ΡΕΠΟΡΤΑΖ

Επικυρώθηκε η καταδίκη δύο Ροδιτών για ψευδή καταμήνυση σε πολυετή οικογενειακή διαμάχη για διαθήκες και κληρονομητήριο στη Ρόδο

Δαμιανός Αθανασίου 6 λεπτά ανάγνωση
αρειος παγος

Το ΣΤ Ποινικό Τμήμα του Αρείου Πάγου, με την απόφαση 79/2025, έθεσε ορι­στικό τέλος στην αναι­ρε­τική προ­σπά­θεια 2 ημε­δα­πών, οι οποίοι είχαν κατα­δι­κα­στεί για την πράξη της ψευδούς κατα­μή­νυ­σης από κοινού.

Η υπόθεση δεν περιο­ρί­στηκε σε ένα μεμο­νω­μένο ποινικό περι­στα­τικό αλλά ξεδι­πλώ­θηκε μέσα σε ένα εκτε­τα­μένο οικο­γε­νειακό και δικα­στικό υπό­βα­θρο, με επί­κε­ντρο 2 ιδιό­γρα­φες δια­θή­κες, την έκδοση κλη­ρο­νο­μη­τη­ρίου, την αμφι­σβή­τηση της γνη­σιό­τη­τας εγγρά­φων και τις κινή­σεις των εμπλε­κο­μέ­νων τόσο σε επίπεδο εκού­σιας δικαιο­δο­σίας όσο και σε ποινικό επίπεδο.

Το δια­κύ­βευμα της αναί­ρε­σης και η κρίση του Αρείου Πάγου

Οι αναι­ρε­τι­κοί λόγοι, όπως εξε­τά­στη­καν, κινή­θη­καν γύρω από ισχυ­ρι­σμούς περί από­λυ­της ακυ­ρό­τη­τας στη δια­δι­κα­σία, έλλει­ψης ειδικής και εμπε­ρι­στα­τω­μέ­νης αιτιο­λο­γίας, εσφαλ­μέ­νης εφαρ­μο­γής ουσια­στι­κής ποι­νι­κής διά­τα­ξης, αλλά και παρα­βί­α­σης δεδι­κα­σμέ­νου.

Κεντρικό σημείο της κρίσης ήταν ότι το δευ­τε­ρο­βάθ­μιο δικα­στή­ριο δεν είχε υπο­χρέ­ωση να απα­ντή­σει σε ισχυ­ρι­σμό ακυ­ρό­τη­τας του κλη­τη­ρίου θεσπί­σμα­τος, όταν αυτός δεν προ­βάλ­λε­ται με τον απαι­τού­μενο τρόπο και στο σωστό δια­δι­κα­στικό χρόνο. Επι­πλέον, κρίθηκε ότι η κατα­δι­κα­στική απόφαση του Εφε­τείου είχε επαρκή αιτιο­λο­γία ως προς τα πραγ­μα­τικά περι­στα­τικά, τα απο­δει­κτικά μέσα και τη νομική υπαγωγή, ενώ απορ­ρί­φθη­καν και οι αιτιά­σεις για παρά­λειψη συνε­κτί­μη­σης πραγ­μα­το­γνω­μο­σύ­νης, καθώς από το ίδιο το περιε­χό­μενο της από­φα­σης προ­έ­κυ­πτε ότι η συγκε­κρι­μένη γρα­φο­λο­γική πραγ­μα­το­γνω­μο­σύνη είχε ανα­γνω­σθεί και ληφθεί υπόψη.

Τέλος, ως προς τον ισχυ­ρι­σμό περί δεδι­κα­σμέ­νου που στη­ρί­χθηκε σε απόφαση πολι­τι­κού δικα­στη­ρίου εκού­σιας δικαιο­δο­σίας, το δικα­στή­ριο ανέ­δειξε ότι οι απο­φά­σεις πολι­τι­κών δικα­στη­ρίων δεν παρά­γουν δεδι­κα­σμένο στην ποινική δίκη, με απο­τέ­λε­σμα ο συγκε­κρι­μέ­νος λόγος να κριθεί αβά­σι­μος.

Το χρονικό της οικο­γε­νεια­κής  κλη­ρο­νο­μι­κής υπό­θε­σης

Η υπόθεση, ξεκινά από τον θάνατο του πατέρα 3 αδελφών στη Ρόδο, με μονα­δι­κούς εν ζωή συγ­γε­νείς τα 3 τέκνα του. Στον πυρήνα της δια­μά­χης βρέθηκε ένα ακίνητο, αγρο­τε­μά­χιο με οικο­δομή, με συγκε­κρι­μένα κτη­μα­το­λο­γικά στοι­χεία, αλλά και η κατα­νομή ποσο­στών επί οικο­πέ­δου και οικο­δο­μής που εμφα­νι­ζό­ταν να ρυθ­μί­ζε­ται μέσω ιδιό­γρα­φης δια­θή­κης.

Στις 28 Μαΐου 2009 δημο­σιεύ­θηκε, με πρα­κτικά συνε­δρί­α­σης του Μονο­με­λούς Πρω­το­δι­κείου Ρόδου, ιδιό­γραφη διαθήκη με ημε­ρο­μη­νία 20 Δεκεμ­βρίου 2005. Ακο­λού­θησε, μετά από αίτηση, η έκδοση από­φα­σης το 2010 που κήρυξε τη διαθήκη κυρία και ταυ­τό­χρονα δια­τά­χθηκε η χορή­γηση κλη­ρο­νο­μη­τη­ρίου, το οποίο πιστο­ποιούσε τα κλη­ρο­νο­μικά δικαιώ­ματα των τέκνων στην κλη­ρο­νο­μιαία περιου­σία.

Στο κείμενο της δια­θή­κης του 2005 απο­τυ­πω­νό­ταν ειδική κατα­νομή, με ποσοστά για το οικό­πεδο και την οικο­δομή, καθώς και ιδιαί­τερη πρό­βλεψη για τμήμα της οικο­δο­μής που συν­δε­ό­ταν με χώρο εργα­στη­ρίου. Το Μονο­με­λές Πρω­το­δι­κείο Ρόδου, ήδη από την απόφασή του το 2010, είχε προβεί σε ερμη­νεία της δια­θή­κης, κρί­νο­ντας ότι περιείχε ασά­φειες ως προς την αληθινή βούληση του διαθέτη.

Η εξέλιξη, ωστόσο, δεν περιο­ρί­στηκε στην ερμη­νεία. Σύμφωνα με όσα έγιναν δεκτά, η τρίτη αδελφή, η οποία κατά τον χρόνο του θανάτου ζούσε μόνιμα στο εξω­τε­ρικό και είχε ταξι­δέ­ψει στη Ρόδο λόγω της επι­δεί­νω­σης της υγείας του πατέρα, επέ­στρεψε μετά τον θάνατο στο εξω­τε­ρικό. Τα 2 αδέλφια προ­χώ­ρη­σαν στις δια­δι­κα­σίες δημο­σί­ευ­σης, κήρυξης ως κυρίας και έκδοσης κλη­ρο­νο­μη­τη­ρίου, με εκείνη να ενη­με­ρώ­νε­ται για το περιε­χό­μενο τηλε­φω­νικά.

Το Εφετείο, όπως απο­τυ­πώ­νε­ται στο σκε­πτικό του, αξιο­λό­γησε κρίσιμα και το ζήτημα του ποιος κατείχε εξαρχής τη διαθήκη του 2005, σημειώ­νο­ντας αντι­φά­σεις στις εκδοχές που είχαν δια­τυ­πω­θεί σε δια­φο­ρε­τικά στάδια, τόσο σε απο­λο­γίες όσο και σε μετα­γε­νέ­στερα δικό­γραφα.

Η δεύτερη διαθήκη και το σημείο καμπής του 2014

Το σημείο καμπής στην υπόθεση τοπο­θε­τεί­ται χρονικά στις αρχές του 2014. Τότε, κατά τις παρα­δο­χές, η αδελφή που είχε επι­στρέ­ψει και εγκα­τα­στα­θεί στη Ρόδο, βρήκε φωτο­τυ­πία ιδιό­γρα­φης δια­θή­κης με ημε­ρο­μη­νία 20 Νοεμ­βρίου 2003. Η διαθήκη αυτή εμφα­νι­ζό­ταν να είναι σχεδόν πανο­μοιό­τυπη ως προς τα λοιπά περιου­σιακά στοι­χεία, με κρίσιμη διαφορά ως προς το επίμαχο ακίνητο στη Ρόδο, το οποίο με βάση το κείμενό της κατευ­θυ­νό­ταν προς εκείνη υπό προ­ϋ­πο­θέ­σεις που συν­δέ­ο­νταν με τη διαμονή της και με περιου­σιακή εξέλιξη στην αλλο­δαπή.

Σύμφωνα με όσα έγιναν δεκτά, η σύγκριση του τρόπου γραφής και της υπο­γρα­φής μεταξύ της δια­θή­κης του 2003 και εκείνης του 2005 οδήγησε στην εκτί­μηση ότι η μετα­γε­νέ­στερη διαθήκη ήταν πλαστή και ότι η παλαιό­τερη ήταν γνήσια. Η αναφορά στο πολυ­το­νικό σύστημα γραφής, στον τρόπο τονι­σμού και σε επι­μέ­ρους χαρα­κτη­ρι­στικά αξιο­ποι­ή­θηκε ως μέρος της επι­χει­ρη­μα­το­λο­γίας που ανα­πτύ­χθηκε στην υπόθεση.

Ακο­λού­θησε στις 15 Ιουνίου 2015 αίτηση ενώπιον του Μονο­με­λούς Πρω­το­δι­κείου Ρόδου, με αντι­κεί­μενο την ανά­κληση ή την κήρυξη ανί­σχυ­ρου του κλη­ρο­νο­μη­τη­ρίου του 2010, την αφαί­ρεσή του από τα 2 αδέλφια και την ανα­γνώ­ριση κλη­ρο­νο­μι­κού δικαιώ­μα­τος με βάση τη διαθήκη του 2003. Η αίτηση συζη­τή­θηκε στις 9 Φεβρουα­ρίου 2017 και εκδό­θηκε η 189/2017 απόφαση στο πλαίσιο εκού­σιας δικαιο­δο­σίας. Το δικα­στή­ριο, όπως κατα­γρά­φε­ται, διέταξε την αφαί­ρεση του κλη­ρο­νο­μη­τη­ρίου λόγω σοβαρής αμφι­βο­λίας για τα κλη­ρο­νο­μικά δικαιώ­ματα, αλλά απέρ­ριψε την ανα­γνώ­ριση δικαιώ­μα­τος της αιτού­σας με βάση τη διαθήκη του 2003, επι­κα­λού­μενο ασάφεια ως προς το δικαί­ωμα.

Η ποινική κίνηση της 10 Οκτω­βρίου 2016 και η κατη­γο­ρία που κρίθηκε ψευδής

Παράλ­ληλα με τις κινή­σεις στο πεδίο της εκού­σιας δικαιο­δο­σίας, υπήρξε και ποινική διά­σταση που τελικά απο­τέ­λεσε το αντι­κεί­μενο της κατα­δί­κης για ψευδή κατα­μή­νυση. Στις 10 Οκτω­βρίου 2016, οι 2 ημε­δα­ποί κατέ­θε­σαν κοινή έγκληση ενώπιον του Εισαγ­γε­λέα Πλημ­με­λειο­δι­κών Ρόδου κατά της αδελφής τους, απο­δί­δο­ντάς της, κατά την εκτί­μηση του κει­μέ­νου της έγκλη­σης, πράξη πλα­στο­γρα­φίας μετά χρήσεως και μάλιστα σε κακουρ­γη­μα­τική μορφή. Ο βασικός ισχυ­ρι­σμός τους ήταν ότι εκείνη είχε καταρ­τί­σει εξ υπαρχής πλαστή ιδιό­γραφη διαθήκη με ημε­ρο­μη­νία 20 Δεκεμ­βρίου 2005, με σκοπό, σύμφωνα με τους ίδιους, να ωφε­λη­θεί περιου­σιακά σε ποσό άνω των 120.000 ευρώ, μετα­βάλ­λο­ντας σε βάρος τους την κατα­νομή της κλη­ρο­νο­μι­κής μερίδας.

Το δευ­τε­ρο­βάθ­μιο δικα­στή­ριο δέχθηκε ότι οι ισχυ­ρι­σμοί αυτοί ήταν ψευδείς και ότι οι κατα­μη­νυ­τές γνώ­ρι­ζαν την ανα­λή­θεια τους. Στη­ρί­χθηκε, μεταξύ άλλων, στην εκτί­μηση ότι η διαθήκη του 2003 ήταν ευνοϊ­κό­τερη για την αδελφή, άρα δεν ανα­δει­κνυό­ταν έννομο συμ­φέ­ρον για να πλα­στο­γρα­φή­σει μια μετα­γε­νέ­στερη διαθήκη που θα μείωνε την κλη­ρο­νο­μική της θέση. Επι­πλέον, στο σκε­πτικό απο­τυ­πώ­θηκε ότι οι 2 ημε­δα­ποί ήταν αυτοί που ωφε­λού­νταν από τη διαθήκη του 2005, ειδικά ως προς τον χώρο εργα­στη­ρίου.

Καθο­ρι­στικό ρόλο έπαιξαν και πραγ­μα­το­γνω­μο­σύ­νες, καθώς κατα­γρά­φε­ται ότι υπήρχε γρα­φο­λο­γική γνω­μο­δό­τηση με ημε­ρο­μη­νία 2 Αυγού­στου 2018, στο πλαίσιο προ­α­νά­κρι­σης, αλλά και μετα­γε­νέ­στερη γρα­φο­λο­γική γνω­μο­δό­τηση με ημε­ρο­μη­νία 5 Δεκεμ­βρίου 2017. Με βάση τις παρα­δο­χές, η διαθήκη του 2005 κρίθηκε πλαστή, δηλαδή ότι δεν γρά­φτηκε και δεν υπο­γρά­φηκε από τον φερό­μενο ως διαθέτη, στοι­χείο που ενσω­μα­τώ­θηκε στην αιτιο­λο­γία για τη γνώση και τον άμεσο δόλο των κατα­δι­κα­σθέ­ντων ως προς την ψευδή κατα­μή­νυση.

Σημα­ντική ήταν και η αναφορά σε τεχνική πραγ­μα­το­γνω­μο­σύνη για την αξία του επί­μα­χου περιου­σια­κού αντι­κει­μέ­νου το 2009, από διο­ρι­σμένο πραγ­μα­το­γνώ­μονα, με αναφορά ότι η αξία του όλου ακι­νή­του ανερ­χό­ταν σε 129.000,00 ευρώ, καθώς και ότι το σκέλος της δια­φο­ράς που προ­βαλ­λό­ταν ως ζημία ή όφελος δεν υπε­ρέ­βαινε το όριο των 120.000,00 ευρώ, στοι­χείο που απο­τυ­πώ­θηκε ως κρίσιμο στο σκε­πτικό για την αξιο­λό­γηση της βαρύ­τη­τας των ισχυ­ρι­σμών περί κακουρ­γη­μα­τι­κής μορφής.

Οι απο­φά­σεις των δικα­στη­ρίων ουσίας και η τελική κατά­ληξη

Σε πρώτο βαθμό, το Τρι­με­λές Πλημ­με­λειο­δι­κείο Ρόδου είχε κηρύξει ένοχους τους 2 κατη­γο­ρού­με­νους για ψευδή κατα­μή­νυση από κοινού και τους είχε επι­βά­λει ποινή φυλά­κι­σης 14 μηνών στον καθένα, με ανα­στολή 3ετίας. Στον δεύτερο βαθμό, το Τρι­με­λές Εφετείο Πλημ­με­λη­μά­των Δωδε­κα­νή­σου, με την 9/2024 απόφασή του, δια­τή­ρησε την ενοχή αλλά με ανα­γνώ­ριση ελα­φρυ­ντι­κού, επέβαλε ποινή φυλά­κι­σης 8 μηνών στον καθένα και ανέ­στειλε την εκτέ­λεση επίσης για 3ετία.

Οι 2 κατα­δι­κα­σθέ­ντες προ­σέ­φυ­γαν στον Άρειο Πάγο. Με την απόφαση 79/2025, ο Άρειος Πάγος απέρ­ριψε την αναί­ρεση. Οι 2 αναι­ρε­σεί­ο­ντες κατη­γο­ρού­με­νοι εκπρο­σω­πή­θη­καν από τον δικη­γόρο κ. Ευστρά­τιο Καρα­νι­κόλα ενώ η αδελφή τους και αντί­δι­κος από τον δικη­γόρο κ. Μανώλη Κου­τσούκο.

Πώς σας φάνηκε το άρθρο;

Ένα πάτημα, χωρίς λογαριασμό. Μία ψήφος ανά συσκευή.

Σχολιασμός άρθρου

Προσθέστε ένα σχόλιο

Εμφανίζεται μετά από έγκριση · το e-mail δεν δημοσιεύεται0 / 2000

Τα σχόλια εκφράζουν τον σχολιαστή, όχι τη Δημοκρατική. Όροι σχολιασμού

Τα σχόλια εκφράζουν αποκλειστικά τον εκάστοτε σχολιαστή. Η Δημοκρατική δεν υιοθετεί αυτές τις απόψεις. Διατηρούμε το δικαίωμα να διαγράψουμε όποια σχόλια θεωρούμε προσβλητικά ή περιέχουν ύβρεις, χωρίς καμία προειδοποίηση. Χρήστες που δεν τηρούν τους όρους χρήσης αποκλείονται. Τα σχόλια δημοσιεύονται μετά από έγκριση· το e-mail δεν δημοσιεύεται.

Γίνετε ο πρώτος που θα σχολιάσει.