ΤΟΠΙΚΕΣ ΕΙΔΗΣΕΙΣ

Φωτιά στη Ρόδο: «Θα βοηθήσουμε και τον τελευταίο τουρίστα»

news room 9 λεπτά ανάγνωση
ΕΘΕΛΟΝΤΕΣ ΦΩΤΙΆ

Δεν μπο­ρούσα να κάτσω σπίτι, κανένας δεν μπο­ρούσε. Μόλις μάθαμε ότι άνοιξε το σχολείο της γει­το­νιάς μας,

όλοι τρέξαμε», λέει ο Γιώργος Τρια­ντα­φύλ­λου, ένας από τους εθε­λο­ντές στο 15ο Δημο­τικό Σχολείο της πόλης της Ρόδου, που άνοιξε τις πρώτες πρωινές ώρες της Κυρια­κής για να φιλο­ξε­νή­σει τους πυρό­πλη­κτους του­ρί­στες.

Αυτό είναι το γενικό πνεύμα που κυριαρ­χεί στους πολίτες της Ρόδου: Από τη στιγμή που άρχισε η μαζική εκκέ­νωση των του­ρι­στών και των μόνιμων κατοί­κων στις πυρό­πλη­κτες περιο­χές στο νότιο τμήμα του νησιού, υψώθηκε ένα τερά­στιο κύμα προ­σφο­ράς και αλλη­λεγ­γύης που δεν έχει προη­γού­μενο και θα γραφτεί στις πιο φωτει­νές σελίδες της Ιστο­ρίας του νησιού, μολο­νότι σημειώ­θηκε στη διάρ­κεια των πλέον σκο­τει­νών στιγμών του.

Ο κ. Τρια­ντα­φύλ­λου, μιλώ­ντας στην «Κ», σημειώ­νει ότι τις προη­γού­με­νες ημέρες βρέθηκε εθε­λο­ντικά στα μέτωπα της πυρ­κα­γιάς, ωστόσο την Κυριακή έσπευσε να συν­δρά­μει με κάθε τρόπο στο σχολείο της περιο­χής του, που φιλο­ξε­νεί 70 του­ρί­στες.

Την ώρα που μιλάμε έχει πέσει το ρεύμα, λόγω της υπερ­βο­λι­κής ζήτησης, παρά ταύτα δεν στα­μα­τάει η προ­σφορά.

«Είμαστε όλοι με φακούς και συνε­χί­ζουμε», σημειώ­νει και υπο­γραμ­μί­ζει την ψυχραι­μία των του­ρι­στών, όταν ο ίδιος τους ζητούσε συγ­γνώμη για την ταλαι­πω­ρία: «Δεν είναι δικό σας το λάθος, συμ­βαί­νουν αυτά. Εσείς κάνετε το καλύ­τερο και σας ευχα­ρι­στούμε. Η φιλο­ξε­νία σας είναι άψογη».

https://www.youtube.com/watch?v=isiVg8uyufM

Μία ωδή στην αλλη­λεγ­γύη

Η δικη­γό­ρος Έλενα Γιαν­νίκη ανάρ­τησε το από­γευμα του Σαβ­βά­του ένα βίντεο από το κλειστό γυμνα­στή­ριο του Βενε­το­κλείου, καλώ­ντας τους πάντες για εθε­λο­ντική προ­σφορά. Η αντα­πό­κριση ξεπέ­ρασε κάθε προσ­δο­κία.

Όπως λέει στην «Κ», στις 7 παρά τέταρτο ανα­κοι­νώ­θηκε η δράση: «Σπεύ­σαμε αυτο­βού­λως και αυθορ­μή­τως περί τα 20 άτομα. Αυτό-οργανωθήκαμε, φτιά­χνο­ντας αρχικά 3 ζώνες. Αξιο­ποι­ή­σαμε την εμπει­ρία μας από το προ­σφυ­γικό, στήσαμε το έξω κομμάτι, την υποδοχή, την κατα­γραφή και τη δια­χεί­ριση της αίθου­σας».

Σε πρώτη φάση κανείς δεν γνώριζε τίποτα, ο συντο­νι­σμός δεν ήταν εύκολος – ζήτησαν στρώ­ματα κι άλλα χρειώδη μέσω των social media. Μετά από λίγο άρχισαν να κατα­φθά­νουν Ροδίτες κου­βα­λώ­ντας οτι­δή­ποτε μπο­ρού­σαν: νερά, ξηρά τροφή, σεντό­νια, στρώ­ματα.

Η κ. Γιαν­νίκη ανέλαβε τον συντο­νι­σμό μέσα στο γυμνα­στή­ριο, σημειώ­νο­ντας ότι έδωσε προ­τε­ραιό­τητα σε οικο­γέ­νειες με ανήλικα παιδιά όσον αφορά στο χώρο μέσα στο γήπεδο, ενώ οι υπό­λοι­ποι κάθισαν στις κερ­κί­δες. Το σώμα των προ­σκό­πων είχε σπεύσει επίσης, μερι­μνώ­ντας για τη σίτιση.

Πολλοί του­ρί­στες δεν είχαν τίποτα πέραν από το κινητό τους τηλέ­φωνο και όπως τονίζει η Έλενα Γιαν­νίκη, η στάση τους ήταν «αξιο­πρε­πέ­στατη», επι­δει­κνύ­ο­ντας μία «ευρω­παϊκή ιδιο­συ­γκρα­σία». «Μας χει­ρο­κρο­τού­σαν, μας έλεγαν ευχα­ρι­στώ, είπαμε το happy birthday σε κάποιο παιδί που είχε γενέ­θλια, ένας του­ρί­στας μου ζήτησε να τρα­γου­δή­σει το summer time. Δεν θα ξεχά­σουμε ποτέ αυτές τις στιγμές».

Στο κλειστό γυμνα­στή­ριο του Βενε­το­κλείου έφτασε το πρώτο κύμα των πυρό­πλη­κτων του­ρι­στών – στη συνέ­χεια άνοιξαν και οι αίθου­σες του σχο­λείου και περί τα 600 άτομα πέρασαν τη νύχτα τους εκεί. «Θα κρατήσω την ωδή στην αλλη­λεγ­γύη», λέει η κ. Γιαν­νίκη, απο­φεύ­γο­ντας την κριτική, του­λά­χι­στον προ­σώ­ρας.

«Όλες οι κοι­νω­νι­κές τάξεις, από όλα τα οικο­νο­μικά και κοι­νω­νικά στρώ­ματα πέρασαν για να μας βοη­θή­σουν», λέει συγκι­νη­μένη και προ­σθέ­τει: «Στο πρόσωπο μου είναι όλοι, δεν είμαι η Έλενα, ας είμαι η φωνή όλων, από την πρώτη στιγμή ήμασταν παρό­ντες στις πιο σκο­τει­νές ώρες της σύγ­χρο­νης ιστο­ρίας στο νησί μας».

«Θα μεί­νουμε εδώ μέχρι τον τελευ­ταίο»

«Πρό­κει­ται για μια ανα­τροπή που ζει ένας άνθρω­πος στη ζωή τους μέσα σε μία ώρα», υπο­γραμ­μί­ζει στην «Κ» ο Γενικός Διευ­θυ­ντής του Ροδίων Παιδεία, Κυριά­κος Κυρια­κού­λης, από τον οποίο ζητή­θηκε -το από­γευμα του Σαββάτου- να παρα­χω­ρή­σει τις εγκα­τα­στά­σεις του σχο­λείου.

«Δεχθή­καμε και αμέσως και ενερ­γο­ποι­ή­σαμε όλο το μηχα­νι­σμό του σχο­λείου. Στρώ­σαμε μοκέτα στο κλειστό, απο­σύ­ραμε τα θρανία, ανοί­ξαμε οι αίθου­σες χορού δια­μορ­φώ­θη­καν κατάλ­ληλα, κάναμε το δικό μας συντο­νι­στικό», λέει και σημειώ­νει την έκπληξη που βίωσαν οι άνθρω­ποι του σχο­λείου από την προ­θυ­μία των Ροδιτών που συνέρ­ρεαν κατά δεκάδες να βοη­θή­σουν.

Το Ροδίων Παιδεία έσπευσε να φτιάξει μια εφαρ­μογή για την κατα­γραφή των του­ρι­στών στις εγκα­τα­στά­σεις του. Μέχρι το από­γευμα της Κυρια­κής είχαν περάσει από εκεί του­λά­χι­στον 600 άτομα (Ιταλοί, Γάλλοι, ακόμα και από τη Νέα Ζηλαν­δία».

Όσο μιλάμε με τον κ. Κυρια­κούλη ακού­γε­ται μουσική. «Στο σχολείο τους μαθαί­νουμε συρτάκι», ανα­φέ­ρει και προ­σθέ­τει ότι καθ’ όλη τη διάρ­κεια της ημέρας έκαναν ό,τι περ­νούσε από το χέρι τους για να προ­σφέ­ρουν την ιδανική φιλο­ξε­νία και για τους γονείς και κυρίως για τα παιδιά.

«Το κίνημα που δια­μορ­φώ­θηκε είναι ασύλ­λη­πτο, δεν μπορεί να σβήσει ποτέ», τονίζει και ανα­φέ­ρει παρα­δείγ­ματα με ταξι­τζή­δες που μετέ­φε­ραν τους πυρό­πλη­κτους δωρεάν, με για­τρούς που όλη μέρα πήγαι­ναν στα πρό­χειρα κατα­λύ­ματα για να προ­σφέ­ρουν τις υπη­ρε­σίες τους, για εστια­τό­ρια που έφερναν μερίδες  με φαγητό δωρεάν, για απλούς πολίτες που αγό­ρα­ζαν φάρμακα κι ό,τι άλλο χρεια­ζό­ταν και τα έφερναν.

«Τηλε­φώ­νησα να παραγ­γείλω από χοντρέ­μπορο 1.000 κοτο­μπου­κιές. Όταν του είπα ότι είναι για τους του­ρί­στες, τις έστειλε δωρεάν…», συμπλη­ρώ­νει συγκι­νη­μέ­νος και κατα­λή­γει: «Δεν έχουμε ιδέα πότε θα φύγουν, θα μεί­νουμε εδώ μέχρι τον τελευ­ταίο».

https://www.youtube.com/watch?v=kQbLtFdY-0A

«Μου έδιναν λεφτά και τους τα έδινα πίσω, έβαζα τα κλάματα»

«Τέτοια ενότητα δεν έχω ξαναδεί», λέει η Βάσω Καλ­λια­νιώτη, η οποία ήταν από τις πρώτες που άνοιξε το Λύκειο της «Καπνο­βιο­μη­χα­νίας» και καθ’ όλη τη διάρ­κεια της νύχτας έκανε αναρ­τή­σεις προ­κει­μέ­νου να παρέχει ενη­μέ­ρωση και να κάνει εκκλή­σεις για όσα χρειά­ζο­νταν. «Κοι­νο­ποιού­σαμε τι πράγ­ματα θέλουμε και απλοί άνθρω­ποι, πολίτες της Ρόδου μας τα έφερναν αμέσως».

«Το βράδυ δεν ήξερα πού να πρω­το­πάω, αρχικά πήγα στο Βενε­τό­κλειο και με έστει­λαν στην Καπνο­βιο­μη­χα­νία. Ο διευ­θυ­ντής του Λυκείου άνοιξε το σχολείο στις 3 το πρωί, δεν είχε καμία ενη­μέ­ρωση, δεν υπήρχε ενη­μέ­ρωση. Έρχο­νταν εθε­λο­ντές αστα­μά­τητα, έφερναν νερά, χαρτιά υγείας, χυμούς, ξηρή τροφή, έφερναν φαγητά από ξενο­δο­χεία, έφεραν sleeping bag και πιο αργά στρώ­ματα».

Σε πρώτη φάση δεν ήξεραν τι να κάνουν, αλλά μετά από λίγες ώρες συντο­νί­στη­καν. Τη νύχτα του Σαβ­βά­του φιλο­ξέ­νη­σαν 300 άτομα – Βρε­τα­νοί, Τσέχοι, Γερ­μα­νοί, κυρίως οικο­γέ­νειες, υπήρχαν και πολλά μωρά. «Μου έδιναν λεφτά και τους τα έδινα πίσω, έβαζα τα κλάματα, μου έλεγαν ότι “είστε πολύ καλοί”, “το ξέρω!” τους έλεγα», λέει συγκι­νη­μένη, συμπλη­ρώ­νο­ντας ότι έρχο­νταν συνεχώς Ροδίτες που πρό­σφε­ραν το σπίτι τους για φιλο­ξε­νία ή έστω ένα μπάνιο σε όποιον πυρό­πλη­κτο το επι­θυ­μούσε.

«Δεν θα στα­μα­τήσω να έρχομαι μέχρι να φύγει κι ο τελευ­ταίος»

Στο ίδιο μήκος κύματος και η  γλωσ­σο­λό­γος Αμαλία Μου­στάκη, η οποία βρί­σκε­ται στη Ρόδο (τόπο κατα­γω­γής της) για δια­κο­πές – «είναι αξιο­θαύ­μα­στος ο κόσμος, δεν το φαντα­ζό­μουν», λέει στην «Κ».

Η ίδια από το πρωί της Κυρια­κής προ­σφέ­ρει αδιά­κοπα τις εθε­λο­ντι­κές της υπη­ρε­σίες, μετα­φέ­ρο­ντας πυρό­πλη­κτους από το 4ο ενιαίο Λύκειο προς το σπίτι της, όπου έκαναν ντουζ πάνω από 40 του­ρί­στες, κυρίως μαμάδες με παιδιά.

«Έχουν έρθει πολλοί από το Κιοτάρι, φοράνε άλλα παπού­τσια, δεν είχαν ταυ­τό­τη­τες ή δια­βα­τή­ρια, όλα ρυθ­μί­ζο­νται εθε­λο­ντικά. Πολλά μαγαζιά έφεραν παι­χνί­δια, βεντά­λιες, στρώ­ματα θαλάσ­σης».

Το συγκε­κρι­μένο σχολείο άνοιξε στις 3 το πρωί και από τις εγκα­τα­στά­σεις του πέρασαν πάνω από 500 άτομα.

Οι περισ­σό­τε­ροι του­ρί­στες είναι δυσα­ρε­στη­μέ­νοι από τα πρα­κτο­ρεία τους, καθώς δεν βρί­σκουν άκρη.

«Δεν θα στα­μα­τήσω να έρχομαι μέχρι να φύγει κι ο τελευ­ταίος», λέει η Αμαλία Μου­στάκη και περι­γρά­φει δυνατές συγκι­νή­σεις που βίωσε μιλώ­ντας με τους του­ρί­στες. «Μας αγκα­λιά­ζουν, θέλουν να δώσουν χρήματα, εννο­εί­ται δεν παίρ­νουμε, νιώθουν ευγνω­μο­σύνη, αντι­λαμ­βά­νο­νται ότι έχουν δεχθεί βοήθεια», λέει και προ­σθέ­τει ότι κάποια σχολεία θα διορ­γα­νώ­σουν πάρτι για να νιώσουν καλύ­τερα οι φιλο­ξε­νού­με­νοι.

«Ζούμε ιστο­ρι­κές στιγμές, δεν θα το ξεχά­σουμε αυτό…»

Στο Καζού­λειο Λύκειο της Ρόδου βοηθά εθε­λο­ντικά από το πρωί της Κυρια­κής ο δικη­γό­ρος, Χρίστος Μαλια­ρά­κης.

Το σχολείο το άνοιξαν στις 2:30 το πρωί τρεις άνθρω­ποι, κυρίως νεαρής ηλικίας και κατά τη διάρ­κεια της ημέρας ζουν στιγμές συγκί­νη­σης αλλά και χάους από τον ελλιπή συντο­νι­σμό.

Ο ίδιος είχε τον παρα­κάτω διάλογο με δύο 16χρονα παιδιά: «Ποιος σας είπε να έρθετε; Κανένας. Γιατί ήρθατε; Κάποιος έπρεπε να κάνει κάτι…». «Από παντού αυτό ακούω, όλοι αυτό-οργανώθηκαν και πήγαν από μόνοι τους. Η επι­κοι­νω­νία γίνεται μέσω Facebook και με μηνύ­ματα».

Το βράδυ της Κυρια­κής βρί­σκο­νταν εκεί περί τα 70 άτομα, που θα κοι­μό­ντου­σαν ακόμα και σε στρώ­ματα θαλάσ­σης, που έφεραν Ροδίτες.

«Πρό­κει­ται για πολύ ωραία εμπει­ρία με αυτή την εθε­λο­ντική προ­σφορά των ανθρώ­πων: έφερναν νερά, φαγητά, μωρο­μά­ντιλα, χαρτιά υγείας. Πολλοί πήραν ανθρώ­πους στα σπίτια τους, σε δωμάτια Airbnb, πέρασε από εδώ πολύς κόσμος που ήθελε να βοη­θή­σει», λέει ο κ. Μαλ­λια­ρά­κης, σημειώ­νο­ντας ότι οι πυρό­πλη­κτοι του­ρί­στες που φιλο­ξε­νή­θη­καν εκεί ήταν «ευγε­νέ­στα­τοι και ήρεμοι».

«Ζούμε ιστο­ρι­κές στιγμές, δεν θα το ξεχά­σουμε αυτό… γίνεται κάτι που δεν έχει ξανα­γί­νει. Με κάλεσε μία κοπέλα από το Λονδίνο, που είπε ότι μια ομάδα φοι­τη­τών έχει μαζέψει κάποια χρήματα και ήθελαν να τα στεί­λουν σε μένα. Τελικά αγό­ρα­σαν πράγ­ματα από φαρ­μα­κεία που τα έστει­λαν σε σχολεία».

Οι καλοί Σαμα­ρεί­τες

Ο δικη­γό­ρος Σπύρος Σαλα­μα­στρά­κης είναι εθε­λο­ντής Ερυθρού Σταυρού, που από την πρώτη στιγμή δίνει το «παρών» του στη φωτιά. Μία ομάδα 11 ατόμων έφτασε στην περιοχή Κιοτάρι στις 18.20 του Σαβ­βά­του και αυτό που συνά­ντη­σαν ήταν –όπως λέει ο κ. Σαλαμαστράκης- «κρανίου τόπος».

Οι του­ρί­στες από τα ξενο­δο­χεία στο Κιοτάρι είχαν μετα­φερ­θεί σε ένα άλλο ξενο­δο­χείο, στο Γεννάδι, όπου συνο­λικά συγκε­ντρώ­θη­καν περί τους 5.000 του­ρί­στες. Εκεί η ομάδα του κ. Σαλα­μα­στράκη άρχισε να συντο­νί­ζει – το γεγονός ότι ήταν ένστο­λοι έκανε τους του­ρί­στες να νιώσουν καλύ­τερα.

«Οι περισ­σό­τε­ροι είχαν τα πράγ­ματα τους και τριγύρω υπήρχαν καπνοί», σημειώ­νει και προ­σθέ­τει ότι χωρί­στη­καν σε δύο ομάδες, αρχί­ζο­ντας να οδηγούν ορι­σμέ­νους προς τη θάλασσα. Στο σημείο εκείνο δεν υπήρχε ακόμα ενη­μέ­ρωση για το τι πρέπει να γίνει. Πολλοί του­ρί­στες είχαν οδη­γη­θεί στους χώρους του σχο­λείου στο Γεννάδι, ενώ επι­ση­μαί­νε­ται η θαρ­ρα­λέα στάση των ντόπιων από τα γύρω χωριά που μετά­φε­ραν ανθρώ­πους από το πυρό­πλη­κτο Κιοτάρι.

Το βράδυ ελήφθη μήνυμα από το «112» που καλούσε τους πάντες να εκκε­νώ­σουν το Κιοτάρι και το Γεννάδι προς το Πλυμ­μήρι, στο νότο. Οι του­ρί­στες μετα­φέ­ρο­νται στην παραλία Γεν­να­δίου, όπου σκάφη αρχί­ζουν στα­διακά να τους απο­μα­κρύ­νουν. Οι στιγμές εκεί είναι συγκλο­νι­στι­κές. Κάποιοι μπαί­νουν σε σκάφη του Λιμε­νι­κού και του Στρατού με τη βοήθεια των Σαμα­ρει­τών (μέχρι 20 άτομα) και τους μετέ­φε­ραν σε μεγα­λύ­τερα σκάφη. «Η φωτιά ήταν κοντά μας, οι εθε­λο­ντές βοη­θού­σαν τον κόσμο να ανέβει στα πλωτά του Λιμε­νι­κού – είναι δύσκολο να ανέβεις». «Έως τις 12 τα μεσά­νυ­χτα στην παραλία στο Γεννάδι υπήρχαν περί τους 1.000 του­ρί­στες. Ήταν ταλαι­πω­ρη­μέ­νοι, κου­ρα­σμέ­νοι, νηστι­κοί, προ­σπα­θού­σαμε να τους πάμε με το φιλό­τιμο. Στις 2:00 εμφα­νί­ζο­νται 12 πούλμαν και μετα­φέ­ρουν τους περισ­σό­τε­ρους σε ξενο­δο­χεία στο Πλημ­μύρι».

«Μια εικόνα που θα μου μείνει είναι η παραλία Γεν­να­δίου όταν την αδειά­σαμε. Πολλοί είχαν αφήσει τα υπάρ­χο­ντα τους (βαλί­τσες, κλπ) στην παραλία για να σωθούν», λέει κ. Σαλα­μα­στρά­κης που με την ομάδα του παρέ­μεινε επί ώρες στο πεδίο. Όταν και εκείνοι έφτασαν στο Πλημ­μύρι, αντί­κρι­σαν μια εικόνα με εκα­το­ντά­δες του­ρί­στες να κοι­μού­νται παντού. Παρά την κούραση τους, παρεί­χαν τις πρώτες βοή­θειες σε όποιον το είχε ανάγκη, ενώ με το πρώτο φως είδαν να «χιο­νί­ζει» στάχτη. «Οι άνθρω­ποι μας ευχα­ρι­στού­σαν, αισθά­νο­νταν ασφα­λείς όσο μας έβλεπαν, τους καθη­συ­χά­ζαμε, απλά δεν ξέραμε άμεσα που θα τους πήγαι­ναν».

Πηγή kathimerini.gr

Λουκάς Βελι­δά­κης

Πώς σας φάνηκε το άρθρο;

Ένα πάτημα, χωρίς λογαριασμό. Μία ψήφος ανά συσκευή.

Σχολιασμός άρθρου

Προσθέστε ένα σχόλιο

Εμφανίζεται μετά από έγκριση · το e-mail δεν δημοσιεύεται0 / 2000

Τα σχόλια εκφράζουν τον σχολιαστή, όχι τη Δημοκρατική. Όροι σχολιασμού

Τα σχόλια εκφράζουν αποκλειστικά τον εκάστοτε σχολιαστή. Η Δημοκρατική δεν υιοθετεί αυτές τις απόψεις. Διατηρούμε το δικαίωμα να διαγράψουμε όποια σχόλια θεωρούμε προσβλητικά ή περιέχουν ύβρεις, χωρίς καμία προειδοποίηση. Χρήστες που δεν τηρούν τους όρους χρήσης αποκλείονται. Τα σχόλια δημοσιεύονται μετά από έγκριση· το e-mail δεν δημοσιεύεται.

Γίνετε ο πρώτος που θα σχολιάσει.