«Τα μέλη της Task Force δίνουν μεγάλη σημασία στη διαπίστωση ότι λόγω της παράνομης συμπεριφοράς ατόμων και επιχειρήσεων στο εξωτερικό τέθηκε σε κίνδυνο η υγεία των ασθενών στη Γερμανία. Από την άλλη πλευρά στερήθηκαν σημαντικά φάρμακα ασθενείς στην Ελλάδα και έγινε αδύνατη μια ιατρικά θεμελιωμένη θεραπεία αυτών των ασθενών… Τα μέλη της Task Force θεωρούν αυτή τη συμπεριφορά ηθικά απαράδεκτη…». Στο συμπέρασμα αυτό καταλήγουν τα 7 μέλη της ανεξάρτητης Task Force στο επικαιροποιημένο πόρισμά τους που κατέθεσαν στις 18 Σεπτεμβρίου 2018 στο υπουργείο Υγείας του κρατιδίου του Βραδεμβούργου για τη μεγάλη υπόθεση των κλεμμένων αντικαρκινικών φαρμάκων από ελληνικά κρατικά φαρμακεία και νοσοκομεία που διακινήθηκαν από την εταιρεία Lunaphram σε ολόκληρη τη Γερμανία.

Παρ’ όλα αυτά, οι 22 συσκευασίες φαρμάκων που εξετάσθηκαν σε κρατικά εργαστήρια στο Βερολίνο αλλά και στα εργαστήρια της ελβετικής φαρμακευτικής εταιρείας Roche, έδειξαν ότι τα φάρμακα διατηρούσαν τις θεραπευτικές τους ιδιότητες και, με μία εξαίρεση, δεν έδειχναν να έχουν επηρεασθεί από τις συνθήκες αποθήκευσης – κάποια έπρεπε να αποθηκεύονται σε θερμοκρασίες 2-8 βαθμών. Η Task Force καταλήγει, ωστόσο, ότι έπρεπε να είχαν αποσυρθεί διότι είχαν διακινηθεί με παράνομο τρόπο.

Γιατί όμως άργησαν οι γερμανικές αρχές να ανταποκριθούν τόσο πολύ στις πληροφορίες από την Ελλάδα και να παρέμβουν; Στις σελίδες 12-22 της έκθεσης συμπερασμάτων καταγράφεται η αλληλογραφία μεταξύ Πολωνίας – Γερμανίας – Ελλάδας, που οδήγησε στο κύμα συλλήψεων την άνοιξη του 2018.

Οι πολωνικές αρχές εντοπίζουν μια συσκευασία του αντικαρκινικού φαρμάκου Neulasta δύο χρόνια πριν από τις συλλήψεις, στις 23 Μαΐου 2016, που προέρχεται από τη Lunapharm. Oι γερμανικές αρχές ρωτούν τη Lunapharm από πού προέρχεται το φάρμακο 6 μήνες αργότερα, στις 5 Δεκεμβρίου 2016. Δύο μέρες μετά, μια γερμανική υπηρεσία διαπιστώνει ότι η άδεια εξαγωγής του φαρμακείου στην Καλλιθέα, από το οποίο έπαιρνε τα φάρμακά της η Lunapharm, δεν φαινόταν γνήσια (σ.σ. η άδεια είναι του 1981 ). Στις 13 Δεκεμβρίου ο ΕΟΦ ενημερώνει τις γερμανικές αρχές ότι τα φαρμακεία δεν μπορούν να κάνουν εξαγωγές στην Ελλάδα. Η γερμανική εταιρεία εμφανίζεται να αμφισβητεί την απάντηση του ΕΟΦ αλλά τα μέλη της Task Force σημειώνουν στο πόρισμά τους ότι «το δικαίωμα του ελεγχόμενου από τη διοίκηση για ακρόαση δεν στερεί από τις Αρχές το δικαίωμα να κατάσχουν για λόγους υγείας φάρμακα που φαίνεται να μην έχουν διακινηθεί νόμιμα».

Στην υπόθεση μπλέκεται και ο ευρωπαϊκός οργανισμός παρακολούθησης της φαρμακευτικής αγοράς (EMA) που εντέλλει τις γερμανικές αρχές να κάνουν έλεγχο στη Lunapharm. Οταν οι γερμανικές αρχές βρίσκουν τα φάρμακα εντάξει, η EMA κλείνει την υπόθεση. Εξι μήνες αργότερα, γίνονται οι συλλήψεις στην Αθήνα και ανοίγει ο ασκός του Αιόλου. Η Ηλέκτρα Κούτρα, συνήγορος του φερόμενου ως κεντρικού προσώπου του κυκλώματος, Χουσεΐν Μoχάμεντ Ράμπι, ζήτησε από την ανακρίτρια Γ. Ιωαννίδου να αρθεί η προσωρινή κράτηση του πελάτη της, επικαλούμενη το καθεστώς της 70% αναπηρίας του, που βεβαιώνεται από τον οργανισμό HAVS της Εσσης, μετά την απολογία του. Η σχετική κάρτα έχει εκδοθεί μετά την απολογία του, αλλά οι παθήσεις από τις οποίες προκύπτει το καθεστώς αναπηρίας είναι χρόνιες (χρόνια επιληψία, αρχόμενη άνοια, προβλήματα του κυκλοφορικού). Ο εισαγγελέας που έκρινε το αίτημα, κατέληξε στο συμπέρασμα ότι δεν μπορεί να κριθεί το αίτημα αναπηρίας μετά τη θέση του υπόπτου σε καθεστώς προσωρινής κράτησης και χαρακτήρισε το έγγραφο των γερμανικών αρχών «αόριστο» και «αναιτιολόγητο». Ο Ράμπι διά των συνηγόρων του υποστηρίζει από την πρώτη μέρα της προφυλάκισής του ότι έχει προβλήματα υγείας, χωρίς οι Αρχές να έχουν ασχοληθεί ουσιαστικά με τους ισχυρισμούς του. Η συνήγορός του ζητεί να εξετασθεί από γιατρούς στη φυλακή ή σε νοσοκομείο.

πηγή kathimerini.gr

ΠΡΟΣΦΑΤΑ ΑΡΘΡΑ