ΕΙΔΗΣΕΙΣ

Οταν η Αγκελα Μέρκελ πρότεινε Grexit

news room 1 λεπτό ανάγνωση
Μέρκελ-Ολάντ

Ηταν Δευτέρα βράδυ, 6 Ιουλίου, στο Μέγαρο των Ηλυσίων στο Παρίσι. Ο Γάλλος πρό­ε­δρος Φραν­σουά Ολάντ παρέ­θετε δείπνο στη Γερ­μα­νίδα καγκε­λά­ριο, στον απόηχο του θριάμ­βου του «Οχι» στο δημο­ψή­φι­σμα της προη­γού­με­νης ημέρας στην Ελλάδα. Η διαφορά με την οποία επι­κρά­τησε το «Οχι» –το ποσοστό, έναντι σε όλα τα προ­γνω­στικά, είχε φτάσει το 61%– είχε δημιουρ­γή­σει στην Ευρώπη ένα κλίμα απο­δο­χής τετε­λε­σμέ­νων.

Σε πολλές πρω­τεύ­ου­σες, συμπε­ρι­λαμ­βα­νο­μέ­νης και της γερ­μα­νι­κής, η αίσθηση ήταν ότι δεν υπήρχε δρόμος επι­στρο­φής: η Ελλάδα ήταν σε πορεία εξόδου από το κοινό νόμισμα. Το στίγμα είχε δώσει με μια αυθόρ­μητη δήλωσή του στην Bild o Ζίγκμαρ Γκά­μπριελ. Ο Γερ­μα­νός αντι­κα­γκε­λά­ριος, απο­γοη­τευ­μέ­νος από την επιλογή των ψηφο­φό­ρων και εξορ­γι­σμέ­νος από τους ελιγ­μούς της Αθήνας, είχε πει ότι ο κ. Τσίπρας είχε «κάψει τις τελευ­ταίες γέφυρες» για την εξεύ­ρεση συμ­φω­νίας μεταξύ Ελλάδας και Ευρώπης (δεν θα ήταν η τελευ­ταία φορά που θα άλλαζε γνώμη για το ελλη­νικό ζήτημα).

Στο δείπνο στο Παρίσι, παρου­σία των δύο πιο στενών συμ­βού­λων του κάθε ηγέτη σε ευρω­παϊκά και οικο­νο­μικά θέματα, η κ. Μέρκελ έριξε στο τραπέζι μια πρόταση που πάγωσε την ατμό­σφαιρα. Ηταν αυτή που θα παρου­σια­ζό­ταν με ανα­τρι­χια­στική ωμότητα πέντε ημέρες αργό­τερα, στο Eurogroup της 11ης Ιουλίου, περί της προ­σω­ρι­νής εξόδου της Ελλάδας από την Ευρω­ζώνη. Η καγκε­λά­ριος ζήτησε τη γνώμη του Γάλλου προ­έ­δρου.

Με τους ανθρώ­πους του να προ­σπα­θούν να συνέλ­θουν από το σοκ, ο Φραν­σουά Ολάντ αντέ­δρασε δυνα­μικά. Απέρ­ριψε ευθέως την πρόταση, τονί­ζο­ντας στην καγκε­λά­ριο ότι δεν θα έλυνε τα προ­βλή­ματα της Ελλάδας και ότι η έννοια της «προ­σω­ρι­νής» εξόδου ήταν πλα­σμα­τική – η απόφαση για Grexit θα ήταν πολύ δύσκολο να αντι­στρα­φεί.

«Κόκκινη γραμμή»

Η κ. Μέρκελ δεν επέ­μεινε. Η συζή­τηση επί του θέματος διήρ­κεσε μόνο λίγη ώρα και ύστερα οι δύο ηγέτες στρά­φη­καν σε άλλα ζητή­ματα της κοινής τους ατζέ­ντας. «Ο Ολάντ δεν της λέει συχνά “όχι”», τονίζει στην «Κ» πηγή με άμεση γνώση του τι διη­μεί­φθη. Οταν το κάνει, εκείνη γνω­ρί­ζει ότι πρό­κει­ται για πραγ­μα­τική “κόκκινη γραμμή”».

Ωστόσο οι Γάλλοι υπο­ψιά­ζο­νταν ότι το θέμα δεν θα έληγε εκεί. Ηταν γνωστή, άλλωστε, η άποψη του Βόλφ­γκανγκ Σόιμπλε ότι το Grexit θα ήταν καλύ­τερο τόσο για την Ελλάδα όσο και για την Ευρω­ζώνη. Την υπο­στή­ριζε του­λά­χι­στον από το 2011. Καθώς η δια­πραγ­μά­τευση με την κυβέρ­νηση Τσίπρα βάλτωνε, ο κ. Σόιμπλε είχε επα­να­φέ­ρει στο εσω­τε­ρικό της γερ­μα­νι­κής κυβέρ­νη­σης το σενάριο της υπο­βοη­θού­με­νης εξόδου της Ελλάδας από το ευρώ. Η προ­κή­ρυξη του δημο­ψη­φί­σμα­τος στις 26 Ιουνίου τον ώθησε να κορυ­φώ­σει τις πιέσεις του προς αυτήν την κατεύ­θυνση.

Η τηλε­διά­σκεψη της 26ης Ιουνίου και η «έκπληξη»

Το βράδυ της 26ης Ιουνίου ο πανί­σχυ­ρος σύμ­βου­λος Ευρω­παϊ­κών Υπο­θέ­σεων της καγκε­λα­ρίου, Νικο­λά­ους Μάγερ-Λάντρουτ, δέχθηκε τηλε­φώ­νημα από το Μέγαρο Μαξίμου με αίτημα για τηλε­φω­νική συνο­μι­λία μεταξύ του Ελληνα πρω­θυ­πουρ­γού, της κ. Μέρκελ και του κ. Ολάντ. Ο κ. Μάγερ-Λάντρουτ απο­δέ­χθηκε το αίτημα, παρότι τον παρα­ξέ­νεψε – άλλωστε οι τρεις ηγέτες είχαν συνα­ντη­θεί διά ζώσης το ίδιο πρωί στις Βρυ­ξέλ­λες, σε μια ύστατη, απο­τυ­χη­μένη προ­σπά­θεια να βρεθεί κοινός τόπος και να υπάρξει συμ­φω­νία. Ηδη πριν από τη συνά­ντηση αυτή, ο κ. Τσίπρας είχε γνω­στο­ποι­ή­σει σε στενό κύκλο συνερ­γα­τών του που βρί­σκο­νταν στη βελγική πρω­τεύ­ουσα ότι προ­σα­να­το­λι­ζό­ταν προς την προ­κή­ρυξη δημο­ψη­φί­σμα­τος.

Ο Γερ­μα­νός αξιω­μα­τού­χος επι­κοι­νώ­νησε στη συνέ­χεια με τη Λοράνς Μπουν, τη βασική οικο­νο­μική σύμ­βουλο του κ. Ολάντ, που είχε ανα­λά­βει ρόλο στο Μέγαρο των Ηλυσίων στα τέλη της άνοιξης του 2014 – ακριβώς στη φάση που ξεκί­νησε η αντί­στροφη μέτρηση προς την άνοδο του ΣΥΡΙΖΑ και την ανα­ζω­πύ­ρωση της ελλη­νι­κής κρίσης. Εκείνη εντό­πισε τον Γάλλο πρόεδρο στην εξοχική του κατοι­κία στις Βερ­σαλ­λίες και ξεκί­νησε η τηλε­διά­σκεψη.

Ο Ελληνας πρω­θυ­πουρ­γός μίλησε για αρκετή ώρα –περίπου 10 λεπτά– χωρίς να φανε­ρώ­σει τον σκοπό του τηλε­φω­νή­μα­τος. Ανέλυσε διε­ξο­δικά το πολι­τικό σκηνικό στην Ελλάδα και τη δύσκολη θέση στην οποία βρι­σκό­ταν. Οταν έφτασε τελικά στο «διά ταύτα», οι δύο Ευρω­παίοι ηγέτες τον ρώτησαν, σχεδόν με μία φωνή, τι στάση θα τηρούσε ο ίδιος σχετικά με το ερώτημα του δημο­ψη­φί­σμα­τος, που αφο­ρούσε την πιο πρό­σφατη δέσμη μέτρων που είχαν προ­τεί­νει οι θεσμοί στην ελλη­νική κυβέρ­νηση. Ο κ. Τσίπρας, παρά τις πιέσεις τους, αρνή­θηκε να δεσμευ­τεί ότι θα στη­ρί­ξει το «Ναι». Τόσο η καγκε­λά­ριος όσο και ο Γάλλος πρό­ε­δρος του κατέ­στη­σαν σαφές ότι, στα δικά τους μάτια, η μη στήριξη του «Ναι» ισο­δυ­να­μούσε με μη στήριξη της θέσης της Ελλάδας εντός της Ευρω­ζώ­νης.

Η προ­κή­ρυξη του δημο­ψη­φί­σμα­τος δεν έπεσε σαν κεραυ­νός εν αιθρία ούτε στο Βερο­λίνο ούτε στο Παρίσι. Ο κ. Ολάντ μάλιστα, στις 25 Ιουνίου στις Βρυ­ξέλ­λες, είχε ρωτήσει τον κ. Τσίπρα αν έχει την πρόθεση να κινηθεί σε αυτήν την κατεύ­θυνση (ο κ. Τσίπρας δεν είχε δώσει καμία τέτοια ένδειξη). Η προσ­δο­κία και στις δύο πρω­τεύ­ου­σες ήταν ότι, με δεδο­μένο το προ­ε­κλο­γικό πρό­γραμμα του ΣΥΡΙΖΑ και τις υπο­σχέ­σεις που περι­λάμ­βανε, η ελλη­νική κυβέρ­νηση χρεια­ζό­ταν δημο­κρα­τική νομι­μο­ποί­ηση για τη στροφή και την υπο­γραφή ενός νέου μνη­μο­νίου.

Η απόφαση-έκπληξη

Αυτό που ήταν μεγάλη έκπληξη, και που δοκί­μασε σε οριακό σημείο τους δεσμούς εμπι­στο­σύ­νης της Αθήνας με τον γαλ­λο­γερ­μα­νικό άξονα, ήταν η απόφαση του Ελληνα πρω­θυ­πουρ­γού, που έγινε γνωστή παγκο­σμίως με το διάγ­γελμά του λίγες ώρες αργό­τερα, να ταχθεί ανοιχτά υπέρ του «Οχι». Οι δύο ηγέτες είχαν νέα τηλε­φω­νική συνο­μι­λία το ίδιο βράδυ για να συζη­τή­σουν περαι­τέρω τις συνέ­πειες του δημο­ψη­φί­σμα­τος και πώς έπρεπε να κινη­θούν στη συνέ­χεια. Τους ήταν πολύ δύσκολο να κατα­νο­ή­σουν τη λογική της τακτι­κής της ελλη­νι­κής κυβέρ­νη­σης.

Η τακτική που θα ακο­λου­θού­σαν ώς την 5η Ιουλίου θα ήταν δια­φο­ρε­τική: το Παρίσι, ιδιαί­τερα μέσω του υπουρ­γείου Οικο­νο­μι­κών, συνέ­χισε να ανα­ζη­τεί τρόπους να γεφυ­ρω­θεί το χάσμα μεταξύ της Αθήνας και των θεσμών, ελπί­ζο­ντας είτε να ακυ­ρω­θεί το δημο­ψή­φι­σμα είτε να στραφεί ο κ. Τσίπρας υπέρ του «Ναι». Οι προ­σπά­θειες αυτές συνε­χί­στη­καν ώς την Τετάρτη 1 Ιουλίου και το τηλε­ο­πτικό διάγ­γελμα του κ. Τσίπρα (έπειτα από πολύωρη καθυ­στέ­ρηση), στο οποίο χαρα­κτή­ρισε απα­ρά­δε­κτη και εκβια­στική τη στάση των Ευρω­παίων εταίρων. Ο Γάλλος υπουρ­γός Οικο­νο­μι­κών Μισέλ Σαπέν παρα­κο­λού­θησε την ομιλία αυτή μέσω της γαλ­λι­κής τηλε­ό­ρα­σης. Η μετά­φραση ήταν τόσο ανε­παρ­κής που χρειά­στηκε να τηλε­φω­νή­σει στην πρε­σβεία στην Αθήνα για να κατα­λά­βει ότι τα περι­θώ­ρια για δια­πραγ­μά­τευση είχαν εξα­ντλη­θεί.

Ο Σοσια­λι­στής κ. Ολάντ είχε εξαρχής δει πολύ πιο θετικά την εκλο­γική νίκη του ΣΥΡΙΖΑ από ό,τι η Συντη­ρη­τική κ. Μέρκελ. Θεω­ρούσε τον κ. Τσίπρα σύμμαχο στη μάχη κατά του δημο­σιο­νο­μι­κού δογ­μα­τι­σμού του Βερο­λί­νου και από τα πρώτα βήματα της κυβέρ­νη­σης ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ είχε ανα­λά­βει τον ρόλο του γεφυ­ρο­ποιού μεταξύ Ελλήνων και Γερ­μα­νών. Στην πρώτη επί­σκεψη του νέου Ελληνα πρω­θυ­πουρ­γού στο Μέγαρο των Ηλυσίων, τον Φεβρουά­ριο, είχε δείξει κατα­νό­ηση για την επιλογή του να μην επι­σκε­φθεί πρώτα το Βερο­λίνο, αλλά παράλ­ληλα τον είχε παρο­τρύ­νει να μην το αφήσει τελευ­ταίο.

Για την κ. Μέρκελ, από την άλλη, η απόφαση του κ. Τσίπρα για το δημο­ψή­φι­σμα –και η στήριξή του στο «Οχι»– ήταν κόκκινο πανί, σε βαθμό που αμφέ­βαλλε για τη δυνα­τό­τητα περαι­τέρω συνεν­νό­η­σης μαζί του. Για ένα πράγμα ήταν σίγουρη: ότι μέχρι να μιλού­σαν οι Ελληνες ψηφο­φό­ροι, δεν είχε νόημα να μιλήσει άλλο με τον απρό­βλε­πτο ομόλογό της στην Αθήνα.

Το δια­βό­ητο non paper των Γερ­μα­νών

Το πρωί της Παρα­σκευής 10 Ιουλίου, τρεις ευρω­βου­λευ­τές της Ν.Δ. επι­σκέ­φθη­καν τον πρόεδρο της Ευρω­παϊ­κής Επι­τρο­πής. Είχε προη­γη­θεί η ταρα­χώ­δης επί­σκεψη του κ. Τσίπρα στο Στρα­σβούργο και στις Βρυ­ξέλ­λες την Τρίτη. Ο Ελληνας πρω­θυ­πουρ­γός είχε δεχθεί σφοδρή κριτική δημο­σίως την ημέρα εκείνη, ενώ είχε προ­κα­λέ­σει αμη­χα­νία και απαι­σιο­δο­ξία το γεγονός ότι δεν είχε προ­σέλ­θει με συγκε­κρι­μέ­νες προ­τά­σεις για επα­νέ­ναρξη των δια­πραγ­μα­τεύ­σεων. Το βράδυ της Τρίτης, σε κοινή συνέ­ντευξη Τύπου, οι κ. Γιούν­κερ και Τουσκ είχαν δώσει διορία ώς την Κυριακή για τη συμ­φω­νία που θα κρα­τούσε τη χώρα εντός του ευρώ. Ο πρό­ε­δρος του Ευρω­παϊ­κού Συμ­βου­λίου είχε τονίσει ότι «το μαύρο σενάριο» της μη συμ­φω­νίας δεν μπο­ρούσε να απο­κλει­στεί. Ο κ. Γιούν­κερ ανα­φέρ­θηκε στο ανα­λυ­τικό σχέδιο της Κομι­σιόν για τη δια­χεί­ριση της εξόδου της Ελλάδας από την Ευρω­ζώνη.

Στη συνά­ντησή του με τους Ελληνες ευρω­βου­λευ­τές, που ήταν προ­γραμ­μα­τι­σμένη να διαρ­κέ­σει ένα τέταρτο αλλά ξεπέ­ρασε τα 40 λεπτά, ο κ. Γιούν­κερ ξέσπασε – κατά των Ελλήνων πολι­τι­κών, νυν και παλαιο­τέ­ρων (φτά­νο­ντας ώς τον Κώστα Καρα­μανλή), και κατά της οικο­νο­μι­κής ελίτ της χώρας, που δεν πλη­ρώ­νει φόρους («μεγάλοι πατριώ­τες!», είπε ειρω­νικά). Δήλωσε φίλος της Ελλάδας και είπε ότι θα κάνει ό,τι μπορεί για να απο­φευ­χθεί το Grexit, με τους ευρω­βου­λευ­τές να δεσμεύ­ο­νται από την πλευρά τους ότι η Ν.Δ. θα στη­ρί­ξει στο Κοι­νο­βού­λιο όποια συμ­φω­νία έφερνε ο κ. Τσίπρας. Παρά τις δικές του προ­σπά­θειες ωστόσο –κατέ­ληξε ο πρό­ε­δρος της Κομι­σιόν–, η έκβαση των δια­πραγ­μα­τεύ­σεων δεν εξαρ­τιό­ταν απο­κλει­στικά από αυτόν, αλλά, σε σημα­ντικό βαθμό, από τη στάση του Βερο­λί­νου.

Λίγες ώρες αργό­τερα, ο Τόμας Στέφεν, εκπρό­σω­πος της Γερ­μα­νίας στο Euroworking Group, έστειλε ένα e-mail με απο­δέ­κτες τα πιο σημα­ντικά κέντρα απο­φά­σεων της Ευρω­ζώ­νης, με το δια­βό­ητο non-paper που πρό­τεινε την προ­σω­ρινή, για πέντε χρόνια, έξοδο της Ελλάδας από το ευρώ. Η ιδέα, που υπο­τί­θε­ται ότι είχε τον σκοπό να επι­τρέ­ψει στη χώρα να ανα­κτή­σει την αντα­γω­νι­στι­κό­τητά της μέσω της υπο­τί­μη­σης, βασι­ζό­ταν σε μελέτες ανα­λυ­τών όπως ο Χανς-Βέρνερ Ζιν και ο Τόμας Μάγερ, πρώην επι­κε­φα­λής οικο­νο­μο­λό­γος της Deutsche Bank.

Εναλ­λα­κτικά, αν ήθελε να παρα­μεί­νει στο ευρώ, η Ελλάδα –σύμφωνα με την πρόταση του γερ­μα­νι­κού υπουρ­γείου Οικο­νο­μι­κών– θα έπρεπε να δεχθεί δυσβά­στα­χτους όρους, μεταξύ των οποίων και την ίδρυση ενός νέου υπερ-ταμείου ιδιω­τι­κο­ποι­ή­σεων, με έδρα το Λου­ξεμ­βούργο, όπου θα μετέ­φερε δημόσια περιου­σία αξίας 50 δισ. ευρώ. Επι­πλέον, η γερ­μα­νική πλευρά επα­να­λάμ­βανε στο non-paper ότι το «κούρεμα» του ελλη­νι­κού χρέους θα ήταν νομικά ανέ­φι­κτο εντός της Ευρω­ζώ­νης, αλλά θα μπο­ρούσε να συμβεί σε περί­πτωση εξόδου.

Το παρα­σκή­νιο της απο­στο­λής του εμπρη­στι­κού non-paper δεν έχει δια­λευ­καν­θεί πλήρως. Η αναφορά της κ. Μέρκελ στον κ. Ολάντ τέσ­σε­ρις ημέρες νωρί­τερα για το ενδε­χό­μενο της προ­σω­ρι­νής εξόδου απο­δει­κνύει ότι ο κ. Σόιμπλε είχε θέσει το θέμα νωρί­τερα, με αρκετά συγκε­κρι­μένο τρόπο. Την Πέμπτη 9 Ιουλίου στην καγκε­λα­ρία έγινε συνά­ντηση μεταξύ της κ. Μέρκελ, του υπουρ­γού Οικο­νο­μι­κών, του αντι­κα­γκε­λα­ρίου Γκά­μπριελ και του υπουρ­γού Εξω­τε­ρι­κών Φρανκ-Βάλτερ Σταϊν­μά­γερ. Εκεί, τα δύο κορυ­φαία στελέχη του SPD ενη­με­ρώ­θη­καν για την πρόταση περί προ­σω­ρι­νού Grexit αλλά και (σε αδρές γραμμές) για το σχέδιο ίδρυσης ενός νέου υπερ-ταμείου ιδιω­τι­κο­ποι­ή­σεων.

Ανα­νε­ω­μένη εκδοχή

Την ίδια ημέρα, κατόπιν εντολής του κ. Γκά­μπριελ, ο Τζ. Ζετελ­μά­γερ, γενικός διευ­θυ­ντής Οικο­νο­μι­κής Πολι­τι­κής στο υπουρ­γείο Οικο­νο­μίας, του έστειλε μια ανα­νε­ω­μένη εκδοχή μιας εναλ­λα­κτι­κής πρό­τα­σης για το τρίτο ελλη­νικό πρό­γραμμα που είχε σχε­διά­σει με τον ανα­πλη­ρωτή υπουργό Εργα­σίας, Γ. Ασμου­σεν, ήδη από τον Μάρτιο. Η αρχική εκδοχή της πρό­τα­σης έδινε μορφή στην προ­σέγ­γιση του SPD για το τρίτο ελλη­νικό πρό­γραμμα: με ελαφρώς χαμη­λό­τερα πλε­ο­νά­σματα και με ελά­φρυνση χρέους ως αντάλ­λαγμα για μεταρ­ρυθ­μί­σεις. Η πρόταση τον Μάρτιο είχε μείνει στα χαρτιά.

Στην ανα­νε­ω­μένη εκδοχή της, που κοι­νο­ποι­ή­θηκε στον κ. Σόιμπλε και στην κ. Μέρκελ πριν από τη συνά­ντηση στην καγκε­λα­ρία στις 9 Ιουλίου, περι­λαμ­βα­νό­ταν μια εκδοχή του υπερ-ταμείου ιδιω­τι­κο­ποι­ή­σεων. Οι κ. Ζετελ­μά­γερ και Ασμου­σεν πρό­τει­ναν να εδρεύει στην Αθήνα και να προ­χω­ρεί σε ιδιω­τι­κο­ποι­ή­σεις μόνο όταν οι τιμές της αγοράς ξεφύ­γουν από τα τρέ­χο­ντα, ιδιαί­τερα χαμηλά επίπεδα. Επι­πλέον, δεν υπήρχε πρό­βλεψη ότι τα έσοδα θα χρη­σι­μο­ποιού­νταν για την απο­πλη­ρωμή του χρέους.

Η κ. Μέρκελ και οι κ. Γκά­μπριελ και Σταϊν­μά­γερ έδωσαν το «πράσινο φως» για το σχέδιο του προ­σω­ρι­νού Grexit, με την κατα­νό­ηση όμως ότι θα ήταν ένα δια­πραγ­μα­τευ­τικό εργα­λείο για να τρο­μά­ξει η Αθήνα και να δεχθεί οποιουσ­δή­ποτε όρους τής έθεταν. Ο σκοπός, με άλλα λόγια, ήταν να κρα­τη­θεί η Ελλάδα εντός ευρώ και να δια­σφα­λι­στεί ότι η κυβέρ­νηση Τσίπρα επι­τέ­λους θα συν­θη­κο­λο­γούσε και θα υπέ­γραφε. Ο κ. Σόιμπλε όμως είχε άλλα σχέδια.

Η επι­θε­τική κίνηση Σόιμπλε

Τον Σεπτέμ­βριο του 2011, όταν ο κ. Σόιμπλε θέλησε να προ­τεί­νει στον Ευάγ­γελο Βενι­ζέλο την ιδέα της εξόδου της Ελλάδας από το ευρώ, απο­σύρ­θη­καν στο δεύτερο υπόγειο του ξενο­δο­χείου όπου βρί­σκο­νταν. Οι πεντέ­μισι μήνες της αδιέ­ξο­δης δια­πραγ­μά­τευ­σης των κ. Τσίπρα και Βαρου­φάκη του έδωσαν το πάτημα για να βγάλει τις ακραίες θέσεις του από τα υπόγεια και να τις εκθέσει στην αίθουσα του Eurogroup.

Εκείνο το Σάββατο, ο Γερ­μα­νός υπουρ­γός Οικο­νο­μι­κών, υπερ­βαί­νο­ντας τα όρια της συνεν­νό­η­σής του με την κ. Μέρκελ και τον κ. Γκά­μπριελ, με τη στήριξη της ευρείας πλειο­ψη­φίας των ομο­λό­γων του, επι­χεί­ρησε να ανα­γκά­σει την Ελλάδα να φύγει από το ευρώ.

Ενώ διε­ξα­γό­ταν η εφιαλ­τική εκείνη συνε­δρί­αση στις Βρυ­ξέλ­λες, στο Βερο­λίνο επι­κρα­τούσε έντονος εκνευ­ρι­σμός. Η κυριό­τερη τρο­πο­ποί­ηση που είχε κάνει ο κ. Σόιμπλε σε σχέση με τα όσα είχαν συζη­τη­θεί δύο μέρες νωρί­τερα στην καγκε­λα­ρία αφο­ρούσε το νέο ταμείο ιδιω­τι­κο­ποι­ή­σεων, και ειδι­κό­τερα στην απαί­τηση η έδρα του να είναι στο Λου­ξεμ­βούργο και όλα τα έσοδά του –το σου­ρε­α­λι­στικό ποσό των 50 δισ. ευρώ, που είχε εμπνευ­στεί η τρόικα πρώτη τον Φεβρουά­ριο του 2011– να κατευ­θύ­νο­νται στην απο­πλη­ρωμή του χρέους.

«Αυτό που μας σόκαρε με το non-paper ήταν ο τρόπος που έθετε τους όρους για την παρα­μονή της Ελλάδας στο ευρώ», λέει στην «Κ» Γερ­μα­νός αξιω­μα­τού­χος με γνώση των δια­βου­λεύ­σεων των ημερών εκείνων. «Ηταν τόσο ταπει­νω­τι­κοί, που ο σκοπός φαι­νό­ταν να είναι να μη γίνουν απο­δε­κτοί από την Ελλάδα». Για τον κ. Γκά­μπριελ, ιδιαί­τερα, που θεω­ρούσε ύψιστης σημα­σίας την κοινή γραμμή Βερολίνου-Παρισιού στο ελλη­νικό ζήτημα, η επι­θε­τική στάση του κ. Σόιμπλε κιν­δύ­νευε να τινάξει τα πάντα στον αέρα.

Σε παρέν­θεση

Το Eurogroup του Σαβ­βά­του, αλλά και η νέα συνε­δρί­αση την Κυριακή το πρωί, δεν κατέ­λη­ξαν σε συμ­φω­νία. Στο ανα­κοι­νω­θέν που εκδό­θηκε, υπήρχε αναφορά στην προ­σω­ρινή έξοδο της Ελλάδας – σε παρέν­θεση, που σημα­το­δο­τούσε ότι δεν υπήρχε ομο­φω­νία επ’ αυτής της πρό­τα­σης. Στις 4 το από­γευμα, η σκυτάλη πέρασε στα χέρια των αρχηγών κρατών και κυβερ­νή­σεων. Για τον κ. Τσίπρα και το επι­τε­λείο του, όλα ήταν ανοιχτά: δεν ήξεραν αν στο τέλος της συνε­δρί­α­σης θα υπέ­γρα­φαν το πλαίσιο συμ­φω­νίας για το νέο ελλη­νικό πρό­γραμμα ή αν θα συναι­νού­σαν στους όρους εξόδου της χώρας από την Ευρω­ζώνη.

Ως γνωστόν, στη δρα­μα­τική τελική ευθεία της δια­πραγ­μά­τευ­σης βρέθηκε στο επί­κε­ντρο το νέο ταμείο ιδιω­τι­κο­ποι­ή­σεων – και ειδι­κό­τερα το πού θα είναι η έδρα του και τι ποσό από τα έσοδά του θα μπο­ρούσε να διο­χε­τευ­θεί για επεν­δύ­σεις αντί για απο­πλη­ρωμή χρέους. Ο κίν­δυ­νος του «μαύρου σενα­ρίου» παρα­λίγο να πραγ­μα­τω­θεί γύρω στις 4 τα ξημε­ρώ­ματα, όταν η ελλη­νική πλευρά, μη βλέ­πο­ντας περι­θώ­ριο συμ­βι­βα­σμού, απο­χώ­ρησε και μετέβη στο κτίριο της μόνιμης αντι­προ­σω­πείας της Ελλάδας.

Στο σημείο αυτό ήταν καίρια η παρέμ­βαση των Γάλλων. Ο κ. Ολάντ μετέβη και αυτός στην ελλη­νική διπλω­μα­τική αντι­προ­σω­πεία και κλεί­στηκε σε ένα δωμάτιο με τον κ. Τσίπρα. Παράλ­ληλα, ο Μπρούνο Μπεζάρ, εκπρό­σω­πος της Γαλλίας στο Euroworking Group, συνο­μι­λούσε με τον κ. Γ. Χου­λια­ράκη και (διά τηλε­φώ­νου) με τον Τόμας Στέφεν, ανα­ζη­τώ­ντας μια κοινώς απο­δε­κτή λύση σχετικά με το ταμείο ιδιω­τι­κο­ποι­ή­σεων.

Με τη συμβολή και του Ολλαν­δού πρω­θυ­πουρ­γού Μαρκ Ρούτε και της Κριστίν Λαγκάρντ, αλλά και την υπο­χώ­ρηση της κ. Μέρκελ στο θέμα της έδρας του ταμείου, λίγο πριν από τις 9 το πρωί επε­τεύ­χθη συμ­φω­νία.

Ο κ. Μπεζάρ στη συνέ­χεια ηγήθηκε της ομάδας των Γάλλων τεχνο­κρα­τών που συνέ­δρα­μαν την Ελλάδα στην κατάρ­τιση του τρίτου ελλη­νι­κού προ­γράμ­μα­τος, ώστε να είναι πλήρες και να μη δώσει σε κανέναν το πρό­σχημα για να επα­να­φέ­ρει στο τραπέζι τα σενάρια της φρίκης.

Καθη­με­ρινή

Πώς σας φάνηκε το άρθρο;

Ένα πάτημα, χωρίς λογαριασμό. Μία ψήφος ανά συσκευή.

Σχολιασμός άρθρου

Προσθέστε ένα σχόλιο

Εμφανίζεται μετά από έγκριση · το e-mail δεν δημοσιεύεται0 / 2000

Τα σχόλια εκφράζουν τον σχολιαστή, όχι τη Δημοκρατική. Όροι σχολιασμού

Τα σχόλια εκφράζουν αποκλειστικά τον εκάστοτε σχολιαστή. Η Δημοκρατική δεν υιοθετεί αυτές τις απόψεις. Διατηρούμε το δικαίωμα να διαγράψουμε όποια σχόλια θεωρούμε προσβλητικά ή περιέχουν ύβρεις, χωρίς καμία προειδοποίηση. Χρήστες που δεν τηρούν τους όρους χρήσης αποκλείονται. Τα σχόλια δημοσιεύονται μετά από έγκριση· το e-mail δεν δημοσιεύεται.

Γίνετε ο πρώτος που θα σχολιάσει.