Ρεπορτάζ

Στις 4 Μαΐου η έφεση για τους πυροβολισμούς με καραμπίνα στον καταυλισμό του Κορακόνερου

Οκτώ χρόνια μετά τους πυροβολισμούς που συγκλόνισαν τον καταυλισμό του Κορακόνερου, η υπόθεση επιστρέφει στο δικαστικό προσκήνιο. Στις 4 Μαΐου 2026 το Μικτό Ορκωτό Εφετείο Δωδεκανήσου πρόκειται να εκδικάσει σε δεύτερο βαθμό την υπόθεση για την οποία το πρωτοβάθμιο δικαστήριο της Κω είχε επιβάλει βαρύτατες ποινές κάθειρξης σε δύο Ρομά.
Το Μικτό Ορκωτό Δικαστήριο της Κω έκρινε ενόχους τους δύο κατηγορουμένους για απόπειρα ανθρωποκτονίας σε ήρεμη ψυχική κατάσταση κατά συρροή, παράνομη οπλοφορία και οπλοχρησία, καθώς και για συνέργεια στα ίδια αδικήματα. Οι ποινές που επιβλήθηκαν ήταν εξαιρετικά αυστηρές. Ο αυτουργός καταδικάστηκε σε κάθειρξη 35 ετών και 7 μηνών. Ο συνεργός του έλαβε ποινή 24 ετών και 3 μηνών, με εκτιτέα τα 15. Στην ίδια υπόθεση εμπλέκονται και δύο ανήλικοι, η δίκη των οποίων εκκρεμεί ενώπιον του αρμόδιου δικαστηρίου.
Η νύχτα που άνοιξαν τα όπλα
Το βράδυ της 31ης Ιουλίου 2018, σύμφωνα με τα στοιχεία της δικογραφίας, τρεις κατηγορούμενοι επέβαιναν σε λευκό φορτηγό επιβατικό αυτοκίνητο μάρκας Mitsubishi με οδηγό έναν 17χρονο. Το όχημα σταμάτησε στο ύψος των φωτεινών σηματοδοτών, απ’ όπου ένας 30χρονος έβαλε με κυνηγετική καραμπίνα κατά των παραπηγμάτων του καταυλισμού. Η διασπορά των σκαγιών τραυμάτισε συνολικά 13 άτομα, επτά ενήλικους και έξι ανήλικους. Όλοι μεταφέρθηκαν στο Γενικό Νοσοκομείο Ρόδου, όπου επτά από αυτούς νοσηλεύτηκαν προληπτικά για περαιτέρω εξετάσεις.
Η επιχείρηση δεν ήταν μεμονωμένη κίνηση. Κατά πληροφορίες, το Mitsubishi συνόδευαν άλλα δύο οχήματα, ένα Toyota Hilux και ένα Volkswagen Golf, γεγονός που υποδηλώνει οργανωμένη και προμελετημένη εκστρατεία αντεκδίκησης. Αστυνομικοί που περιπολούσαν στην περιοχή ανταποκρίθηκαν άμεσα και κατάφεραν να συλλάβουν τον 17χρονο οδηγό. Οι υπόλοιποι εμπλεκόμενοι δεν εντοπίστηκαν τότε, με αποτέλεσμα η έρευνα για την υπόθεση να ξεκινήσει επίσημα την 1η Αυγούστου 2018 με παραγγελία της εισαγγελέως υπηρεσίας.
Η αφορμή και το υπόβαθρο μιας οικογενειακής διαμάχης
Κίνητρο για το παρ’ ολίγον φονικό, όπως διαπιστώθηκε στο πλαίσιο της έρευνας, υπήρξαν οι προσωπικές διαφορές μεταξύ δύο οικογενειών. Στο επίκεντρο βρέθηκε μία προηγούμενη σχέση του 17χρονου με μία 14χρονη, συγγενή του αποκαλούμενου «βασιλιά» των τσιγγάνων. Σύμφωνα με τα στοιχεία της δικογραφίας, ο 17χρονος φέρεται να πλησίασε την ανήλικη σε κατάστημα υγειονομικού ενδιαφέροντος στο Φαληράκι, όπου εκείνη βρισκόταν με τον θείο της. Ο τελευταίος έκρινε ότι η παρουσία του νεαρού δεν ήταν τυχαία, λογομάχησε μαζί του και εκείνος αποχώρησε φοβούμενος συμπλοκή.
Τρεις μέρες πριν από τους πυροβολισμούς, σε νέα συνάντηση στο Φαληράκι, ο 17χρονος ισχυρίζεται ότι δέχτηκε επίθεση από τρία άτομα. Ενημέρωσε τον θείο του και έναν ακόμη συγγενή, με αποτέλεσμα εκείνοι να αποφασίσουν την εκδρομή αντεκδίκησης στον καταυλισμό. Ο 17χρονος διατείνεται ότι αγνοούσε πως ο 30χρονος θείος του έφερε καραμπίνα και ότι σκόπευε να πυροβολήσει. Ισχυρίζεται μάλιστα πως όταν έμαθε τι συνέβη, ο ίδιος του ο πατέρας τον χτύπησε.

Αρνητική θέση στο εδώλιο και καταγγελία για εκβιασμό
Και οι δύο καταδικασθέντες αρνήθηκαν στο ακροατήριο κάθε συμμετοχή στους πυροβολισμούς. Παράλληλα, σύμφωνα με στοιχεία που παρουσιάστηκαν κατά τη διάρκεια της δίκης, ισχυρίστηκαν ότι η οικογένεια των φερόμενων ως θυμάτων επικοινώνησε με τον πατέρα του πρώτου κατηγορουμένου ζητώντας 500.000 ευρώ προκειμένου να ανακαλέσουν τις μηνύσεις τους.
Στη δίκη παρίστανται ως συνήγορος υπεράσπισης των κατηγορουμένων ο κ. Άκης Δημητριάδης και ως συνήγορος υποστήριξης της κατηγορίας ο κ. Νίκος Μουτσάκης.

Σχολιασμός Άρθρου

Τα σχόλια εκφράζουν αποκλειστικά τον εκάστοτε σχολιαστή. Η Δημοκρατική δεν υιοθετεί αυτές τις απόψεις. Διατηρούμε το δικαίωμα να διαγράψουμε όποια σχόλια θεωρούμε προσβλητικά ή περιέχουν ύβρεις, χωρίς καμμία προειδοποίηση. Χρήστες που δεν τηρούν τους όρους χρήσης αποκλείονται.

Σχολιασμός άρθρου