ΤΟΠΙΚΕΣ ΕΙΔΗΣΕΙΣ

«Να μην υπάρξει άλλη Ελένη»

news room 19 λεπτά ανάγνωση
987

Δια­δρομή Αλε­ξαν­δρού­πολη – Διδυ­μό­τειχο. Από το παρά­θυρο του αυτο­κι­νή­του κοι­τούσα τις καλ­λιέρ­γειες με τα ηλιο­τρό­πια που έλαμπαν κάτω από τον ήλιο. Σκε­φτό­μουν πως το ίδιο θέαμα θα έβλεπε κάθε φορά και η Ελένη Τοπα­λούδη σε αυτήν τη μακρό­συρτη ευθεία του γυρι­σμού στο σπίτι μέσα από τους αγρούς της Θράκης. Η φοι­τή­τρια είχε αερο­πο­ρικά εισι­τή­ρια επι­στρο­φής από τη Ρόδο στις 11 Δεκεμ­βρίου του 2018. Δεν πρόλαβε να ταξι­δέ­ψει. Στις 28 Νοεμ­βρίου, το άψυχο σώμα της βρέθηκε να επι­πλέει στους Πεύκους, κοντά στη Λίνδο. Ηταν ένα έγκλημα που συγκλό­νισε για τη βιαιό­τητά του. Μια δίκη που απα­σχό­λησε την κοινή γνώμη όσο λίγες στο παρελ­θόν. Δύο νεαροί δράστες που κατα­δι­κά­στη­καν σε ισόβια κάθειρξη «συν 15 χρόνια». Και δυο γονείς που στά­θη­καν με απί­στευτη αξιο­πρέ­πεια στην τρα­γω­δία που τους βρήκε. Αυτούς θα συνα­ντού­σαμε με τον Αλέ­ξαν­δρο Αβρα­μίδη, τον φωτο­γράφο της «Κ».

Ο πατέρας της μας περί­μενε όρθιος στο μπαλ­κόνι. Η ψηλή ανα­γνω­ρί­σιμη φιγούρα έγνεφε για να μας δώσει οδηγίες να βρούμε την πολυ­κα­τοι­κία. Και η μάνα της, μαυ­ρο­ντυ­μένη, εξου­θε­νω­μένη από το πένθος, ήταν στην πόρτα του δια-μερίσματος. Το σαλόνι είχε θέα στη μεγάλη εκκλη­σία του Διδυ­μο­τεί­χου, την Παναγία την Ελευ­θε­ρώ­τρια. Ομως το βλέμμα στα­μα­τούσε πιο πριν. Φωτο­γρα­φίες της Ελένης από τη βάπτισή της, φωτο­γρα­φίες από το δημο­τικό και το γυμνά­σιο, φωτο­γρα­φίες με το χαμό­γελο της πρώτης νιότης, φωτο­γρα­φίες με τον μικρό της αδελφό, τον Πέτρο. Ολες συγκε­ντρω­μέ­νες δίπλα στο παρά­θυρο, σαν εικο­νο­στάσι μαζί με σκίτσα, ποι­ή­ματα και εικόνες αγίων.

Τα άλλα ερω­τή­ματα

Τα ερω­τή­ματα του εγκλή­μα­τος έχουν απα­ντη­θεί. Μένουν όμως άλλα, εξίσου σημα­ντικά. Πόσοι εν δυνάμει θύτες υπάρ­χουν σε επαρ­χιακά μέρη όπου ανθεί η τοπική ομερτά στη βίαιη συμπε­ρι­φορά νεαρών; Πόσοι βιασμοί μένουν ατι­μώ­ρη­τοι γιατί τα θύματα είναι ανή­λι­κες, αλλο­δα­πές, του­ρί­στριες, γυναί­κες με θέματα ανα­πη­ρίας; Γιατί το 2020 το πρότυπο του νταή γίνεται ακόμα απο­δε­κτό στο σχολείο ή το πανε­πι­στή­μιο, όπως φάνηκε και από την περί­πτωση του αδι­κο­χα­μέ­νου Βαγγέλη Για­κου­μάκη; Σειρά από ερω­τή­σεις που οδηγούν σε μία ακόμα: Ο βιασμός και ο θάνατος της Ελένης Τοπα­λούδη μας έδωσε μια διαυγή εικόνα για τη θέση της γυναί­κας στην ελλη­νική κοι­νω­νία. Είμαστε δια­τε­θει­μέ­νοι να αλλά­ξουμε τα πράγ­ματα ή θα εξα­κο­λου­θούμε να ακούμε πως το θύμα προ­κα­λεί τον βιασμό του;

Καθί­σαμε στο τραπέζι με τους γονείς, που επέ­με­ναν πρώτα να ξεκου­ρα­στούμε και να δρο­σι­στούμε και μετά να ξεκι­νή­σουμε. «Πώς είσαστε;» ψιθύ­ρισα. «Οσο περνάει ο καιρός χει­ρό­τερα» λέει η Κούλα Τοπα­λούδη. «Τώρα νιώθω την απώλεια, κατα­λα­βαίνω ότι δεν θα την ξαναδώ. Και αυτό πονάει πάρα πολύ. Ενας πόνος καθη­με­ρι­νός, αβά­στα­χτος και τυραν­νι­κός. Δεν μπορώ να το δια­χει­ρι­στώ, να δεχθώ ότι έχασα το παιδί μου με αυτόν τον απο­τρό­παιο, βάρβαρο τρόπο. Πολλές φορές κάθε ημέρα το μυαλό μου είναι σ’ αυτήν τη σκηνή που την πήρε ο Λουτσάι και την πήγε σε αυτό το σπίτι-κολαστήριο στους Πεύκους. Σχη­μα­τίζω εικόνες από αυτά που μάθαμε μέσα από τη δικο­γρα­φία για το τι πέρασε. Ταυ­τί­ζο­μαι με τον πόνο της, με τις κραυγές της. Eχω πολλά ανα­πά­ντητα γιατί. Για 3,5 ώρες μπο­ρού­σαν να τη σώσουν. Και δεν έκαναν τίποτε. Και απο­φά­σι­σαν για τη ζωή της Ελένης, χωρίς την Ελένη και χωρίς εμάς».


«Τώρα νιώθω την απώλεια, κατα­λα­βαίνω ότι δεν θα την ξαναδώ. Και αυτό πονάει πάρα πολύ. Ενας πόνος καθη­με­ρι­νός, αβά­στα­χτος και τυραν­νι­κός. Δεν μπορώ να το δια­χει­ρι­στώ, να δεχθώ ότι έχασα το παιδί μου με αυτόν τον απο­τρό­παιο, βάρβαρο τρόπο», λέει η Κούλα Τοπα­λούδη, κρα­τώ­ντας ένα πορ­τρέτο της αδι­κο­χα­μέ­νης Ελένης.

Ανάβει τσιγάρο. «Δεν πήραν υπόψη πως πίσω από την Ελένη κρύ­βο­νται γονείς. Μια μάνα που τη μεγά­λωσε από βρέφος και την έκανε δύο μέτρα κοπε­λάρα. Από την ώρα που την ένιωσα μέσα στο κορμί μου, ασχο­λή­θηκα μαζί της με νανου­ρί­σματα, με κλασική μουσική, με κείμενα αρχαία. Είχα μανία με το αρχαίο κείμενο, από την εφηβική μου ηλικία σαν μαθή­τρια του κλα­σι­κού. Και δεν ήμουν και μικρή, ήμουν 34 χρόνων όταν την γέννησα. Ηταν μια συνει­δητή γέννα, ήξερα δηλαδή τι ήθελα από αυτό το ανθρω­πάκι που έφερνα στην ζωή. Την αγάπησα πιο πάνω από κάθε τι. Τώρα δεν έχω τίποτα. Μόνο ανα­μνή­σεις, φωτο­γρα­φίες και τα πράγ­ματά της. Και προ­σπαθώ με τα μάτια της ψυχής μου να την ονει­ρευτώ. Και αυτό είναι μια ψευ­δαί­σθηση. Παρα­καλώ να έρθει στον ύπνο μου εδώ και 18-19 μήνες, δεν ήρθε ποτέ.

ΜΑΡΓΑΡΙΤΑ ΠΟΥΡΝΑΡΑ

»Η νύχτα είναι φοβερή, μεγάλος καημός Δεν μπορώ να κοιμηθώ και έρχομαι εδώ πάντα στην τρα­πε­ζα­ρία και γράφω. Και προ­σπαθώ μέσα από το γράψιμο που είναι ψυχο­θε­ρα­πευ­τικό να πάρω απα­ντή­σεις. Ρωτάω, απαντάω εγώ για λογα­ρια­σμό της Ελένης. Και περι­μένω πότε θα ξημε­ρώ­σει. Μπαίνω, βγαίνω, μπαλκόνι-τραπεζαρία, μπαλκόνι-έξω, λου­λού­δια, παρ­τέ­ρια, ουρανός, κάθε νύχτα, αυτό το ίδιο. Σε τίποτα δεν δια­φέ­ρει το ένα βράδυ από το άλλο. Από την πρώτη στιγμή που συνέβη μέχρι και εχθές έτσι θα πάει η ζωή μου».

«Σπάνια θα υπάρξει βραδιά που θα κοι­μη­θούμε εντάξει», λέει ο Γιάννης Τοπα­λού­δης. «Μόλις σκέ­φτο­μαι τι πέρασε το κορίτσι μου, τι πέρασε το παιδί μας αυτές τις τελευ­ταίες στιγμές αυτο­μά­τως ξυπνάω. Αυτό έρχεται στο μυαλό μας, όπως και η τελευ­ταία εικόνα όταν πήγε ο Αλβανός και την πήρε κάτω από το σπίτι της. Αυτή η τελευ­ταία ζωντανή εικόνα της. Και πιστεύω πως κάθε γονιός αν είχε κάτι τέτοιο να αντι­με­τω­πί­σει θα βασα­νι­ζό­ταν κάθε βράδυ με αυτούς τους εφιάλ­τες».

Το δίλημμα

Ανα­ρω­τή­θηκα αν μετά­νιω­σαν για το ότι μεγά­λω­σαν την κόρη τους με τόση καλο­σύνη. Εκπαι­δευ­τι­κοί και οι δύο στο επάγ­γελμα, φαί­νο­νται από την πρώτη στιγμή άνθρω­ποι τρυ­φε­ροί και καλο­προ­αί­ρε­τοι. «Αυτό είναι ένα δίλημμα, πολλές φορές το σκέ­φτηκα» απαντά η Κούλα. «Λέω μήπως έκανα κακό που παρου­σί­αζα τους ανθρώ­πους καλούς; Η πολλή αγάπη που της δώσαμε, η αίσθηση ότι γύρω της υπάρχει καλο­σύνη των ανθρώ­πων; Αυτό υπάρχει και μέσα από τη ζωή μας, αυτό της δείξαμε, ότι εμπι­στευό­μα­στε τους ανθρώ­πους, ότι αγαπάμε, δεν κοροϊ­δεύ­ουμε, συμ­βι­βα­ζό­μα­στε με το δια­φο­ρε­τικό». Για να συμπλη­ρώ­σει: «Η Ελένη ήξερε πράγ­ματα, ήξερε ότι δεν είναι τόσο αγγε­λικά πλα­σμέ­νος όλος ο κόσμος». Ο πατέρας της πήρε τον λόγο: «Ο ρόλος του γονιού είναι να μιλάει στο παιδί για τις κακο­το­πιές. Αλλά όμως δεν μπορείς να του πεις: “Κοίταξε αυτόν που θα κάνεις παρέα μπορεί και να είναι δολο­φό­νος”. Δεν μπορείς να το πεις αυτό διότι δεν θα ήμασταν κοι­νω­νία ανθρώ­πων, θα ήμασταν ζούγκλα. Υπάρ­χουν τέρατα γύρω μας που είναι ντυμένα με άλλη προβιά καλο­προ­αί­ρετη, επι­φα­νειακή, δεν μπορεί εύκολα να τα δια­κρί­νει δυστυ­χώς κάποιο παιδί της ηλικίας των 20 ετών. Αυτά τα άτομα πάντα και παντού θα υπάρ­χουν. Πρέπει όμως εμείς ως κοι­νω­νία, ως γονείς, ως σχολείο να μαθαί­νουμε τα παιδιά μας να γίνο­νται κακο­προ­αί­ρετα; Να βλέπουν ένα ποτήρι μισο­ά­δειο και όχι μισο­γε­μάτο; Εμείς πάντα και την Ελένη και το δεύτερο παιδί μας, τον Πέτρο, τον συμ­βου­λεύ­ουμε να βλέπει το ποτήρι μισο­γε­μάτο. Με την έννοια ότι πρέπει να προ­σέ­χει μεν αλλά να κάνει φιλίες, να σέβεται τους διπλα­νούς του, να σέβεται το δια­φο­ρε­τικό».

«Γονιός είναι πολλά πράγ­ματα, ο πιο δύσκο­λος ρόλος»

Σε πολλές από τις συνε­ντεύ­ξεις τους, η Κούλα και ο Γιάννης Τοπα­λού­δης στρέ­φο­νται ενα­ντίον των γονιών των δραστών. Εξα­κο­λου­θούν και τώρα να το λένε δίχως περι­στρο­φές: «Αυτοί ήταν οι δολο­φό­νοι. Αυτοί πρώτοι δολο­φό­νη­σαν τα παιδιά τους και στη συνέ­χεια αυτά τα τέρατα που έσπει­ραν, δολο­φό­νη­σαν το δικό μου το παιδί που δεν τους έφταιξε σε τίποτα. Η Ελένη ένα παιδί που θα ήθελε κάθε ελλη­νική οικο­γέ­νεια να το έχει, ένα καλό κορίτσι, δοτικό, φιλό­τιμο, αξια­γά­πητο, ναζιά­ρικο, αγα­πιό­τανε. Εβγαζε από το στόμα της την μπουκιά να στη δώσει αν δεν είχες», λέει η Κούλα συνε­χί­ζο­ντας: «Ο πατέρας του Κού­κουρα, αυτός ο υπο­τί­θε­ται ευυ­πό­λη­πτος πολίτης… Δεν έβλεπε την βία που είχε το παιδί του; Επτά σχολεία άλλαξε και σχολείο δεν τελεί­ωσε. Συνεχώς δημιουρ­γούσε προ­βλή­ματα. Ο πατέρας έλεγε πως ο γιος του στο­χο­ποιεί­ται, τον έχουν βάλει στο κέντρο οι δάσκα­λοι και οι καθη­γη­τές, ποτέ δεν παρα­δε­χό­ταν τη βίαιη συμπε­ρι­φορά του γιου του. Ηταν ένα παιδί που εμφα­νι­ζό­ταν με κλομπ, με σου­γιά­δες, με μηχανές. Ο γονιός “αγρόν ηγόρασε”. Η μάνα του, δε, ούτε καν ασχο­λή­θηκε συνει­δητά και υπεύ­θυνα με το μεγά­λωμα του γιου της. Γιατί η βία και η επι­θε­τική συμπε­ρι­φορά και στο σπίτι εκδη­λώ­νο­νται, όχι μόνο στον χώρο του σχο­λείου. Αλλά εγώ έχω πρό­βλημα με τους γονείς του Λουτσάι. Γιατί από τη γει­το­νιά τους οι άνθρω­ποι έλεγαν ότι βρο­ντούσε τις πόρτες και οι φωνές τους ακού­γο­νταν στα πεζο­δρό­μια. Συνεν­νο­ή­θηκε με τον Κού­κουρα, να την πάνε εκεί στους Πεύκους να τη βιάσουν και επειδή αρνή­θηκε, το όχι της το πλήρωσε με θάνατο».

«Το ίδιο θα έκαναν και στο άλλο κορι­τσάκι με τα ανα­πη­ρικά προ­βλή­ματα που πήγε να βιάσει ο Λουτσάι τέσ­σε­ρις μέρες μετά τον θάνατο της Ελένης αν αυτό είχε αρνηθεί και αντι­δρά­σει. Είμαι σίγου­ρος», δηλώνει ο πατέρας. «Στο δικα­στή­ριο λέω στον πατέρα του Κού­κουρα: “Καλά εδώ άλλαξε τόσα σχολεία, σου είπαν οι δάσκα­λοι οι καθη­γη­τές τόσα, εσύ γιατί δεν πήγες τον γιο σου σε κάποιον ειδικό και έκανες τέτοια ζημιά, την κόρη μου την έστειλε ο γιος σου στο χώμα και ο γιος σου κατα­στρά­φηκε και τώρα πάει στη φυλακή. Ποιος είναι ο υπεύ­θυ­νος;”. Δεν είπε τίποτα φυσικά. Για να γίνει κάποιος γονιός, δεν πάει να πει σπέρνω εγώ ένα παιδί στην κοιλιά της γυναί­κας μου. Γονιός είναι πολλά πράγ­ματα που δυστυ­χώς οι περισ­σό­τε­ροι από εμάς δεν αντι­λαμ­βα­νό­μα­στε τη δυσκο­λία του ρόλου. Και η μαγική λέξη είναι μία, τόσο απλή αλλά συνάμα τόσο σύνθετη: έμπρα­κτη αγάπη, αγάπη δεν σημαί­νει όμως παίρνω και δίνω λεφτά. Ετσι το κατα­στρέ­φεις το παιδί, το πετάς στον Καιάδα».


Ο πατέρας της δολο­φο­νη­μέ­νης φοι­τή­τριας Ελένης Τοπα­λούδη ευχα­ρι­στεί, συγκι­νη­μέ­νος, πολίτες που συγκε­ντρώ­θη­καν στο Εφετείο Αθηνών την ημέρα της αναγ­γε­λίας της από­φα­σης του δικα­στη­ρίου (Φωτ. ΑΠΕ-ΜΠΕ / ΚΩΣΤΑΣ ΤΣΙΡΩΝΗΣ) .

Ο ίδιος ανα­τρέ­χει στον τρόπο που μεγά­λωσε την κόρη του: «Στην Ελένη δεν αγο­ρά­ζαμε μόνο άπειρα βιβλία, θέλαμε να έχει παρα­στά­σεις. Την πήγαμε στην Αθήνα πόσες φορές, την πήγαμε στο Πολυ­τε­χνείο να αφήσει εκεί ένα λου­λούδι, στην Ακρό­πολη, στο Μουσείο, στον Παρ­θε­νώνα, εννο­εί­ται σε θέατρα και τα ίδια κάναμε και στον Πέτρο μας. Ηδη είναι 14 ετών· τρεις φορές πήγε στην Ακρό­πολη, τρεις φορές πήγε στο Ιδρυμα Σταύρος Νιάρχος, πόσες φορές πήγαμε στο θέατρο», λένε οι γονείς.

Εμφα­νί­ζε­ται ο μικρός γιος για να μας χαι­ρε­τή­σει. Παρότι μαθητής γυμνα­σίου, ο Πέτρος έχει φτάσει στο μπόι τον πατέρα του. Πηγαί­νουμε και στο δωμάτιο της Ελένης. Σε μια βιβλιο­θήκη στον τοίχο είναι στρι­μωγ­μένα τα κου­κλά­κια και τα λού­τρινα ζωάκια της. Τέτοια είχε και στο υπνο­δω­μά­τιό της στη Ρόδο. Στο σαλόνι παρα­τηρώ και δύο ακόμα φωτο­γρα­φίες: η μητέρα της Κούλας και ο πατέρας του Γιάννη πέθαναν πριν από λίγο καιρό. Η πίεση που δέχθη­καν η οικο­γέ­νεια και ο συγ­γε­νι­κός κύκλος ήταν τρομερή.

Να μην κάνουμε ότι δεν βλέ­πουμε, να μιλάμε…
Δάσκα­λος ο Γιάννης Τοπα­λού­δης και νηπια­γω­γός η σύζυγός του, θεωρούν ότι ευθύνη για τους δράστες δεν φέρουν μόνον οι γονείς τους, αλλά και οι καθη­γη­τές τους: «Για μένα ηθικοί αυτουρ­γοί και φταί­χτες είναι κατ’ αρχάς και οι ίδιοι οι καθη­γη­τές του Κού­κουρα. Γιατί δεν έκανε μια επι­στολή ο γυμνα­σιάρ­χης, ο λυκειάρ­χης του να πει ότι “αντι­με­τω­πίζω αυτό το φοβερό πρό­βλημα που κιν­δυ­νεύ­ουν οι υπό­λοι­ποι μαθητές”; Ανέ­χο­νται μια κατά­σταση. Δεν είναι έτσι όμως. Οταν συνέβη το έγκλημα, είπαν οι καθη­γη­τές του: Δεν μας προ­κά­λεσε έκπληξη, το περι­μέ­ναμε».
Ο πατέρας της Ελένης μιλάει και για τον ρόλο της τοπικής κοι­νω­νίας στη Ρόδο: «Οχι μόνον οι καθη­γη­τές, αλλά και από τον περί­γυρο ήξεραν τι μπου­μπού­κια ήταν. Ηξεραν ότι αυτοί οι δύο θα έκαναν κάποια στιγμή κάτι βαρύ­τερο. Και όντως όταν τους έπιασαν είπαν εκεί στη Ρόδο: “Α, το περι­μέ­ναμε από αυτούς”. Και εγώ ρωτάω: Αφού το περι­μέ­νατε γιατί δεν κάνατε κάτι γι’ αυτά εδώ τα παιδιά, είτε να πάνε σε κάποιον φορέα είτε να πάνε σε κάποιο ίδρυμα να συνε­τι­στούν με κάποιον ψυχο­λόγο, ψυχί­α­τρο, τέλος πάντων, κάπως να βοη­θη­θούν; Και αν δεν μπο­ρού­σαν να θερα­πευ­τούν με κάποιον τρόπο ψυχια­τρικό, έπρεπε να γίνει ένας εγκλει­σμός τους για να γλι­τώ­σουμε, για να γλι­τώ­σει το παιδί μας. Ενδε­χο­μέ­νως, αν δεν ήταν η Ελένη –εγώ αυτό το πιστεύω ακρά­δα­ντα– σίγουρα θα έφτανε μεθαύ­ριο ή ύστερα από καιρό κάποιο άλλο παιδάκι να είναι στη θέση της».

Αγνω­στες πτυχές του δρά­μα­τος ξετύ­λιξε το ζεύγος Τοπα­λούδη, που άνοιξε την πόρτα του σπιτιού του στην «Κ».
Κατά το ζεύγος Τοπα­λούδη, υπάρ­χουν ένοχα μυστικά που οι Ροδίτες απο­σιω­πούν. «Εμένα μου στέλ­νουν μηνύ­ματα κορί­τσια και μου λένε χίλια δυο γι’ αυτό το νησί, ακόμη και οι ίδιες οι Ροδί­τισ­σες. Αλλά υπάρχει η κάλυψη, να μη μάθει ο κόσμος έξω από τη Ρόδο. Ομως, οι βιασμοί δίνουν και παίρ­νουν. Το καλο­καίρι έχουν του­ρί­στριες και τον χειμώνα τα θύματα είναι φοι­τή­τριες», λέει η μητέρα της Ελένης, ενώ ο πατέρας της σε μία από τις συνε­ντεύ­ξεις που έδωσε σε ροδιακά ΜΜΕ είχε πει πως η τοπική κοι­νω­νία πρέπει να κάνει την αυτο­κά­θαρσή της. Η Κούλα Τοπα­λούδη είναι ακόμη πιο αιχμηρή: «Οταν υπάρχει το χρήμα, υπάρχει η ευκολία για όλα, για να έχουμε χαλαρά ήθη, να μην υπάρχει ο σεβασμό της ανθρώ­πι­νης ζωής, της ύπαρξης, της αξιο­πρέ­πειας, το κορμί του κορι­τσιού να μην το σεβό­μα­στε, το όχι να μην είναι όχι. Τα δικά μας παιδιά από τα μη του­ρι­στικά μέρη, με τα φόντα και με την ώθηση που δέχο­νται από εμάς, να μάθουν γλώσσες, μουσική, να τα πάνε καλά στο σχολείο, με περ­γα­μη­νές, θα γίνουν υπο­χεί­ρια αυτών που έτυχε να έχουν μαγαζιά σε του­ρι­στικά μέρη. Τα δικά τους παιδιά δεν θα κάνουν τίποτε στη ζωή τους γιατί έμαθαν στο χρήμα που δίνει με ευκολία ο γονιός. Και κάνουν επί­δειξη της δύναμής τους, διότι δεν έχουν τι άλλο να δείξουν: μόνο τα λεφτά του πατέρα τους. Δεν έχουν να δείξουν επίπεδο, ανη­συ­χίες, προ­βλη­μα­τι­σμούς, τα βιβλία, τις γλώσσες, τους σκοπούς, τα όνειρά τους. Τι έχουν; Να κάνω μια κίνηση και να βγάλω έτσι μέσα από την τσέπη 500-600 ευρώ. Εγώ το δεκα­πεν­θή­μερο δεν παίρνω 500 ευρώ. Του Κού­κουρα ο γιος εμφα­νι­ζό­ταν με πολλά λεφτά στο λύκειό του, το ΕΠΑΛ, και τα έβγαζε προ­κλη­τικά μπροστά στους καθη­γη­τές».
Κάνουμε ένα μικρό διά­λειμμα στη συζή­τηση. Κοιτάζω έξω από το παρά­θυρο. Η Κούλα μιλάει με την αδελφή της στο τηλέ­φωνο, που της στέλνει κεράσια από τις Σέρρες. Σκέ­φτο­μαι το πολι­τι­σμικό χάσμα που χωρίζει το Διδυ­μό­τειχο από τη Ρόδο, δύο ελλη­νι­κές επαρ­χίες. Η Ελένη μεγά­λωσε σε μια μικρή πόλη του ελλη­νι­κού Βορρά, η οποία είναι ξεχα­σμένη από το κράτος, έχει μηδε­νική εγκλη­μα­τι­κό­τητα, μερικές χιλιά­δες κατοί­κους που πάνω-κάτω γνω­ρί­ζο­νται μεταξύ τους και ελά­χι­στους ξένους επι­σκέ­πτες. Η σύγ­χρονη Ρόδος με δεκα­πλά­σιο –από το Διδυ­μό­τειχο– πλη­θυ­σμό τον χειμώνα και εκα­το­ντα­πλά­σιο το καλο­καίρι, συμπιέ­ζει σε περιο­ρι­σμένο εμβαδόν παν­σπερ­μία ανθρώ­πων: ντό­πιους, περα­στι­κούς ή μόνιμα εγκα­τε­στη­μέ­νους ξένους και φοι­τη­τές από όλα τα μέρη της χώρας. Ενδη­μούν τα ναρ­κω­τικά και μια συγκε­κρι­μέ­νου τύπου εγκλη­μα­τι­κό­τητα.
Ομως, αρκεί η σύγκριση των δύο τόπων για να βγάλει κανείς συμπε­ρά­σματα για το απο­τρό­παιο έγκλημα; Ηταν η σύγκρουση δύο κόσμων, που με τόση ενάρ­γεια περι­γρά­φουν οι γονείς Τοπα­λούδη; Η μη του­ρι­στική Ελλάδα που έχει για πυλώνες την εργα­τι­κό­τητα και τη μόρφωση και η αλλο­τριω­μένη Ελλάδα των μαζικών θερέ­τρων, που άρχισε να πλου­τί­ζει αβρό­χοις ποσί τη δεκα­ε­τία του ’80; Η απά­ντηση δεν είναι απλή.
Το δικα­στή­ριο
Τους ρωτώ εάν αισθάν­θη­καν δικαί­ωση με τα ισόβια των δραστών. «Εγώ δεν είμαι ικα­νο­ποι­η­μένη με αυτήν την ποινή, γιατί το ισόβια δεν είναι ισόβια. Κάποιος με κάθειρξη 20 ετών μπορεί να βγει όταν εκτίσει 6 χρόνια και 8 μήνες. Για ποιους λόγους, λοιπόν, εγώ θα ζητω­κραυ­γάζω και θα χει­ρο­κροτώ; Ισόβια θα ζω εγώ τον θάνατο και θα πονάω και θα υποφέρω. Για τους δολο­φό­νους και τους στυ­γνούς εγκλη­μα­τίες δεν θα υπάρξει ισόβια κάθειρξη», λέει η μητέρα της Ελένης, και ο πατέρας της προ­σθέ­τει: «Σε ό,τι αφορά τη συγκε­κρι­μένη επιβολή της ποινής για τη δική μας περί­πτωση, εν μέρει είμαστε ικα­νο­ποι­η­μέ­νοι γιατί ήταν το ανώτατο που θα μπο­ρούσε να επι­βλη­θεί. Και μάλιστα ήταν μια απόφαση ομόφωνη. Ομως, εγώ θα πρέπει να ευχα­ρι­στήσω και τους ενόρ­κους και τους δικα­στές και την πρόεδρο, που ήταν άψογη καθ’ όλα και, φυσικά, την εισαγ­γε­λέα, γιατί ήταν πραγ­μα­τικά η φωνή της Ελένης μας μέσα στα δικα­στή­ρια. Στην περί­πτωσή μας το θύμα δεν μπορεί να ξανα­ζω­ντα­νέ­ψει και να μιλήσει. Ούτε αυτό­πτες μάρ­τυ­ρες έχουμε για να μιλή­σουν, έχουμε μόνο τους δύο εγκλη­μα­τίες, βασα­νι­στές, βιαστές. Και από την άλλη, η φωνή της Ελένης δεν μπόρεσε να βγει μέσα από εμάς. Εμείς μιλή­σαμε μια φορά σαν γονείς και τελειώ­σαμε».
Συνε­χί­ζει: «Η φωνή της Ελένης ήταν η εισαγ­γε­λέας και η φωνή του κάθε θύματος πρέπει να είναι ο εισαγ­γε­λέας», ενώ δεν παρα­λεί­πει να απα­ντή­σει και στον Ακη Σκέρτσο, ο οποίος είχε ασκήσει κριτική στην εισαγ­γε­λέα της δίκης για τη φορ­τι­σμένη αγό­ρευσή της. «Λαϊκή απο­γευ­μα­τινή δεν ήταν ποτέ ούτε έγινε και ποτέ το δικα­στή­ριο. Και δεν το άφησαν και δεν το επι­τρέ­ψαμε εμείς ως γονείς της Ελένης. Δείξαμε την απόλυτη αξιο­πρέ­πεια και τον απόλυτο σεβασμό σε όλες τις δια­δι­κα­σίες και στους ίδιους τους εγκλη­μα­τίες, τους γονείς τους και συγ­γε­νείς τους. Το ίδιο παρο­τρύ­ναμε να κάνουν και όσοι ήτανε απ’ έξω. Και οι ίδιοι οι δικη­γό­ροι των εγκλη­μα­τιών έδωσαν τα εύσημα για τον σεβασμό και την ηρεμία, όσο μπο­ρού­σαμε να έχουμε ηρεμία μέσα μας». Δεν ήταν λίγοι εκείνοι που ανα­ρω­τή­θη­καν πού βρήκε το ψυχικό σθένος ο Γιάννης Τοπα­λού­δης να είναι τόσο ευγε­νι­κός στη δύσκολη δια­δι­κα­σία της δίκης: «Και να υπήρχε ξέσπα­σμα δικό μου, για παρά­δειγμα, θα γινόταν κάτι; Θα ζωντά­νευε το παιδί μου; Αν ήταν εγώ να δολο­φο­νήσω τους δολο­φό­νους του παιδιού μου και να ξανα­ζω­ντά­νευε η Ελένη μου, θα το έκανα ευχα­ρί­στως. Δυστυ­χώς, είμαστε προ­σγειω­μέ­νοι σε αυτήν την οικτρή πραγ­μα­τι­κό­τητα, να ζούμε με τον θάνατο του παιδιού μας που δεν πρό­κει­ται να γυρίσει ποτέ ξανά πίσω».
Ο εγκλει­σμός των δύο δραστών θα φέρει τη μετα­μέ­λειά τους; Η μάνα της Ελένης το απο­κλείει: «Αυτά τα δύο ανθρω­πό­μορφα τέρατα δεν μετα­νιώ­νουν με τίποτα. Ο Κού­κου­ρας είπε τη μια μέρα “δεν έκανα τίποτα και δεν αισθά­νο­μαι τύψεις” και την άλλη ημέρα “έκλαψα πολύ για την πάρτη της Ελένης” με τη μαγκιά τού λεφτά. Και ο Αλβανός στην περί­πτωση με την κοπέλα ΑμεΑ, που βίασε τέσ­σε­ρις ημέρες μετά τον φόνο της Ελένης; Τι να μετα­νιώ­σει. Δεν έχουν ψυχή, δεν έχουν ίχνος ενοχής, ντροπής, μετα­μέ­λειας, συγ­γνώ­μης. Και αν το λένε δεν το νιώθουν, είναι τόσο άδειες οι ψυχές τους. Τρει­σή­μισι ώρες μπο­ρού­σαν να σώσουν το παιδί μου και δεν το έκαναν, δεν το πήγαν στο νοσο­κο­μείο. Και θα μου πουν συγ­γνώμη και εγώ θα πω “αχ! Μου ζήτησαν συγ­γνώμη, μπράβο, σάς συγχωρώ”. Την κούκλα που πέταξαν μέσα στα κρύα νερά ας πάνε να τη ζωντα­νέ­ψουν και θα τους δώσω δέκα συγ­γνώ­μες!».

Φωτο­γρα­φίες της Ελένης μαζί με άλλες της οικο­γέ­νειας δίπλα στο παρά­θυρο, σαν εικο­νο­στάσι, πλάι σε σκίτσα, ποι­ή­ματα και εικόνες αγίων.
«Πιστεύω στον Χριστό και στον Θεό, όμως η πίστη μου κλο­νί­στηκε»
Από την οικία της οικο­γέ­νειας Τοπα­λούδη είναι ξεκά­θαρο πως υπάρχει πίστη στον Θεό. Τους ρωτώ αν δοκι­μά­στηκε. «Πιστεύω στον Χριστό και στον Θεό, όμως η πίστη μου κλο­νί­στηκε. Σκέ­φτο­μαι καμιά φορά ότι αν το κύμα ή ο άνεμος ήταν αλλιώς, τότε το σώμα της Ελένης δεν θα βρι­σκό­ταν ποτέ. Ισως ήταν θέλημα Θεού, να φυσήξει, να αλλάξει, να γυρίσει προς τα μέσα και να βρουν το άψυχο σώμα της, να φτά­σουμε να κάνουμε και την κηδεία της, να φτά­σουμε στα δικα­στή­ρια, να ανα­κα­λύ­ψουμε τους δράστες. Είμαι χρι­στια­νός, αλλά το να είμαι σωστός χρι­στια­νός είναι πάρα πολύ δύσκολο. Το πιο εύκολο που προ­σπα­θούμε και οι δύο είναι να είμαστε σωστοί άνθρω­ποι», λέει ο πατέρας τής Ελένης. Η Κούλα λέει ότι πηγαί­νει στην εκκλη­σία κάθε Παρα­σκευή αλλά αισθά­νε­ται οργή: «Εγώ είμαι θυμω­μένη με τον Θεό, δεν προ­σεύ­χο­μαι. Επι­λε­κτι­κός είναι ο Θεός; Αλλα πλά­σματά του τα αγαπάει και τα πονάει και άλλα δεν τα αγαπάει και δεν τα πονάει; Γιατί ενώ ήξερε τις βουλές των δύο βιαστών –αυτός δίνει μυαλό τους ανθρώ­πους– ήξερε τους σκοπούς αυτών των δύο τεράτων, γιατί δεν δημιούρ­γησε ένα ατύχημα εκείνο το βράδυ; Οταν ο Λουτσάι και του Κού­κουρα ο γιος πηγαί­νανε το παιδί μου στους Πεύκους; Γιατί δεν δημιούρ­γησε ένα ατύχημα, σακα­τε­μένα να τα πηγαί­νανε στο νοσο­κο­μείο της Ρόδου; Μου λένε και το άλλο το οικτρό, ότι τη διάλεξε ο Θεός γιατί αυτή ήταν η απο­στολή της Ελένης τελικά, να δείξει πόσο σαθρή είναι η κοι­νω­νία μας και πόσο σάπια.
»Ξέρω πως δεν υπάρ­χουν ηθικοί φραγμοί, αγάπη, σεβα­σμός, έλεος, λύπη, σφιχτές αγκα­λιές αλλά υπο­κρι­σία. Εύκολα απορ­ρί­πτουμε, κατα­δι­κά­ζουμε, δεν απο­δε­χό­μα­στε. Ολοι μας έχουμε κλει­στεί στα καβού­κια, στα σπίτια μας. Δεκάρα δεν δίνουμε αν δίπλα θα κοπεί και μια γυναίκα, αν υπο­φέ­ρουν παιδιά, οτι­δή­ποτε, δεν το
καταγ­γέλ­λουμε. Αυτό έκαναν και στη Ρόδο. Ενώ βλέπανε τη βία και την επι­θε­τική συμπε­ρι­φορά έλεγαν, “εγώ θα βγάλω το φίδι από την τρύπα; Δεν βαριέ­σαι…”. Σταυ­ρο­κο­πιό­νταν κιόλας που δεν συνέβη σε δικό τους παιδί. Και έγινε σε ένα παιδί από την επαρχία, το Διδυ­μό­τειχο, ένα παιδί μιας άλλης οικο­γέ­νειας. Ναι, αλλά όσες φορές δεν κοιτάμε κατά­ματα την αλήθεια και ανα­τρέ­φουμε μάγκες, νταήδες βαρύ­μα­γκες, κάποιο σπίτι στην ελλη­νική κοι­νω­νία θα κλαίει μια Ελένη. Τώρα συνέβη στο δικό μου σπίτι, αύριο μπορεί να συμβεί στο σπίτι του άλλου. Εγώ, εσύ και όλοι μαζί κάνουμε το σύνολο που λέγεται κοι­νω­νία. Η συνε­νοχή είναι έγκλημα, είναι θάνατος, κακο­ποί­ηση, βιασμός. Πρέπει όλοι να νοια­ζό­μα­στε ο ένας για τον άλλον, να έχουμε δηλαδή μια αγκαλιά ο ένας για τον άλλο, γιατί δεν ξέρουμε το δικό μας αύριο. Και τελικά απο­δεί­χθηκε από τη δική μου την τρα­γω­δία πως τίποτε δεν θεω­ρεί­ται σταθερό και δεδο­μένο και μόνιμο. Ηρθε μια νύχτα και μου ανέ­τρεψε τη ζωή χρόνων και με έστειλε στα τάρταρα. Να ζω στη μαυρίλα, να μην υπάρχει χρώμα στη ζωή μου, να μην υπάρ­χουν όνειρα, αισιο­δο­ξία, τίποτα».
Η συζή­τηση τελεί­ωσε, η ατμό­σφαιρα ήταν βαριά, τα τασάκια γεμάτα. «Ελα να σου δείξω κάτι», μου λέει ο Γιάννης Τοπα­λού­δης και με βγάζει στο μπαλ­κόνι που βρί­σκε­ται στον δεύτερο όροφο. Μπροστά μας φαι­νό­ταν μια τερά­στια φωλιά πελαρ­γών στον γει­το­νικό στύλο της ΔΕΗ, με το ζευγάρι των πτηνών να φρο­ντί­ζει δύο νεοσ­σούς. Μου τους έδειξε σχεδόν με καμάρι. «Υπάρχει και κάτι ακόμα», συνέ­χισε. Με πήρε από το μπράτσο και με έβαλε να σκύψω προ­σε­κτικά σε μια τυφλή γωνία της βερά­ντας για να δω ένα νεο­γέν­νητο περι­στε­ράκι. Ηταν μια μπάλα με φτερά, μάτια και ράμφος, που με κοίταζε εξε­τα­στικά. «Το προ­σέ­χουμε και αυτό» είπε ο πατέρας και χαμή­λωσε τα μάτια του, για να μη φανεί η συγκί­νησή του.
Συμπα­ρά­σταση
Το κρίσιμο θέμα για την Κούλα Τοπα­λούδη είναι το κατά πόσον λει­τουρ­γούν τελικά η αστυ­νο­μία και η Δικαιο­σύνη στις περι­πτώ­σεις βιασμών. «Αυτόν τον καιρό μπαίνω μέσα στον υπο­λο­γι­στή και ψάχνω. Υπάρχει ο βιασμός της Αμα­ρύν­θου της Χαλ­κί­δας με μια 15χρονη Βουλ­γάρα, μια περί­πτωση στην Ξάνθη, και όχι μόνο, όπου οι βιαστές τη γλι­τώ­νουν ή πέφτουν στα μαλακά. Αυτό το ζήτημα είναι πολύ σημα­ντικό για να μείνει έτσι», υπο­γραμ­μί­ζει. Κατά τη διάρ­κεια της δίκης, το κύμα συμπα­ρά­στα­σης που δέχθη­καν ήταν τερά­στιο. Ανάμεσα στους εκα­το­ντά­δες πολίτες, ήταν και γονείς των οποίων τα παιδιά είχαν πέσει θύματα βιασμού: «Υπάρ­χουν μάνες που έχουν ταυ­τι­στεί μαζί μου, μάνες τα παιδιά των οποίων πέρασαν παρό­μοιες ή λιγό­τερο οδυ­νη­ρές κατα­στά­σεις και ζητάνε τις συμ­βου­λές μας. Υπάρ­χουν γυναί­κες άγνω­στες εντελώς, από το πουθενά, οι οποίες ήταν πάντα καθη­με­ρινά σε επαφή μαζί μου, που θεωρώ ότι γίνανε αδελφές μου. Αγνω­στοι άνθρω­ποι από τις πρώτες μέρες μάς έστελ­ναν μηνύ­ματα συμπα­ρά­στα­σης ηλε­κτρο­νικά, επι­στο­λές, γλά­στρες με λου­λού­δια, εικόνες»…
Πηγή : kathimerini.gr
Φωτο­γρα­φίες: ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΑΒΡΑΜΙΔΗΣ

Πώς σας φάνηκε το άρθρο;

Ένα πάτημα, χωρίς λογαριασμό. Μία ψήφος ανά συσκευή.

Σχολιασμός άρθρου

Προσθέστε ένα σχόλιο

Εμφανίζεται μετά από έγκριση · το e-mail δεν δημοσιεύεται0 / 2000

Τα σχόλια εκφράζουν τον σχολιαστή, όχι τη Δημοκρατική. Όροι σχολιασμού

Τα σχόλια εκφράζουν αποκλειστικά τον εκάστοτε σχολιαστή. Η Δημοκρατική δεν υιοθετεί αυτές τις απόψεις. Διατηρούμε το δικαίωμα να διαγράψουμε όποια σχόλια θεωρούμε προσβλητικά ή περιέχουν ύβρεις, χωρίς καμία προειδοποίηση. Χρήστες που δεν τηρούν τους όρους χρήσης αποκλείονται. Τα σχόλια δημοσιεύονται μετά από έγκριση· το e-mail δεν δημοσιεύεται.

Γίνετε ο πρώτος που θα σχολιάσει.