ΕΙΔΗΣΕΙΣ

Theresa Jette Enevoldsen, ταξιδιώτισσα βραβευμένη από τον Δήμο Ρόδου

news room 1 λεπτό ανάγνωση
dsc_3084-thumb-large

Εκανε πρώτη φορά δια­κο­πές στη Ρόδο το 1967. Από τότε ταξι­δεύει στο Νησί των Ιπποτών από την πατρίδα της, τη Δανία, δύο με τέσ­σε­ρις φορές τον χρόνο. Φέτος ήταν η 150ή. Η Διεύ­θυνση Του­ρι­σμού του Δήμου Ρόδου, στο πλαίσιο προ­γράμ­μα­τος επι­βρά­βευ­σης των επα­να­λαμ­βα­νό­με­νων επι­σκε­πτών (repeaters), απέ­νειμε στην Theresa Enevoldsen τον τίτλο της «επί­τι­μης φίλης του νησιού» σε ειδική τελετή που πραγ­μα­το­ποι­ή­θηκε το καλο­καίρι. Μας μίλησε γι’ αυτόν τον… έρωτα που κρατάει πέντε δεκα­ε­τίες, αν και δεν έκρυψε την έκπληξή της για το ενδια­φέ­ρον που προ­κά­λεσε η βρά­βευσή της.

Γιατί επι­στρέ­φετε στη Ρόδο ξανά και ξανά;

Επι­σκέ­φτηκα το νησί πρώτη φορά το 1967, όταν άρχισα να εργά­ζο­μαι για τη σκαν­δι­να­βική αερο­πο­ρική εται­ρεία SAS. Ο έρωτας ήταν… κεραυ­νο­βό­λος. Νομίζω ότι έχω εθιστεί στο νησί και στους ανθρώ­πους του. Περπατώ στην Παλιά Πόλη και είναι σαν να ξεφυλ­λίζω ένα όμορφο βιβλίο Iστορίας. Κάθε φορά που αφήνω πίσω μου το Μαν­δράκι και δια­σχίζω την Πύλη της Ελευ­θε­ρίας, νιώθω τα τείχη να με περι­κυ­κλώ­νουν και όλα γύρω μου να ησυ­χά­ζουν. Μόνο ο ήλιος μένει να με αγκα­λιά­ζει. Η ατμό­σφαιρά της είναι μονα­δική, ιδίως το βράδυ που τα φώτα χαμη­λώ­νουν. 

Τι θυμάστε από την πρώτη σας επί­σκεψη;

Τις μικρές οικο­γε­νεια­κές ταβέρ­νες, όπου τρώγαμε με κου­πό­νια που μας έδινε το ταξι­διω­τικό γραφείο – μαζί με τη συμ­βουλή να μην κάνουμε ηλιο­θε­ρα­πεία τόπλες, γιατί αν μας συνε­λάμ­βανε η αστυ­νο­μία, το γραφείο δεν θα μπο­ρούσε να παρέμ­βει. Το αγα­πη­μένο μας ταβερ­νάκι, που δεν υπάρχει πια, βρι­σκό­ταν στην οδό Σωκρά­τους, στην Παλιά Πόλη, και ανήκε στον Μου­σταφά, ο οποίος πάντα αρνιό­ταν να τον πλη­ρώ­σουμε. Γι’ αυτό, το τελευ­ταίο βράδυ η παρέα μου παρήγ­γειλε… αστακό, που ήταν τόσο ακριβός, οπότε ανα­γκά­στηκε να δεχτεί όλα μας τα κου­πό­νια. Οι ταβέρ­νες τότε δεν σέρ­βι­ραν καφέ ή γλυκό. Αν ήθελες όμως, το αφε­ντικό έβαζε κάποιον, πιτσι­ρικά συνήθως να σου φέρει με εκεί­νους τους παρα­δο­σια­κούς δίσκους που κρέ­μο­νταν από τρεις αλυ­σί­δες. Εκείνη την εποχή οι άνθρω­ποι έμοια­ζαν να χαί­ρο­νται τη ζωή, ακόμα και αν έπρεπε να εργά­ζο­νται μέχρι τις 2 ή τις 3 το πρωί.

Ποιο είναι το πρώτο πράγμα που κάνετε όταν φτάνετε στο νησί;

Αρχικά, προ­σπαθώ να απο­φεύγω τα ταξι­διω­τικά πακέτα, γιατί θέλω να νιώθω όσο πιο ντόπια γίνεται. Αν δεν μείνω στο σπίτι φίλου, κλείνω δωμάτιο κοντά στο Μαν­δράκι, στο ξενο­δο­χείο Ερμής, που λει­τουρ­γεί όλο τον χρόνο και έχει κυρίως Ελληνες πελάτες. Μου αρέσει να κατε­βαίνω για πρωινό, η τηλε­ό­ραση να παίζει ειδή­σεις στα Ελλη­νικά και όλοι να ανα­ρω­τιού­νται ποια είμαι και τι κάνω εκεί. Με το που φτάνω από το αερο­δρό­μιο, τρέχω να συνα­ντήσω τους Ελληνες φίλους μου. Παίρνω ταξί έως την πόλη, κου­βε­ντιά­ζο­ντας με τον οδηγό, μισά Αγγλικά μισά Ελλη­νικά, και κάνω μια πρώτη στάση για καφέ και γλυκό στη Νέα Αγορά στο Μαν­δράκι. Αν έχω φτάσει βράδυ, πηγαίνω για αρνάκι ψητό στην ταβέρνα Ηπειρος. Στον δρόμο με χαι­ρε­τάνε και με καλω­σο­ρί­ζουν και εγώ αισθά­νο­μαι σαν να έχω επι­στρέ­ψει στο σπίτι μου.

Τι σας αρέσει στους Ελληνες και τι όχι;

Μου αρέσει που απο­λαμ­βά­νετε τη ζωή και πιάνετε κου­βέ­ντα με αγνώ­στους. Αν μάλιστα κάποιος είναι ξένος και σας μιλήσει Ελλη­νικά, σας κινεί το ενδια­φέ­ρον και θέλετε να μάθετε τα πάντα γι’ αυτόν. Δεν μου αρέσει, όμως, ο τρόπος που παρ­κά­ρετε στα πεζο­δρό­μια και σε δια­βά­σεις πεζών, χωρίς να νοιά­ζε­στε για το αν ο πεζός μπορεί να περάσει ή όχι. Πάντα απορώ πώς μπορούν οι μητέρες με τα καρο­τσά­κια τους να περνάνε χωρίς να τραυ­μα­τί­ζο­νται. 

Τι θα μπο­ρού­σαν να διδα­χθούν οι Δανοί από τους Ελληνες και το αντί­στροφο;

Στην Ελλάδα τα παιδιά περνούν πολύ περισ­σό­τερο χρόνο με τους γονείς τους απ’ ό,τι στη Δανία, ακόμα και όταν κάνουν τη δική τους οικο­γέ­νεια. Οι παπ­πού­δες είναι σημα­ντικό μέρος της οικο­γέ­νειας και χαίρουν σεβα­σμού. Γενικά, υπάρχει μεγα­λύ­τερο νοιά­ξιμο. Στη Δανία, αντί­θετα, οι νεό­τε­ροι είναι απα­σχο­λη­μέ­νοι με τις ζωές τους, το και­νούρ­γιο τους κινητό και τα τέλεια, ντι­ζαϊ­νάτα σπίτια τους, ενώ τα παιδιά πολύ συχνά είναι σύμβολο… κύρους. Αντί­στροφα, η Δανία είναι μια πολύ οργα­νω­μένη χώρα και οι Ελληνες θα μπο­ρού­σατε να μάθετε πράγ­ματα από εμάς.

Τι θα λέγατε σε έναν Δανό να έχει υπόψη του πριν έρθει στην Ελλάδα;

Σε όλους λέω πάντα να προ­ε­τοι­μα­στούν για… φασα­ριό­ζι­κες μέρες, να έχουν ανοιχτό μυαλό και να αντι­με­τω­πί­ζουν το δια­φο­ρε­τικό όχι σαν προ­σβολή, αλλά σαν πολύ­τιμη ανά­μνηση από τις δια­κο­πές τους. Επίσης, να δοκι­μά­ζουν την τοπική κουζίνα και να απο­φεύ­γουν τα του­ρι­στικά εστια­τό­ρια. Στους νέους θα έλεγα να προ­σπα­θούν να απο­λαύ­σουν την κουλ­τούρα του τόπου και να μην πίνουν ασύ­στολα, όπως δυστυ­χώς συνη­θί­ζουν να κάνουν.

Ποια είναι τα αγα­πη­μένα σας μέρη στο νησί;

Μου αρέσει να κάθομαι κάτω από το αιω­νό­βιο λιό­δε­ντρο στον Αγιο Νικόλαο στο Φου­ντου­κλή, δυτικά του χωριού Ελεούσα. Εχει μια ιδιαί­τερη γαλήνη το μέρος και υπέροχη θέα στην κοιλάδα και στο Αιγαίο. Δεν αγαπώ ιδιαί­τερα τη θάλασσα, οπότε μου αρέσει να τρι­γυρ­νάω στα σοκάκια προ­σποιού­μενη την ντόπια. Πολλοί ξένοι φοβού­νται ότι θα χαθούν, αλλά αυτό είναι το δια­σκε­δα­στικό. Εξάλλου πάντα θα βρεθεί κάποιος Ελληνας που θα μου δείξει τον δρόμο. Για φαγητό, συχνάζω στην ταβέρνα Μέγι­στον στην Παλιά Πόλη και στην ψαρο­τα­βέρνα Πιζά­νιας, την οποία επι­σκέ­πτο­μαι από το 1968. Λατρεύω, επίσης, την ψαρο­τα­βέρνα  που υπάρχει στο χωριό Πλημ­μύρι, στα νότια της Ρόδου.

Θέλετε να μοι­ρα­στείτε μαζί μας μια ωραία ανά­μνησή σας από τη Ρόδο;

Το καλο­καίρι ήρθα στο νησί για τη βρά­βευσή μου με τον αδελφό μου και τον ανιψιό μου. Το τελευ­ταίο βράδυ, ο αδελφός μου ήθελε να απο­λαύ­σουμε ένα καλό λευκό κρασί, οπότε τον πήγα στο εστια­τό­ριο Μέγι­στον στην Παλιά Πόλη. Δεν είχαμε κάνει κράτηση, αλλά όταν φτάσαμε, συνει­δη­το­ποι­ή­σαμε πως ο μαγα­ζά­το­ρας είχε μάθει για τη βρά­βευση και είχε κρα­τή­σει ένα τραπέζι για μας σε περί­πτωση που απο­φα­σί­ζαμε να φάμε στο μαγαζί του. Με εξέ­πληξε ευχά­ρι­στα. Ομολογώ ότι σε καμία περί­πτωση δεν θα συνέ­βαινε κάτι αντί­στοιχο στη Δανία.

Τι ενθύμια έχετε από την Ελλάδα και τη Ρόδο όλα αυτά τα χρόνια που ταξι­δεύ­ετε;

Ενα από αυτά είναι το βιβλίο «Το Ελαιό­λαδο» του Νίκου και της Μαρίας Ψιλάκη. Το λατρεύω, γιατί μου αρέσει να μαγει­ρεύω παρα­δο­σιακά ελλη­νικά πιάτα, όπως στιφάδο, για το οποίο τρε­λαί­νο­νται οι φίλοι μου. Ομως αυτό που πάντα παίρνω μαζί μου φεύ­γο­ντας είναι μια ρίζα πικρο­δάφ­νης. Στα 10 τ.μ. της βερά­ντας μου έχω γλά­στρες με ανθι­σμέ­νες πικρο­δάφ­νες σε διά­φο­ρες απο­χρώ­σεις. Και αν οι συνή­θειες μπορούν να θεω­ρη­θούν και αυτές σου­βε­νίρ, τότε το «τς» με το κούνημα του κεφα­λιού προς τα πίσω σε ένδειξη άρνησης, το έχω φέρει και αυτό μαζί μου στη Δανία.

Καθημερινή-ΜΑΡΙΑ ΚΩΒΑΙΟΥ

Πώς σας φάνηκε το άρθρο;

Ένα πάτημα, χωρίς λογαριασμό. Μία ψήφος ανά συσκευή.

Σχολιασμός άρθρου

Προσθέστε ένα σχόλιο

Εμφανίζεται μετά από έγκριση · το e-mail δεν δημοσιεύεται0 / 2000

Τα σχόλια εκφράζουν τον σχολιαστή, όχι τη Δημοκρατική. Όροι σχολιασμού

Τα σχόλια εκφράζουν αποκλειστικά τον εκάστοτε σχολιαστή. Η Δημοκρατική δεν υιοθετεί αυτές τις απόψεις. Διατηρούμε το δικαίωμα να διαγράψουμε όποια σχόλια θεωρούμε προσβλητικά ή περιέχουν ύβρεις, χωρίς καμία προειδοποίηση. Χρήστες που δεν τηρούν τους όρους χρήσης αποκλείονται. Τα σχόλια δημοσιεύονται μετά από έγκριση· το e-mail δεν δημοσιεύεται.

Γίνετε ο πρώτος που θα σχολιάσει.