ΤΟΠΙΚΕΣ ΕΙΔΗΣΕΙΣ

Μιχάλης Καντιδενός: Η πρόταση για τη σύσταση προανακριτικής επιτροπής, που υπέβαλε το ΠΑΣΟΚ, έχει νομικό έρεισμα;

Δαμιανός Αθανασίου 7 λεπτά ανάγνωση
ΚΑΝΤΙΔΕΝΟΣ ΜΙΧΑΛΗΣ
Ο ποινικολόγος κ. Μιχάλης Καντιδενός

Η πρόταση για τη σύσταση προ­α­να­κρι­τι­κής επι­τρο­πής σε βάρος πολι­τι­κού προ­σώ­που (π.Υπουρ­γού της Κυβερ­νή­σεως) για (ενδε­χό­μενη) παρά­βαση του άρθρου 290 του ΠΚ που υπέβαλε το ΠΑΣΟΚ, έχει νομικό έρεισμα;

ΜΙΧΑΗΛ Ι. ΚΑΝΤΙΔΕΝΟΣ, δικη­γό­ρος Ρόδου-Ποινικολόγος, Μέλος της Ένωσης Ελλήνων Ποι­νι­κο­λό­γων ΕΕΠ) και του επι­στη­μο­νι­κού σωμα­τείου μελέτης του Ποι­νι­κού Δικαίου “Judicium Rectum”

Ι. ΕΙΣΑΓΩΓΗ

Σύμφωνα με το άρθρο 290 του νΠΚ «Επι­κίν­δυ­νες παρεμ­βά­σεις στην οδική συγκοι­νω­νία» ορί­ζε­ται ότι: «1. Όποιος δια­τα­ράσ­σει την ασφά­λεια της συγκοι­νω­νίας στους δρόµους: α) µε κατα­στροφή, βλάβη ή µετακίνηση εγκα­τα­στά­σεων ή οχηµάτων, β) µε τοπο­θέ­τηση ή δια­τή­ρηση εµποδίων, γ) µε αλλοί­ωση σηµείων ή σηµάτων ή µε τοπο­θέ­τηση ή δια­τή­ρηση εσφαλµένων σηµείων ή σηµάτων, ή δ) µε άλλες, εξίσου επι­κίν­δυ­νες για την ασφά­λεια της συγκοι­νω­νίας πράξεις, τιµωρείται: αα) µε φυλά­κιση έως τρία έτη ή χρηµατική ποινή αν από την πράξη προ­έ­κυψε κοινός κίν­δυ­νος για ξένα πράγµατα, ββ) µε φυλά­κιση του­λά­χι­στον ενός έτους αν από την πράξη προ­έ­κυψε κίν­δυ­νος για άνθρωπο, γγ) µε κάθειρξη έως δέκα έτη αν η πράξη είχε ως αποτέλεσµα τη βαριά σωµατική βλάβη άλλου ή προ­κά­λεσε βλάβη σε κοι­νω­φε­λείς εγκα­τα­στά­σεις, δδ) µε κάθειρξη του­λά­χι­στον δέκα ετών αν η πράξη είχε ως απο­τέ­λε­σμα τον θάνατο άλλου. Αν προ­κλή­θηκε ο θάνατος µεγάλου αριθµού ανθρώ­πων, το δικα­στή­ριο µπορεί να επι­βά­λει ισόβια κάθειρξη. 2. Όποιος στις περι­πτώ­σεις της προη­γού­με­νης παρα­γρά­φου προ­κα­λεί από αμέλεια τη δια­τά­ραξη της ασφά­λειας της συγκοι­νω­νίας από την οποία προ­έ­κυψε κοινός κίν­δυ­νος για ξένα πράγ­ματα ή για άνθρωπο, τιμω­ρεί­ται με φυλά­κιση έως δύο έτη ή χρη­μα­τική ποινή.»

Η διάταξη του άρθρου 290 νέου ΠΚ στις δύο πρώτες υπο­πε­ριτ­πώ­σεις στην πρώτη παρά­γραφο (δηλαδή στις αα και ββ) αφορά έγκλημα συγκε­κρι­μέ­νης δια­κιν­δύ­νευ­σης. Ως εκ τούτου για να μπορεί να γίνει λόγος για την πλήρωση της αντι­κει­με­νι­κής του υπό­στα­σης απαι­τεί­ται να δημιουρ­γη­θούν αιτια­κές συν­θή­κες στην εμπει­ρική πραγ­μα­τι­κό­τητα (εξω­τε­ρικό κόσμο) για να επέλθει ένα βλαβερό απο­τέ­λε­σμα (φθορά πράγ­μα­τος, τραυ­μα­τι­σμός ανθρώ­που), που όμως δεν επήλθε διότι απαι­τού­νται και άλλοι όροι (π.χ πρό­σκρουση, πτώση για να συμβεί η φθορά ή ο τραυ­μα­τι­σμός).

Αντί­θετα η διάταξη του παλαιού ΠΚ απαι­τούσε τη δημιουρ­γία συν­θη­κών από τις οποίες μπο­ρούσε να επέλθει το βλαβερό απο­τέ­λε­σμα. Κατά συνέ­πεια η διάταξη του άρθρου 290 νέου ΠΚ είναι ευμε­νέ­στερη.

Ο κίν­δυ­νος που  πρέπει να προ­κύ­ψει, πρέπει να αφορά συγκε­κρι­μένο άνθρωπο, δηλαδή η κατά­σταση που έχει δημιουρ­γη­θεί πρέπει να αφορά την επέ­λευση αιτια­κών όρων για την προ­σβολή συγκε­κρι­μέ­νου ανθρώ­που. Γι’αυτό ο κίν­δυ­νος πρέπει να είναι εξα­το­μι­κευ­μέ­νος. Δηλαδή πρέπει να προσ­διο­ρί­ζε­ται τι ακριβώς συν­θή­κες προ­κλή­θη­καν από τη θετική ενέρ­γεια ή την παρά­λειψη του δράστη, τι ακριβώς αιτια­κοί όροι για την προ­σβολή  του σώματος συγκε­κρι­μέ­νου προ­σώ­που εξαγ­γέλ­θη­καν, που τελικά όμως δεν οδή­γη­σαν στην προ­σβολή του, επειδή άλλοι όροι εμπό­δι­σαν τούτο. Όταν οι συν­θή­κες της εξω­τε­ρι­κής πραγ­μα­τι­κό­τη­τας δεν αφορούν αιτιακά την εξαγ­γε­λία προ­σβο­λής ανθρώ­πι­νου σώματος αλλά την ύλη ενσώ­μα­του αντι­κει­μέ­νου (κινητού ή ακι­νή­του), τότε για την πλήρωση της αντι­κει­με­νι­κής υπό­στα­σης απαι­τεί­ται η  δημιουρ­γία αυτών των αιτια­κών όρων προ­σβο­λής να αφορά αόριστο αριθμό ξένων πραγ­μά­των, που δεν ήταν δυνατό να προσ­διο­ρι­στεί εξ αρχής ποιο θα φθαρεί. Τούτη η μορφή τέλεσης της πράξης είναι νέα, δεν απα­ντά­ται στο προϊ­σχύ­σαν δίκαιο και κατά συνέ­πεια μπορεί να νοηθεί αντι­κει­με­νικά μετά την έναρξη ισχύος της πιο πάνω διά­τα­ξης. Περαι­τέρω πρέπει να σημειω­θεί ότι στις δύο τελευ­ταίες υπο­πε­ρι­πτώ­σεις της πρώτης παρα­γρά­φου (δηλαδή στις γγ και δδ) το έγκλημα είναι έγκλημα εκ του απο­τε­λέ­σμα­τος δια­κρι­νό­μενο και προ­σλαμ­βά­νει κακουρ­γη­μα­τικό χαρα­κτήρα όταν: α) από τη συμπε­ρι­φορά του δράστη επήλθε βαριά σωμα­τική βλάβη άλλου (βλάβη που συνέ­ε­ται με κίνδυνο για τη ζωή του, στέρηση του σώματός του ή μέλους του σώματος για μεγάλο χρονικό διά­στημα, αποκοπή μέλος του σώματος) ή βλάβη κοι­νω­φε­λούς εγκα­τά­στα­σης (δηλαδή στοι­χείου του ενερ­γη­τι­κού μιας οικο­νο­μι­κής μονάδας που εξυ­πη­ρε­τεί άμεσα βιο­τι­κές ανάγκες του κοινού) οπότε η πράξη τιμω­ρεί­ται με κάθειρξη έως δέκα έτη β) αν επήλθε θάνατος άλλου, οπότε η πράξη τιμω­ρεί­ται με κάθειρξη του­λά­χι­στον δέκα ετών.

Η συμπε­ρι­φορά όμως που ποι­νι­κο­ποιεί­ται, απαιτεί να συνο­δεύ­ε­ται από συγκε­κρι­μέ­νες μυϊκές ενέρ­γειες του δράστη, οι οποίες όμως πρέπει να αφορούν συγκε­κρι­μένα πράγ­ματα. Απαι­τεί­ται δηλαδή με θετική ενέρ­γεια ή με παρά­λειψη επέμ­βαση του ανθρώ­που σε πράγμα, από την οποία ανθρώ­πινη πράξη, δημιουρ­γεί­ται ένα απο­τέ­λε­σμα: η δια­τά­ραξη της ασφά­λειας της συγκοι­νω­νίας στους δρόµους (ή στις πλα­τείες). Δια­τά­ραξη της ασφά­λειας στους δρόμους (ή στις πλα­τείες) υπάρχει όταν η συνέ­χιση της συγκοι­νω­νίας γίνεται δυσχε­ρής ή αδύνατη και κατά συνέ­πεια επι­κίν­δυνη.

Η δια­τά­ραξη αυτή επέρ­χε­ται με τους εξής τρόπους:

α) µε κατα­στροφή, βλάβη ή µετακίνηση εγκα­τα­στά­σεων ή οχηµάτων, β) µε τοπο­θέ­τηση ή δια­τή­ρηση εµποδίων, γ) µε αλλοί­ωση σηµείων ή σηµάτων ή µε τοπο­θέ­τηση ή δια­τή­ρηση εσφαλµένων σηµείων ή σηµάτων, ή δ) µε άλλες, εξίσου επι­κίν­δυ­νες για την ασφά­λεια της συγκοι­νω­νίας πράξεις

Όταν ο νομο­θέ­της ομιλεί για εγκα­τα­στά­σεις, εννοεί κτί­σματα, μηχα­νή­ματα, υλικές υπο­δο­μές, που συν­δέ­ο­νται λει­τουρ­γικά με τη συγκοι­νω­νία, δηλαδή με τη μετά­βαση από τόπο σε τόπο μέσω δημο­σίου δρόμου ή πλα­τείας.

Όταν ο νομο­θέ­της ομιλεί για άλλες εξίσου επι­κίν­δυ­νες για την ασφά­λεια της συγκοι­νω­νίας πράξεις, εννοεί  πράξεις, που μηχα­νικά ή χημικά επε­νερ­γούν σε πράγ­ματα, που συν­δέ­ο­νται με τη συγκοι­νω­νία στους δρόμους ή στις πλα­τείες.

ΙΙ. ΕΠΙΣΗΜΑΝΣΕΙΣ

Η νομο­τυ­πική μορφή της διά­τα­ξης έχει σαφή φυσικο-υλική διά­σταση και προ­ϋ­πο­θέ­τει πράξεις θετικές και άμεσες, με σκοπό ή του­λά­χι­στον με ενδε­χό­μενο δόλο πρό­κλη­σης κιν­δύ­νου. Πρό­κει­ται για δια­τά­ξεις που τυπο­ποιούν εγκλη­μα­τι­κές ενέρ­γειες ατο­μι­κού χαρα­κτήρα, συνήθως τελού­με­νες από φυσικά πρόσωπα (βλ. π.χ ρομά που κατ’ επα­νά­ληψη προ­βαί­νουν σε κατα­στρο­φές υλικών του σιδη­ρο­δρο­μι­κού δικτύου) που προ­βαί­νουν σε σαφώς προσ­διο­ρί­σι­μες ενέρ­γειες επί της οδικής, ή σιδη­ρο­δρο­μι­κής, υπο­δο­μής. Είναι πρόδηλο, λοιπόν, ότι η εφαρ­μογή της διά­τα­ξης απαιτεί δρα­στική, υλική και ατομική ενέρ­γεια.

Η θεσμική ευθύνη ή παρά­λειψη πολι­τι­κού προ­σώ­που ως προς την επο­πτεία της λει­τουρ­γίας ενός δικτύου δεν μπορεί, ούτε κατά μετα­φορά, να υπο­κα­τα­στή­σει τον ενερ­γη­τικό ρόλο του δράστη που προ­βλέ­πει το άρθρο.

Η εφαρ­μογή του άρθρου 290 ΠΚ σε Υπουργό, και δη σε σχέση με ζητή­ματα επο­πτείας και πολι­τι­κής ευθύνης για αμέ­λειες σε επίπεδο θεσμι­κού σχε­δια­σμού ή αργο­πο­ρίες σε μεταρ­ρυθ­μί­σεις, υπο­νο­μεύει τον πυρήνα της ποι­νι­κής ευθύνης, που προ­ϋ­πο­θέ­τει προ­σω­πική υπαι­τιό­τητα και σαφώς προσ­διο­ρι­σμένο ψυχικό δεσμό με την πράξη.

Η ποινική ευθύνη δεν μπορεί να βασι­στεί σε ένα γενικό κλίμα διοι­κη­τι­κής ανε­πάρ­κειας, ούτε να συνα­χθεί από την πολι­τική ευθύνη ως τέτοια. Η διά­κριση μεταξύ αυτών των δύο μορφών ευθύνης απο­τε­λεί ακρο­γω­νιαίο λίθο της δημο­κρα­τι­κής έννομης τάξης.

Η πρόταση του ΠΑΣΟΚ υπο­πί­πτει στην πλάνη της μετα­φο­ράς ποι­νι­κής ευθύνης, δηλαδή στην προ­σπά­θεια να απο­δο­θεί ποινική ευθύνη με βάση το αξίωμα και όχι με βάση πράξεις που θεμε­λιώ­νουν τύπο εγκλή­μα­τος.

Επι­πλέον, ακόμα και αν η εν λόγω πρόταση στη­ρι­ζό­ταν σε πράξεις παρά­λει­ψης, θα όφειλε να στοι­χειο­θε­τή­σει συγκε­κρι­μένη νομική υπο­χρέ­ωση ενέρ­γειας – garantenstellung, του Υπουρ­γού ως προς τον σιδη­ρο­δρο­μικό κίνδυνο, αλλά και τη δυνα­τό­τητα άμεσης απο­τρο­πής του συγκε­κρι­μέ­νου απο­τε­λέ­σμα­τος. Δεν προ­κύ­πτει τίποτε τέτοιο.

Ακόμη και αν υπο­τε­θεί ότι ο Υπουρ­γός είχε πλη­ρο­φο­ρη­θεί ελλεί­ψεις ή καθυ­στε­ρή­σεις που ενείχαν κίνδυνο, η πρόταση δεν θεμε­λιώ­νει την απαι­τού­μενη αιτιώδη συνά­φεια μεταξύ της πράξης ή της παρά­λει­ψης και του απο­τε­λέ­σμα­τος, ή του κιν­δύ­νου, που προ­βλέ­πει το άρθρο 290 ΠΚ.

Η θεωρία της αντι­κει­με­νι­κής από­δο­σης – objektive Zurechnung, απαιτεί όχι απλώς κάποια συμβολή στη δια­μόρ­φωση ενός επι­κίν­δυ­νου πλαι­σίου, αλλά ενεργό συν­δρομή σε έναν αθέμιτο κίνδυνο στον πραγ­μα­τικό κόσμο. Η απλή παρα­μονή σε πολι­τικό αξίωμα εν μέσω διαρ­θρω­τι­κών ελλεί­ψεων, χωρίς από­δειξη δόλου ή ειδικής γνώσης, δεν μπορεί να υπο­κα­τα­στή­σει αυτή τη συνά­φεια.

Ακόμη και αν κάποιος αιτιω­δώς συνέ­βαλε σε ένα απο­τέ­λε­σμα, πχ με τη συμπε­ρι­φορά του ξεκί­νησε μια αλυσίδα γεγο­νό­των, αυτό δεν αρκεί για να του απο­δο­θεί ποινική ευθύνη.

Καμία ποινική διάταξη δεν μπορεί να ερμη­νευ­τεί πέρα από το μέτρο που αντέχει η αρχή της νομι­μό­τη­τας, nullum crimen sine lege stricta – δεν υφί­στα­ται αξιό­ποινη πράξη αν δεν προ­βλέ­πε­ται ρητά και σαφώς από τον νόμο- χωρίς ανα­λο­γική ή επε­κτα­τική ερμη­νεία εις βάρος του κατη­γο­ρου­μέ­νου

Η νομική κατα­σκευή που επι­χει­ρεί­ται, απο­συν­δέ­ε­ται πλήρως από τη θεωρία του εγκλή­μα­τος και απο­τυγ­χά­νει να συν­δέ­σει με λογικά και νομικά ερεί­σματα τον Υπουργό με την πράξη που απαιτεί η διάταξη.

Η πρόταση για ποινική δίωξη στη βάση ενός εγκλή­μα­τος που έχει σχε­δια­στεί για αυτουρ­γούς φυσικών ενερ­γειών επί της οδικής υπο­δο­μής, υπο­σκά­πτει τη νομική ασφά­λεια και ανοίγει μια επι­κίν­δυνη προ­ο­πτική επέ­κτα­σης του Ποι­νι­κού Δικαίου σε κάθε μορφή πολι­τι­κής απο­τυ­χίας.

Η παρά­λειψη μεταρ­ρυθ­μί­σεων ή η καθυ­στέ­ρηση σε υλο­ποί­ηση πολι­τι­κών απο­φά­σεων, όσο σοβαρές και αν είναι, δεν ανά­γο­νται ευθέως σε ποινικά αδι­κή­ματα. Αντι­θέ­τως, απαι­τεί­ται σαφής εντο­πι­σμός δόλου, γνώσης και πρό­θε­σης για την υλο­ποί­ηση επι­κίν­δυ­νης πράξης, στοι­χεία που εδώ ελλεί­πουν παντε­λώς.

ΙΙΙ. ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑ

Η πρόταση για σύσταση Προ­α­να­κρι­τι­κής Επι­τρο­πής βάσει του άρθρου 290 ΠΚ, όπως δια­τυ­πώ­θηκε, απο­τε­λεί νομική παρωδία, στε­ρού­μενη θεμε­λί­ω­σης σε οποια­δή­ποτε παρα­δε­κτή ερμη­νεία του Ποι­νι­κού Δικαίου και επι­χει­ρεί να προσ­δώ­σει ανε­πέ­ρει­σττα ποινική ευθύνη σε πράξεις ή παρα­λεί­ψεις διοι­κη­τι­κού οργάνου που συν­δέ­ο­νται ενδε­χο­μέ­νως με την πολι­τική ανε­πάρ­κεια και ανευ­θυ­νό­τητα.

Ρόδος 22 Μαΐου 2025

Πώς σας φάνηκε το άρθρο;

Ένα πάτημα, χωρίς λογαριασμό. Μία ψήφος ανά συσκευή.

Σχολιασμός άρθρου

Προσθέστε ένα σχόλιο

Εμφανίζεται μετά από έγκριση · το e-mail δεν δημοσιεύεται0 / 2000

Τα σχόλια εκφράζουν τον σχολιαστή, όχι τη Δημοκρατική. Όροι σχολιασμού

Τα σχόλια εκφράζουν αποκλειστικά τον εκάστοτε σχολιαστή. Η Δημοκρατική δεν υιοθετεί αυτές τις απόψεις. Διατηρούμε το δικαίωμα να διαγράψουμε όποια σχόλια θεωρούμε προσβλητικά ή περιέχουν ύβρεις, χωρίς καμία προειδοποίηση. Χρήστες που δεν τηρούν τους όρους χρήσης αποκλείονται. Τα σχόλια δημοσιεύονται μετά από έγκριση· το e-mail δεν δημοσιεύεται.

Γίνετε ο πρώτος που θα σχολιάσει.