Συνέντευξη
στη Μαίρη Φώτη

Η Γεωργία Καρά, είναι μια γνώριμη φυσιογνωμία για το Νοσοκομείο της Ρόδου. Ασκησε την νοσηλευτική για 36 ολόκληρα χρόνια μέχρι το 2014, οπότε και συνταξιοδοτήθηκε, όμως μέχρι σήμερα κρατάει τις στολές της, όπως εξομολογείται σε συνέντευξή της στην «δ».
Και μπορεί σήμερα η Γεωργία, να είναι συνταξιούχος νοσηλεύτρια, αλλά η διάθεση για προσφορά και η αγάπη για το επάγγελμά της δεν έχουν εκλείψει. Είναι εθελόντρια στον Σύλλογο Στήριξης Καρκινοπαθών Δωδεκανήσου και προσφέρει την βοήθειά της σε όποιον την χρειάζεται, γιατί όπως λέει «η νοσηλευτική δεν είναι επάγγελμα, είναι λειτούργημα».
Πολλοί ασθενείς την θυμούνται και την αναζητούν μέχρι σήμερα αλλά κι εκείνη θυμάται εκείνους που τα κατάφεραν κι έφυγαν όρθιοι αλλά και όσους «λύγισαν» στην μάχη με τον θάνατο. Εχει κρυμμένα στην καρδιά της «μυστικά» από εκείνα που μόνο στους θαλάμους των νοσοκομείων… ομολογούνται.
Στη διάρκεια της συνέντευξης συγκινήθηκε πολλές φορές για όσα εξομολογήθηκε, μα κυρίως για όσα δεν είπε… Μιλά με αγάπη για τη δουλειά της, αναπολεί και δίνει συμβουλές στους νέους συναδέλφους της.

• Πριν από πόσο καιρό συνταξιοδοτηθήκατε;
Κλείνω τέσσερα χρόνια, μετά από 36 χρόνια εργασίας. Από το 1986 και μετά εργάστηκα στο Τμήμα Μεσογειακής Αναιμίας, στο Αιματολογικό, με μια διακοπή από το 1996 μέχρι το 2000 λόγω των εγκυμοσύνων και επανήλθα. Αρχικά Πρώτες Βοήθειες, μετά Εξωτερικά Ιατρεία και επανατοποθετήθηκα στο Αιματολογικό-Ογκολογικό Τμήμα μέχρι που έφυγα το 2014.
• Περάσατε σχεδόν από όλα τα τμήματα.
Ναι, εκτός από τα χειρουργικά. Κάποια στιγμή με έβαλαν στην παιδιατρική κλινική αλλά για προσωπικούς λόγους, ευαισθησίας, δεν μπορούσα να παραμείνω εκεί και έφυγα. Αυτό που μου έχει μείνει από τα χειρουργικά, όπου πήγα μόνο για το πρώτο τρίμηνο, ήταν το φονικό που είχε γίνει στην Παλιά Πόλη, στο τέλος του 1977 όπου ένας με μια καραμπίνα πυροβόλησε κάποιους ανθρώπους. Θυμάμαι το τρέξιμο που είχαμε κάνει τότε για να σωθούν αυτοί οι άνθρωποι. Κάποιοι δεν τα κατάφεραν, τους σκότωσε…
• Πώς κάνατε την επιλογή να γίνετε νοσηλεύτρια;
Επιλογή μου, ήταν να γίνω βιοχημικός. Αλλά τότε τα οικονομικά της οικογένειάς μου δεν το επέτρεπαν, ο πατέρας μου δεν με άφηνε να φύγω από τις Σέρρες, από εκεί είναι η καταγωγή μου. Και ο μόνος κοντινός τομέας τότε ήταν η νοσηλευτική σχολή Σερρών. Ηταν μονοετούς φοίτησης και πήγα εκεί. Απορροφήθηκα αμέσως από το Νοσοκομείο των Σερρών μόλις τελείωσα τη Σχολή αλλά εγώ ήθελα να ανοίξω τα φτερά μου, να πάω παρακάτω, οπότε έψαξα και βρήκα ότι στη Ρόδο χρειάζονταν νοσηλευτές και έκτοτε είμαι εδώ, 40 χρόνια.
• Ροδίτισσα πια.
Ε, ναι. Περισσότερο Ροδίτισσα, παρά Σερραία. Βέβαια η οικογένειά μου είναι ακόμα εκεί, τα αδέλφια μου. Οι γονείς μου έχουν φύγει, ο πατέρας μου από καρκίνο. Η θεία μου, η αδελφή της μαμάς μου νόσησε από καρκίνο του μαστού, αλλά ευτυχώς αποθεραπεύτηκε και σήμερα είναι μια χαρά. Θέλω να πω ότι έχω κι εγώ περιστατικά καρκίνου στην οικογένειά μου.
• Η νοσηλευτική πάντως, είναι ένα πολύ ιδιαίτερο επάγγελμα.
Είναι λειτούργημα. Αν δεν το νιώσουμε ως λειτούργημα, δεν είμαστε νοσηλευτές, ασχέτως αν η ζωή μάς κάνει να θέλουμε τον μισθό μας γιατί πρέπει κι εμείς να επιβιώσουμε. Από εκεί και πέρα, από τη στιγμή που κάνουμε αυτό το επάγγελμα πρέπει πρωτίστως να το βλέπουμε ως λειτούργημα και όχι ως εργασία.
• Τώρα που έχετε συνταξιοδοτηθεί, σας λείπει;
Μου λείπει πάρα πολύ. Πίστευα ότι δεν θα μπορούσα μετά από τόσα χρόνια στο Νοσοκομείο να αποσπαστώ από το χώρο, αλλά λένε ότι ο χρόνος είναι γιατρός. Με τον καιρό έχω αρχίσει να απομακρύνομαι. Βέβαια διατηρώ επαφές με συναδέλφους, που είναι και πολύ καλοί μου φίλοι. Είναι η δεύτερη οικογένειά μου.
• Οι νοσηλευτές, περνούν περισσότερο χρόνο με τον ασθενή απ΄όσο με τον γιατρό…
Εννοείται!
• Αυτό, μοιραία, επιφέρει και δέσιμο.
Παλαιότερα το έκανα. Μετά σταμάτησα, γιατί είναι ψυχοφθόρο. Δεν μπορούσα να το αντέξω. Κρατούσα τις αποστάσεις μου όσο μπορούσα βέβαια. Οσο είναι ο ασθενής στο νοσοκομείο, και στα τμήματα αυτά είναι χρόνιοι οι ασθενείς, δένεσαι έτσι κι αλλιώς.
• Βαθιά ανθρώπινες στιγμές, εκεί συναντάς την ζωή και τον θάνατο…
Πραγματικά.
• Αν γυρνούσατε τον χρόνο πίσω, θα επιλέγατε πάλι την ίδια δουλειά;
Ναι, βεβαίως.
• Παρότι ξεκινήσατε για αλλού.
Αυτό ήταν ένα όνειρο, τελείωσε. Μπήκα σε αυτή τη δουλειά, την αγάπησα, γιατί αν δεν την αγαπάς δεν μπορείς να αποδώσεις, όχι μόνο στη νοσηλευτική αλλά σε όλες τις δουλειές. Αυτό λέω και στα παιδιά μου. Αν δεν αγαπήσετε τη δουλειά σας, δεν θα αποδώσετε δεν θα προχωρήσετε.
• Εσείς πάντως στο Νοσοκομείο, είστε μια γνώριμη φυσιογνωμία. Σχεδόν όλοι κάποια στιγμή, είτε με τον έναν τρόπο είτε με τον άλλον, σας έχουμε συναντήσει.
Με χαιρετάνε πολλές φορές στο δρόμο, κι εγώ κάποιους δεν τους θυμάμαι κι αισθάνομαι άσχημα. Παρόλα αυτά πάντα ρωτάω, από πού με ξέρετε και ανανεώνουμε την γνωριμία μας. Με χαροποιεί αυτό που με θυμούνται και οι συνάδελφοι και οι ασθενείς.
• Ενας καλός νοσηλευτής, τι στοιχεία πρέπει να έχει;
Πρώτ’ απ’ όλα πρέπει να είναι άνθρωπος. Αν δεν είσαι άνθρωπος δεν μπορείς να είσαι νοσηλευτής, δεν μπορείς να έρθεις κοντά στον ασθενή. Δεν μπορείς να του αποσπάσεις αυτό που πολλές φορές κρύβει και δεν το λέει ούτε στον γιατρό. Ακόμα και η οικογένειά τους, πολλές φορές προσπαθεί να κρύψει αυτό το τραγικό που συμβαίνει, ακόμα και από τον ίδιο ασθενή, αλλά και οι ίδιοι δεν θέλουν να το πιστέψουν σε πολλές περιπτώσεις. Αυτό οφείλουμε να το σεβαστούμε, δεν μπορούμε εμείς να έχουμε άποψη για το πώς θέλει να το διαχειριστεί η οικογένεια. Εμείς ως νοσηλευτές πρέπει να είμαστε κοντά και στον ασθενή και στον συγγενή, γιατί πολλές φορές ο συγγενής χρειάζεται περισσότερη βοήθεια από τον ασθενή.
• Είναι βαρύ φορτίο όμως αυτό…
Πολλοί μου λένε ότι από τότε που έφυγα από τη δουλειά, ανανεώθηκα. Μου έφυγε πραγματικά αυτό το βάρος. Είναι βάρος μεγάλο να ζεις αυτούς τους ανθρώπους και να μην μπορείς πολλές φορές να τους βοηθήσεις.


• Φαντάζομαι την ικανοποίηση όταν βλέπατε ανθρώπους που νοσηλεύτηκαν για μεγάλο χρονικό διάστημα, να πηγαίνουν σπίτι τους υγιείς. Σας αναζητούν μετά;
Δεν μπορείτε να φανταστείτε… Μεγάλη ικανοποίηση. Στο νοσοκομείο, ακούω ότι με ζητάνε ακόμα και σήμερα, ρωτούν για μένα. Αυτό είναι ηθική ικανοποίηση.
• Και στον αντίποδα βέβαια, για κάποιον που δεν τα καταφέρνει, εκτιμώ ότι κι εκεί βιώνετε πένθος.
Αναπόφευκτα, πολλές φορές. Εχω πάρα πολλά μέσα μου… Πάρα πολλά. Δεν μπορώ να τα πω. Εζησα τραγικές καταστάσεις, στην κυριολεξία. Διαλύονταν οικογένειες εκεί μέσα.
• Από την απώλεια των προσώπων εννοείτε;
Όχι πάντα… Αυτά δεν μπορούμε να τα συζητήσουμε, είναι πώς το διαχειρίζεται ο καθένας. Αλλά αυτά εμάς, μας μένουν, τα θυμόμαστε…Είναι η παροιμία που λέει ότι μια μάνα μπορεί να θρέψει δέκα παιδιά, δέκα παιδιά δεν μπορούν να δουν μια μάνα. Αυτά όλα τα ζήσαμε, τα έζησα.
• Από αυτά τα 36 χρόνια, που επιτελέσατε αυτό το λειτούργημα, όπως το αποκαλείτε, τι σας έχει μείνει;
Η ικανοποίηση ότι έχω κάνει ό,τι καλύτερο μπορούσα. Βοήθησα κόσμο, δεν έχω κανένα βάρος στη συνείδησή μου. Αυτός που με έμαθε πάρα πολλά πράγματα ήταν ο κ. Μανώλης Κουκάκης, ο πρώην διευθυντής μου στο Αιματολογικό, ο οποίος συνταξιοδοτήθηκε πριν από εμένα. Ήρθε γύρω στο 1990-1991 και από τότε ήμασταν συνέχεια μαζί. Οργάνωσε το Αιματολογικό και το Ογκολογικό, πάλεψε πάρα πολύ. Είχε έρθει ως γιατρός αιματολόγος αλλά είχε και την ογκολογία, και τότε ήθελε να βοηθήσει αυτούς τους ανθρώπους. Βρήκε τον τρόπο και το έκανε… Μπράβο του, εγώ ήμουν δίπλα του. Εκανε ό,τι περισσότερο μπορούσε για την ροδιακή κοινωνία. Με την ευκαιρία θέλω να πω ένα μεγάλο ευχαριστώ για την συνεργασία που είχαμε, στην διευθύντρια του Τμήματος Μεσογειακής Αναιμίας κ. Πολυξένη Μαΐλη, στον επιμελητή Α΄κ. Γιάννη Κόνσολα και στις συναδέλφους μου νοσηλεύτριες στο Αιματολογικό – Ογκολογικό Όλγα Καραγιάννη-Παναγιωτοπούλου και Βάσω Πεχλιβάνη.
• Η δουλειά του νοσηλευτή, επηρεάζει την προσωπική ζωή;
Το σωστό είναι να μην την επηρεάζει, να έχουμε διαχωρίσει τη δουλειά από την οικογένεια όμως αυτό δεν συμβαίνει πάντα. Ανθρωπίνως δεν μπορεί να συμβεί. Με ρωτήσατε προηγουμένως αν δενόμαστε με τον ασθενή… γίνεται αυτό. Όταν δενόμαστε, παίρνουμε το πρόβλημα στο σπίτι. Και το συζητάμε και το σκεφτόμαστε και σε πολλές κηδείες έχω πάει…
• Η οικογένεια έδειχνε κατανόηση;
Εμεινα χήρα στα 42 μου χρόνια, με δύο μωρά. Τα αγόρια μου ήταν μεγάλα αλλά τα κορίτσια μου ήταν 2 και 4,5 ετών. Η αλήθεια είναι ότι η υπηρεσία με βοήθησε να εργάζομαι τα πρωινά για να μπορώ να έχω τον έλεγχο των παιδιών, να τα μεγαλώσω, και τους ευχαριστώ όλους τους συναδέλφους και συνεργάτες που έδειξαν κατανόηση και εκείνο τον καιρό στάθηκαν δίπλα μου. Το ξεπέρασα κι αυτό…
• Τη στολή σας, την έχετε ακόμα;
Ολες!
• Είναι κάτι που δεν θέλετε να αποχωριστείτε.
Όχι, τις κρατώ για ενθύμιο.
• Αυτό δείχνει και πόσο την αγαπήσατε τη δουλειά.
Πάρα πολύ. Και γι’ αυτό λέω ότι απέδωσα, επειδή την αγαπούσα.
• Ποιο είναι το πρώτο πράγμα που σας έρχεται στο μυαλό όταν σκέφτεστε τα 36 χρόνια στο Νοσοκομείο της Ρόδου.
Πώς ξεκινήσαμε, με τι μόχθο… Γιατί τότε, το 1977 που ήρθα στη Ρόδο, ακόμα χρησιμοποιούσαμε γυάλινες σύριγγες. Τις βράζαμε το βράδυ, ξεβουλώναμε τις βελόνες, πλέναμε τα γάντια, τα απλώναμε, τα αποστειρώναμε. Σταδιακά πήρε την άνοδο το Νοσοκομείο της Ρόδου. Δεν υπήρχαν γάζες, δε υπήρχαν χαρτοβάμβακα, δεν υπήρχαν γάντια… Τα σεντόνια… Κάποια στιγμή που μας κάνανε τα αυστραλιανά (αντιγόνα) βρεθήκαμε πολλοί θετικοί. Επόμενο ήταν, διότι όλες τις δουλειές τις κάναμε με τα χέρια μας. Δεν υπήρχε διαχωρισμός καθηκόντων τότε, όλοι κάναμε τα πάντα. Τώρα που φτάσαμε στο σημερινό επίπεδο, για εμάς ήταν παιχνιδάκι. Ελεγα στα νέα παιδιά,” δεν περάσατε αυτά που περάσαμε εμείς, αν τα περνούσατε, τι θα κάνατε;”.
• Η απόφαση για την συνταξιοδότηση ήταν εύκολη ή δύσκολη;
Λογικά θα έπρεπε να φύγω από το 2008, πριν από την κρίση. Αλλά πήγαινα να υποβάλω την παραίτησή μου κι έφευγα. Δεν ήθελα, δεν μπορούσα, έκλαιγα… Και μέχρι κάποια στιγμή έλεγα, «δεν μπορώ να φύγω από το νοσοκομείο, είναι το δεύτερο σπίτι μου». Οι καταστάσεις οι οικονομικές με ανάγκασαν στο τέλος να παραιτηθώ…
• Σήμερα πηγαίνετε στο Νοσοκομείο;
Ναι βέβαια, πηγαίνω ως επισκέπτρια. Βλέπω τους συναδέλφους μου, τους φίλους μου, τους συνεργάτες μου. Εκείνους που ήμουν πιο πολύ δεμένη. Βοηθώ όσο μπορώ τον Σύλλογο Καρκινοπαθών και προσφέρω την βοήθειά μου σε όποιον την ζητήσει.
• Στους νέους συναδέλφους σας που ξεκινούν τώρα και ονειρεύονται να ασχοληθούν με την νοσηλευτική ή σε όσους κάνουν τώρα τα πρώτα τους βήματα, τι θα θέλατε να πείτε;
Να αγαπήσουν πρώτ’ απ΄όλα τη δουλειά τους. Κι αυτό θα τους ξεκουράσει. Όταν αγαπάς τη δουλειά σου, δεν κουράζεσαι. Ακόμα και στις άδειές μου και στα ρεπό μου, περνούσα χρόνο στο νοσοκομείο. Εστω και για μια δύο ώρες, πήγαινα να δω αν με χρειάζονταν. Ημασταν μόνο δύο νοσηλεύτριες και χρειαζόμασταν η μία την άλλη, δεν μπορούσα να μην πάω να βοηθήσω

Σχολιασμός άρθρου

ΠΡΟΣΦΑΤΑ ΑΡΘΡΑ