρώτα. Τα μωρά. Μετά τη γιαγιά που δεν μπορεί να κου­νη­θεί», φωνάζει με βρα­χνάδα ο καπε­τά­νιος. Ενας ένας μετα­νά­στης ανε­βαί­νει την ανε­μό­σκαλα και πατάει στον «Αγιο Ευστρά­τιο», την «προ­με­τω­πίδα» του Λιμε­νι­κού στη Λέσβο που σώζει καθη­με­ρινά κατά μέσο όρο 200 ψυχές.

Τα πόδια των θαλασ­σο­πνιγ­μέ­νων μετα­να­στών έχουν μου­διά­σει. Στα πρώτα τους βήματα πάνω στο σκάφος παρα­πα­τούν. Αλλοι απλά αφή­νο­νται στα χέρια των λιμε­νι­κών και άλλοι πέφτουν κάτω. Ενας από αυτούς έχει λιπο­θυ­μή­σει μέσα στο φου­σκωτό. Η υπο­θερ­μία τον κάνει να τρέμει. Δίπλα του δύο μωρά κουνάνε τα χέρια τους για να ζεστα­θούν. Μια γιαγιά δεν μπορεί να κάνει βήμα και στή­νε­ται επι­χεί­ρηση για την επι­βί­βασή της. Οι Σύροι που προ­λα­βαί­νουν να ανέβουν στο σκάφος φυλάνε το κατά­στρωμα. Αγκα­λιά­ζο­νται. Ευχα­ρι­στούν τον Θεό που είναι ζωντα­νοί.

ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΚΑΛΑΦΑΤΗΣ

Ελεύ­θε­ρος Τύπος

Πώς σας φάνηκε το άρθρο;

Ένα πάτημα, χωρίς λογαριασμό. Μία ψήφος ανά συσκευή.

Σχολιασμός άρθρου

Προσθέστε ένα σχόλιο

Εμφανίζεται μετά από έγκριση · το e-mail δεν δημοσιεύεται0 / 2000

Τα σχόλια εκφράζουν τον σχολιαστή, όχι τη Δημοκρατική. Όροι σχολιασμού

Τα σχόλια εκφράζουν αποκλειστικά τον εκάστοτε σχολιαστή. Η Δημοκρατική δεν υιοθετεί αυτές τις απόψεις. Διατηρούμε το δικαίωμα να διαγράψουμε όποια σχόλια θεωρούμε προσβλητικά ή περιέχουν ύβρεις, χωρίς καμία προειδοποίηση. Χρήστες που δεν τηρούν τους όρους χρήσης αποκλείονται. Τα σχόλια δημοσιεύονται μετά από έγκριση· το e-mail δεν δημοσιεύεται.

Γίνετε ο πρώτος που θα σχολιάσει.