ΠΟΛΙΤΙΣΤΙΚΑ

Εικαστικές διαδρομές αποκαλόκαιρου στη Ρόδο

news room 5 λεπτά ανάγνωση
ΝΕΣΤΟΡΙΔΕΙΟ

Σπου­δαίες εκδη­λώ­σεις για τους φιλό­τε­χνους της Ρόδου

Το Μουσείο Νεο­ελ­λη­νι­κής Τέχνης Ρόδου απαρ­τί­ζε­ται από τέσ­σε­ρις Πινα­κο­θή­κες, που παρου­σιά­ζουν μια αξιο­ση­μεί­ωτη εικα­στική δρα­στη­ριό­τητα όλο τον χρόνο, με σημα­ντι­κές εκθέ­σεις και ανάλογα πολι­τι­σμικά αφιε­ρώ­ματα, του­λά­χι­στον κατά την περίοδο των τελευ­ταίων επτά ετών. Για τη χρηστή λει­τουρ­γία και τις απαι­τη­τι­κές, όσο και πολ­λα­πλής φύσεως υπο­στη­ρι­κτι­κές -και όχι μόνο- φρο­ντί­δες των Πινα­κο­θη­κών αυτών είναι περισ­σό­τερο από ουσιώ­δης ο διοι­κη­τι­κός ρόλος του προ­έ­δρου κ. Νίκου Φρόνα (εκτός από εκείνον του καλ­λι­τε­χνι­κού διευ­θυ­ντή κι επι­με­λητή των εκθέ­σεων, στον δικό του βέβαια τομέα). Οφεί­λουμε ωστόσο να τονί­σουμε την ανι­διο­τελή συν­δρομή του κ. Φρόνα (όπως και του καλ­λι­τε­χνι­κού διευ­θυ­ντή), κυρίως όμως εκείνου, όσον αφορά τον έγκαιρα σχε­δια­σμένο, στον υπεύ­θυνο και μεθο­δευ­μένο συντο­νι­σμό που απαι­τεί­ται αλλά και στην καθη­με­ρινά πολύ­πλευρη κάλυψη οργα­νω­τι­κών και υλι­κο­τε­χνι­κών αναγκών, παρά τις ποι­κί­λες και μάλιστα τις δυσχε­ρείς όσο και αντί­ξοες πολλές φορές συν­θή­κες που ο πρό­ε­δρος αυτός αντι­με­τω­πί­ζει. Πρό­κει­ται για μια πραγ­μα­τι­κό­τητα που δεν κρύβει γοητεία και άποψη (πράγμα που θα μπο­ρούσε να ισχυ­ρι­στεί κανείς πως θα ήταν, ενδε­χο­μέ­νως, μέχρι και ευχά­ρι­στο), αλλά η θέση αυτή υπα­γο­ρεύει, από τη φύση της, γνώση και συναί­σθηση, ετοι­μό­τητα και απο­φα­σι­στι­κό­τητα, εργα­σιακή πρα­κτι­κό­τητα κι αίσθηση καθή­κο­ντος, καθώς δεν σχε­τί­ζε­ται -προνομιακά- με την αισθη­τική ομορφιά και με τον πνευ­μα­τικό προ­βλη­μα­τι­σμό που υπα­γο­ρεύ­ουν τα έργα τέχνης, αλλά με τις απα­ραί­τη­τες πρω­το­βου­λίες που πρέπει υπεύ­θυνα να ανα­λη­φθούν την καίρια ώρα. Σχε­τί­ζε­ται με τις ανα­γκαίες επίσης εργα­σίες που με απουσία πόρων οφεί­λουν -χωρίς εξω­ραϊ­σμούς και υπεκφυγές- να γίνο­νται, όσο και με τις ψυχο­φθό­ρες προ­ϋ­πο­θέ­σεις που απαιτεί, ως προς τη λει­τουρ­γική της ολο­κλή­ρωση, μια κάθε φορά επι­τυ­χη­μένη εν τέλει έκθεση, γεγονός που δεν φαί­νε­ται -δυστυχώς- στο απο­τέ­λε­σμα κι έτσι δεν ανα­γνω­ρί­ζε­ται ο ρόλος του προ­έ­δρου επαρκώς ή όσο του­λά­χι­στον θα έπρεπε, από τους ιθύ­νο­ντες.

Στην ευρύ­χωρη Πινα­κο­θήκη του Νεστο­ρι­δείου Μελά­θρου (του εν λόγω Mουσείου), τη γνω­στό­τερη με την επω­νυ­μία «Νέα Πτέρυγα», υπάρχει επι­σκέ­ψιμο -καθ’ όλη τη διάρ­κεια του καλο­και­ριού και τον Σεπτέμ­βριο, για τους πολυ­πλη­θείς θεατές και φιλο­τέ­χνους της Ρόδου- ένα αντι­προ­σω­πευ­τικό αφιέ­ρωμα στον πρό­σφατα εκλι­πό­ντα ζωγράφο Αντώνη Απέργη (1938-2018).

Για τον Αντώνη Απέργη δεν υπήρχε υλικό ή τεχνική που να μην μπο­ρούσε να τα αξιο­ποι­ή­σει κατάλ­ληλα και συν­δυα­στικά, στο μέτρο, στον βαθμό και στις ποιό­τη­τες που ήθελε να τα ανα­δεί­ξει, μέσα από το ιδιαί­τερο κλίμα που κάθε φορά ήθελε να δημιουρ­γή­σει, τονί­ζο­ντας με αισθα­ντι­κό­τητα το ευδιά­κριτα προ­σω­πικό ύφος των έργων του. Εμπνε­ό­ταν από τη φύση και την υπο­βό­σκουσα οδύνη ή τη μυστη­ριω­δώς αέρινη, όσο και φωταυγή μελαγ­χο­λία της ανθρώ­πι­νης απου­σίας. Άλλοτε πάλι εμπνε­ό­ταν από ποικίλα ερε­θί­σματα, εκφρά­ζο­ντας τα ίχνη, μπορεί και τις υποψίες κάποιας ακα­θό­ρι­στης ανθρώ­πι­νης παρου­σίας ή τις πολι­τι­σμι­κές της ανα­φο­ρές στο διάβα του Σπου­δαίες εκδη­λώ­σεις για τους φιλό­τε­χνους της Ρόδου. Επο­μέ­νως η προσοχή του συχνά εστια­ζό­ταν στην «εικο­νο­ποί­ηση» όχι των προ­κλή­σεων (που αφορμή στο­χα­σμού και ενα­τέ­νι­σης του προ­σέ­φερε η καθη­με­ρι­νό­τητα), αλλά των ιδιο­τή­των που διαι­σθα­νό­ταν και των φαι­νο­μέ­νων που πήγαζαν από συμ­βο­λι­σμούς και αλλη­γο­ρίες.

Στα έργα του Αντώνη Απέργη ο θεατής έρχεται σε επαφή με τον διάλογο μνη­μεια­κό­τη­τας και λεπτο­μέ­ρειας, καθώς αυτός προ­βάλ­λε­ται μέσα από τη λει­τουρ­γία του εφή­με­ρου, αλλά ταυ­το­χρό­νως και της τυχαίας ή της νομο­τε­λεια­κής επα­να­φο­ράς διά­φο­ρων αρχε­τύ­πων. Πρό­κει­ται για όψεις και συμπε­ρι­φο­ρές αρχε­τύ­πων ή παλαιών θραυ­σμά­των και κατα­λοί­πων του δια­πο­λι­τι­σμι­κού μας παρελ­θό­ντος, που περι­λαμ­βά­νο­νται στο υπο­συ­νεί­δητο κι ανα­φύ­ο­νται απροσ­δό­κητα μέσα από τις πραγ­μα­τι­κό­τη­τες που βιώ­νουμε, όπως αυτές φαντά­ζουν στα όνειρα αλλά και στις στιγμές της εγρή­γορ­σης. Αυτές οι «εικο­νο­ποι­ή­σεις» στα ζωγρα­φικά έργα του Αντώνη Απέργη παρου­σιά­ζο­νται μέσα από τα ενδε­χό­μενα της «κυκλο­φο­ρίας» τους, στις φλέβες της ψυχικής μας ενδο­χώ­ρας, στα παλίμ­ψη­στα της μνήμης μας, στη φαντα­σία και στις πιθανές επι­θυ­μίες μας, στη νοσταλ­γία και στις νέες κάθε φορά ανα­πο­λή­σεις μας, γεφυ­ρώ­νο­ντας ανα­πά­ντεχα την ατο­μι­κό­τητα με τη συλ­λο­γι­κό­τητα.

Η ατμό­σφαιρα των έργων του συγκε­κρι­μέ­νου καλ­λι­τέ­χνη ήταν και παρα­μέ­νει ανθε­κτική στον χρόνο, γιατί είναι υπο­βλη­τική, δια­πο­τι­σμένη με ποι­η­τική ελεγεία, μέσα από την οποία ισορ­ρο­πεί το λυρικό με το δρα­μα­τικό στοι­χείο, ο ρυθμός και η εκά­στοτε υφο­λο­γία που επι­λέ­γει ο Αντώνης Απέργης να απο­δώ­σει, καθώς συνο­μι­λεί στη ζωγρα­φική του ο ρεα­λι­σμός με τον εξπρε­σιο­νι­σμό, η ευφρο­σύνη με τη χαρ­μο­λύπη, ο σου­ρε­α­λι­σμός με τη χει­ρο­νο­μιακή αφαί­ρεση, η μέθη της ζωής με το ζωτικό πλάνεμα του νου, μετα­τρέ­πο­ντας κάθε ερω­τη­μα­τικό που ανα­φύ­ε­ται (μέσα από τα αντικείμενα-σύμβολά του) σε θαυ­μα­στικό. Ο,τι παρι­στά­νε­ται άλλωστε στα έργα του από υπόθεση -μπορεί να πει κανείς- ενός σενα­ρίου, που δια­μορ­φώ­νει η καθη­με­ρι­νό­τητα του προ­φα­νούς, μετα­μορ­φώ­νε­ται σε σκηνικό απο­κα­θή­λω­σης της υλι­κό­τη­τας που το δεσμεύει, καθώς αισθη­τικά αυτό δρο­μο­λο­γεί­ται προς την οπτασία. Κυρίως ένα θαυ­μα­στικό είναι εκείνο που κρύ­βε­ται, σαν αδιό­ρατη έκπληξη, στα ύφαλα της γλώσσας των εικα­στι­κών μορφών του Αντώνη Απέργη, μα περισ­σό­τερο εκείνο φωλιά­ζει στα παρα­λει­πό­μενα και στους ψιθύ­ρους της: Εκεί­νους που υπο­θάλ­πουν την απορία και το αίνιγμα, σε ό,τι εμπε­ριέ­χει το τραύμα και το θαύμα κάθε απο­δο­χής κι υπέρ­βα­σης από τη φθαρ­τό­τητα και τη λησμο­νιά.

ΜΑΡΙΑ ΚΤΙΣΤΟΠΟΥΛΟΥ

Σε μια άλλη από τις τέσ­σε­ρις Πινα­κο­θή­κες του Μου­σείου Νεο­ελ­λη­νι­κής Τέχνης του Δήμου Ρόδου, σε εκείνη που βρί­σκε­ται στην καρδιά της Μεσαιω­νι­κής Πόλης και στο επι­λε­γό­μενο «Συσ­σί­τιο», ένα υπο­δειγ­μα­τικά συντη­ρη­μένο κτίσμα της Ιππο­το­κρα­τίας του 14ου αιώνα, εκθέτει ως τα τέλη Οκτω­βρίου μια σειρά από χαρα­κτη­ρι­στικά ζωγρα­φικά έργα της η Μαρία Κτι­στο­πού­λου, με τίτλο «Χώμα και Νερό».

Η Μαρία Κτι­στο­πού­λου, ζωγρα­φί­ζο­ντας τα τοπία της ζωής που μας περι­βάλ­λει αλλά και του ψυχι­σμού με τον οποίο τα αισθα­νό­μα­στε, δια­μορ­φώ­νει στον θεατή ασυ­ναί­σθητα μια αγωγή του βλέμ­μα­τος: Ενός βλέμ­μα­τος πολυ­διά­στα­του, διε­ρευ­νη­τι­κού κι ευαί­σθη­του, που αφυ­πνί­ζει την αφή και παράλ­ληλα την οσμή, τη γεύση και την ακοή, οι οποίες συλ­λει­τουρ­γούν άλλωστε, μέσα από μια βαθύ­τερη νοσταλ­γία, που την εκπέ­μπει κάθε εικόνα της ζωγρά­φου.

Παρότι η νοσταλ­γία γνω­ρί­ζουμε ότι συν­δέ­ε­ται ή χαρα­κτη­ρί­ζει τη σχέση με το παρελ­θόν, εντού­τοις στους πίνακες της γνωστής και κατα­ξιω­μέ­νης αυτής εικα­στι­κής δημιουρ­γού εμφα­νί­ζε­ται πηγαία ανά­μει­κτη με την ευφρο­σύνη, που η παρα­τή­ρηση του παρό­ντος και της ανα­πά­ντε­χης καθη­με­ρι­νό­τη­τας γεννά, όπως άλλωστε και η ίδια η ρυθμικά δυνα­μική, αλλά πάντα μελε­τη­μένη ζωγρα­φική χει­ρο­νο­μία της Μ. Κτι­στο­πού­λου. Τα θέματά της, που δια­θέ­τουν αντι­θε­τικά εναρ­μο­νι­ζό­με­νες εντά­σεις και υφέσεις, τα δια­πνέει μια ζωτική λαχτάρα, η οποία μετα­τρέ­πει καθετί γνώριμο και οικείο σε άπιαστο και ονει­ρικό, κάθε κοντινό και προ­σεγ­γί­σιμο σε φευ­γα­λέο και μακρινό, πάντοτε όμως επι­θυ­μητό γεγονός της πλάσης.

Μέσα από έναν μετα­μο­ντέρνο ρεα­λι­σμό, συν­δυα­σμένο με εξπρε­σιο­νι­στικά, με ιμπρε­σιο­νι­στικά και με pop art στοι­χεία γραφής, κυρίως όμως μέσα από μια οπτική αφη­γη­μα­τι­κό­τητα, που διε­γεί­ρει τη συγκί­νηση χωρίς να διασπά -όπως σε πολλά σύγ­χρονα εικο­νι­στικά έργα- τις δομές και τους συνειρ­μούς της αλη­θο­φά­νειας, η μεσο­γειακή και κατά βάση η ελλη­νική φύση ξεπερνά κατά πολύ την περι­γρα­φι­κό­τητα, δια­μορ­φώ­νο­ντας ενδια­φέ­ρο­ντες δια­λό­γους. Οι διά­λο­γοι αυτοί εμψυ­χώ­νο­νται από τα τονικά φώτα, το σκοτάδι και τα υπο­βλη­τικά χρώματα της Μαρίας Κτι­στο­πού­λου, ένα γνώ­ρι­σμα που στα έργα της απο­κα­θη­λώ­νει κάθε υλι­κό­τητα και στα­τι­κό­τητα, δίνο­ντάς τους μια διά­σταση υπερ­βα­τι­κό­τη­τας.

Συντά­κτης Αθηνά Σχινά – Ιστο­ρι­κός της Τέχνης & της Θεωρίας του Πολι­τι­σμού

Πηγή Εφγ­με­ρίδα Δημο­κρα­τία

Πώς σας φάνηκε το άρθρο;

Ένα πάτημα, χωρίς λογαριασμό. Μία ψήφος ανά συσκευή.

Σχολιασμός άρθρου

Προσθέστε ένα σχόλιο

Εμφανίζεται μετά από έγκριση · το e-mail δεν δημοσιεύεται0 / 2000

Τα σχόλια εκφράζουν τον σχολιαστή, όχι τη Δημοκρατική. Όροι σχολιασμού

Τα σχόλια εκφράζουν αποκλειστικά τον εκάστοτε σχολιαστή. Η Δημοκρατική δεν υιοθετεί αυτές τις απόψεις. Διατηρούμε το δικαίωμα να διαγράψουμε όποια σχόλια θεωρούμε προσβλητικά ή περιέχουν ύβρεις, χωρίς καμία προειδοποίηση. Χρήστες που δεν τηρούν τους όρους χρήσης αποκλείονται. Τα σχόλια δημοσιεύονται μετά από έγκριση· το e-mail δεν δημοσιεύεται.

Γίνετε ο πρώτος που θα σχολιάσει.