Στο τέλος μιας σεζόν διαφορετικής από τα προηγούμενα χρόνια, που από τη μια πλευρά φέρνει περισσότερα έσοδα στο “καλάθι” του Τουρισμού σε σχέση με τις αφίξεις ξένων τουριστών, αλλά από την άλλη καθορίστηκε από το λουκέτο της Thomas Cook, o πρόεδρος του Ξενοδοχειακού Επιμελητηρίου Ελλάδος Αλέξανδρος Βασιλικός, ενόψει της διοργάνωσης του 3ου Διεθνούς Φόρουμ Φιλοξενίας (24 Νοεμβρίου), μιλά στο Capital.gr για το διαρκές στοίχημα της αναβάθμισης της εικόνας της χώρας μας και την επόμενη ημέρα της ξενοδοχειακής αγοράς.

– Στο “φίνις” της φετινής τουριστικής περιόδου, που θεωρείται πως έφερε μια ισορροπία ανάμεσα στις αφίξεις από το εξωτερικό και στα έσοδα, ποιο πιστεύετε πως είναι το συμπέρασμα που πρέπει να κρατήσουμε για τις επόμενες χρονιές;

Ο τουρισμός είναι ευαίσθητο προϊόν και επηρεάζεται εύκολα από τις διακυμάνσεις των συγκυριών σε πολλά επίπεδα, από τη γεωπολιτική μέχρι την κλιματική αλλαγή και τις προβλέψεις για την παγκόσμια οικονομία. Όσο αυτονόητο είναι πως δεν μπορούμε να ελέγχουμε τα γεγονότα παγκοσμίως, άλλο τόσο αυτονόητο πρέπει να γίνει για όλους πως θα πρέπει να προσπαθούμε διαρκώς για την αναβάθμιση της εικόνας της χώρας μας στα μάτια του υπόλοιπου κόσμου. Αποδεικνύεται διαρκώς πως αυτό έχει καταλυτική σημασία και είναι σπουδαίο να συνεχίσουμε να μεταδίδουμε το μήνυμα πως η Ελλάδα έχει μπει σε μια νέα εποχή, αισιοδοξίας και χαμόγελου, με αστείρευτα αποθέματα δημιουργικότητας και ένα διαρκώς εμπλουτιζόμενο προϊόν που κερδίζει τη μάχη της ανταγωνιστικότητας με όρους ποιότητας.

– Μετά την κατάρρευση της Thomas Cook, ποιες είναι οι προβλέψεις σας για την σεζόν του 2020; Θα μπορέσουν τα ξενοδοχεία και οι τουριστικές επιχειρήσεις να μετριάσουν τις απώλειες;  

Η κατάρρευση της Thomas Cook είναι ένα οδυνηρό μάθημα, όπως συμβαίνει συνήθως στην πραγματική ζωή και στην πραγματική οικονομία. Ο ψηφιακός μετασχηματισμός της οικονομίας του τουρισμού δημιουργεί μεγάλες ανατροπές και νέα δεδομένα. Η προσαρμογή στα δεδομένα της εξέλιξης είναι που δίνει αυτή τη στιγμή πλεονέκτημα στους ανταγωνιστές της Thomas Cook, οι οποίοι όπως διαφαίνεται θα αναπληρώσουν σε σημαντικό βαθμό τις απώλειες από την κατάρρευση.  Και ευτυχώς,  καθώς η εκτίμηση των απωλειών ξενοδοχειακού τζίρου για το 2020 σύμφωνα με την έρευνα του ΙΤΕΠ για το ΞΕΕ ξεπερνάει τα 500 εκατ. ευρώ και η πολλαπλασιαστική ζημιά στην πραγματική οικονομία αγγίζει τα 2,5 δισ. ευρώ.  Προφανώς θα καλυφθεί ένα μεγάλο ποσοστό των απωλειών και στους ξενοδοχειακούς τζίρους και στις αεροπορικές θέσεις καθώς καταφέρνουμε να διατηρούμε τη δυναμική μας ως προορισμός στην παγκόσμια αγορά. Αυτό όμως σε καμία περίπτωση δεν είναι λόγος εφησυχασμού. Όποιος δεν συγχρονίζεται και δεν εξελίσσεται, βγαίνει εκτός παιχνιδιού.

– Βλέπουμε πως οι επενδύσεις στον ξενοδοχειακό χώρο συνεχίζονται με αμείωτο ρυθμό, τόσο στην Αθήνα, όσο και στην Περιφέρεια. Πιστεύετε πως το επενδυτικό ενδιαφέρον θα έχει συνέχεια;

Κάθε επένδυση έχει τη δική της επιχειρηματική στόχευση και το δικό της” κόνσεπτ” στην τουριστική αγορά, η οποία έχει και τον τελικό λόγο στο ερώτημά σας. Προσωπικά πιστεύω πως κάθε σοβαρό επενδυτικό σχέδιο έχει χώρο και μπορεί πραγματικά να προσφέρει στον εμπλουτισμό του προϊόντος μας. Από κει κι έπειτα υπάρχουν και οι επενδύσεις “είδα φως και μπήκα” για τις οποίες η ίδια η ζωή έχει αποδείξει σε προηγούμενες επενδυτικές “μόδες”, από τα video club παλαιότερα μέχρι τα “frozen yogurt” πιο πρόσφατα, πως έχουν μικρό κύκλο ζωής. Η φιλοξενία είναι αφοσίωση και όχι ευκαιριακό πάρεργο.

– Τι γίνεται με τα κόκκινα δάνεια των ξενοδοχειακών μονάδων;

Το ΙΤΕΠ μόλις ολοκλήρωσε μια μεγάλη έρευνα για το  θέμα και θα την παρουσιάσουμε πολύ σύντομα. Οπότε περιορίζομαι μόνο να σας πω  ότι τα ευρήματα είναι εξαιρετικά ενδιαφέροντα καθώς ανατρέπουν πολλά fake news που διακινήθηκαν και καλλιεργήθηκαν όλα αυτά τα χρόνια για τις σχέσεις των ξενοδοχείων με το τραπεζικό σύστημα.

– Ποια θα θέλατε να είναι η επόμενη ημέρα της ελληνικής ξενοδοχειακής αγοράς;

Το ξενοδοχείο δεν λειτουργεί στο κενό αλλά μέσα σε ένα συγκεκριμένο οικονομικό και κοινωνικό περιβάλλον. Είναι σημαντικό αυτό το περιβάλλον να είναι υποστηρικτικό της προσπάθειας του και όχι το αντίθετο. Δεν φτάνει να έχουμε καλά ξενοδοχεία. Για να τα γεμίσουμε με όρους οικονομικής βιωσιμότητας χρειάζονται και αεροδρόμια και υδροπλάνα  και οδικοί άξονες και μαρίνες και λιμάνια και γήπεδα γκολφ, κοκ. Χρειάζονται επίσης κανόνες που θα εγγυώνται τη λειτουργία της αγοράς χωρίς τις στρεβλώσεις που έχουμε σήμερα εξαιτίας αθέμιτων και ανεξέλεγκτων πρακτικών στις βαρχυχρόνιες μισθώσεις. Χρειάζονται επίσης μέτρα που θα αναγνωρίζουν το ρόλο και την προσφορά του ξενοδοχείου και θα το ελαφρύνουν από βάρη δυσανάλογα της πραγματικής κερδοφορίας του. Δεν θέλουμε “τον ουρανό με τ’ άστρα”, θέλουμε όμως αδιαπραγμάτευτη εφαρμογή της κοινής λογικής.

– Ποιο είναι το μήνυμα που θα δώσετε στο φετινό 3ο Διεθνές Φόρουμ Φιλοξενίας;

Το ΞΕΕ στέκεται έμπρακτα δίπλα στον Έλληνα ξενοδόχο προκειμένου να πετύχει το συγχρονισμό του με τα δεδομένα των καιρών ώστε  να βελτιώνει συνεχώς το προϊόν του,  καθώς η παγκόσμια οικονομία της φιλοξενίας απαιτεί εγρήγορση, πληροφόρηση, καινοτομία, διαρκή προσαρμογή.  Με θεματικά πάνελ αιχμής και με καταξιωμένους ομιλητές απ’ όλο τον κόσμο, για τρίτη συνεχόμενη χρονιά, αποδεικνύουμε την υπεραξία του “Glocalization”, να σκεφτόμαστε παγκόσμια και να δρούμε τοπικά.

ΠΗΓΉ capital.gr

Σχολιασμός άρθρου

ΠΡΟΣΦΑΤΑ ΑΡΘΡΑ