Συνέντευξη στη
Μαίρη Φώτη

Η «Αννα», βίωσε την κακοποίηση από μικρή ηλικία, μέχρι που στην εφηβεία αποφάσισε να μιλήσει για όσα της συνέβαιναν και δεν μπορούσε ως παιδί να αποκωδικοποιήσει.
Με αφορμή μια άλλη συνέντευξη πριν από περίπου δύο χρόνια στην «δημοκρατική» αλλά και την τραγική κατάληξη της φοιτήτριας Ελένης Τοπαλούδη, η 39χρονη σήμερα μητέρα δύο παιδιών, μιλά στην «δ» για τη δική της τραυματική εμπειρία αλλά και για τους λόγους που την οδήγησαν να μιλήσει γι αυτό.
Όπως λέει, πολλά συμβαίνουν πίσω από κλειστές πόρτες αλλά και επειδή πολλά στόματα παραμένουν κλειστά, γι αυτό θα πρέπει να ενημερώσουμε και να εκπαιδεύσουμε τα παιδιά μας να μιλούν γι αυτά που τους συμβαίνουν χωρίς να τα φορτώνουμε ενοχές κι έχοντας μια αγκαλιά ανοιχτή ως κοινωνία.

• Θέλω να σε ρωτήσω, ξεκινώντας την συνέντευξη, πώς πήρες την απόφαση να μιλήσεις σήμερα δημοσίως, έστω και χωρίς να δημοσιοποιήσεις τα στοιχεία σου.
Είχα διαβάσει την συνέντευξη της Μαρίας που έδωσε σε εσάς. Η Μαρία είχε μιλήσει για την κακοποίηση από τον σύντροφό της επί 2,5 χρόνια και πώς κατάφερε να ξεφύγει με την βοήθεια δικών της ανθρώπων. Το μήνυμα που ήθελε να περάσει είναι ότι υπάρχει τρόπος να βγει κάποιος από τον κύκλο της βίας. Τη διάβαζα και την ξαναδιάβαζα και μου θύμισε σε πολλά σημεία τον εαυτό μου. Αυτό θέλω να πω σήμερα κι εγώ, ότι υπάρχει τρόπος και ότι η βία έχει πολλά πρόσωπα. Μετά, ήρθε η υπόθεση της Ελένης.

• Αναφέρεσαι στη δολοφονία της φοιτήτριας;
Ναι. Σκέφτηκα ότι αν είχε μιλήσει, ίσως να μην είχε αυτή την τραγική κατάληξη. Είμαι κι εγώ θύμα της βίας αλλά σήμερα στέκομαι στα πόδια μου. Όμως αν είχα συνειδητοποιήσει νωρίτερα ότι μπορώ να ζητήσω βοήθεια, ή αν είχα στραφεί για βοήθεια σε δικούς μου ανθρώπους, ίσως να μην είχα αργήσει τόσο να ξεκινήσω τη ζωή μου από την αρχή.

• Η συνέντευξη της Μαρίας, δημοσιεύτηκε τον Ιούνιο του 2017, η άτυχη φοιτήτρια δολοφονήθηκε τον περασμένο Νοέμβριο.
Ναι. Μου πήρε λίγο χρόνο μέχρι να αποφασίσω να έρθω σε επικοινωνία μαζί σας. Όμως διαβάζω στις εφημερίδες όλο και περισσότερα περιστατικά κακοποίησης και σκέφτομαι ότι υπάρχουν άλλα τόσα που δεν δημοσιοποιούνται, όπως η δική μου περίπτωση, και ίσως αυτά τα παιδιά να θέλουν βοήθεια και να μην ξέρουν από πού να τη ζητήσουν, πού να πάνε… Στα παιδιά θέλω να απευθυνθώ αλλά και στους γονείς. Να μην έχουν εμπιστοσύνη ούτε σε φίλους, ούτε σε συγγενείς και οι γονείς να μάθουν να ακούνε τα παιδιά τους.

• Θύμα βίας άρα στην παιδική σου ηλικία.
Ναι. Μέχρι και την εφηβεία.

• Σωματική βία;
Ο,τι αφορά το σώμα που συμβαίνει χωρίς να το θέλεις, είναι σωματική βία. Ο,τι γίνεται χωρίς να συμφωνείς είναι βία. Πόσω μάλλον όταν μιλάμε για ένα παιδί, που δεν μπορεί να υπερασπιστεί τον εαυτό του. Ούτε έχει την σωματική δύναμη να το κάνει, ούτε την κρίση να αντιληφθεί ότι αυτό που του συμβαίνει είναι βία. Ετσι κι εγώ, δεν μπορούσα να καταλάβω τότε τι ακριβώς συνέβαινε. Μέχρι που μεγάλωσα. Και άρχισα να καταλαβαίνω ότι κάτι δεν πάει καλά. Λίγο οι πόρτες που κλείδωναν, λίγο που έπρεπε να μιλάω ψιθυριστά. Ε μετά, βλέποντας τηλεόραση καταλαβαίνεις ότι κάποια πράγματα είναι πέραν του φυσιολογικού και πέραν του επιτρεπτού ανάμεσα σε ανήλικο και ενήλικα. Ιδίως όταν μιλάμε για συγγενή που εκμεταλλεύεται πρόσωπα και καταστάσεις και κυρίως την απουσία των γονιών.

• Να τολμήσω να ρωτήσω αν μιλάς για σεξουαλική κακοποίηση;
Ναι, γι αυτό μιλάω. Για αυτό αποφάσισα να μιλήσω. Γιατί ισχύει αυτό που λένε ότι «συμβαίνει και στις καλύτερες οικογένειες». Η δική μου οικογένεια, είναι μια φυσιολογική οικογένεια. Οι γονείς μου δούλευαν για να μην λείψει τίποτα σε εμένα και στα αδέλφια μου, φρόντιζαν την οικογένειά τους αλλά δεν ήξεραν τι συμβαίνει μέσα στην οικογένειά τους. Καμία φορά σκέφτομαι ότι θα έπρεπε να είχαν μεγαλύτερη αντίληψη, άλλες φορές πάλι τους δικαιολογώ. Πώς να πάει το μυαλό σου ότι το αίμα σου, μπορεί να απλώσει χέρι στο παιδί σου;

• Συγγενής, άρα υπεράνω υποψίας.
Συγγενής, ναι. Υπεράνω υποψίας, μέχρι αποδείξεως του εναντίου.

• Πότε πήρες την απόφαση να αντιμετωπίσεις αυτό που σου συνέβαινε;
Στην εφηβεία μου, εκεί γύρω στα 12 με 13. Είχα πολλές τύψεις. Δεν ήξερα αν έπρεπε να το πω, διότι σκεφτόμουν ότι θα στενοχωρήσω τους δικούς μου, δεν ήξερα κιόλας αν θα με πιστέψουν. Ο άνθρωπος αυτός με απειλούσε ότι αν μιλήσω θα μου κάνει κακό. Βασάνιζα το μυαλό μου πολύ καιρό. Δεν άντεξα άλλο αυτό που συνέβαινε και αποφάσισα να το πω στην μεγαλύτερή μου αδελφή. Εγώ είμαι το δεύτερο παιδί κι έχω κι έναν αδελφό μικρότερο. Η αδελφή μου το είπε στη μαμά μου. Η μαμά, έχοντας μεγαλώσει με άλλη νοοτροπία και άλλη αντίληψη, σε ένα μικρό χωριό, επέλεξε τότε να μην το μάθει κανείς άλλος. Ούτε καν ο μπαμπάς μου. Κι έτσι το ξέραμε εγώ, η αδελφή μου και η μαμά μου. Και το κατάλαβε κι αυτός, ο συγγενής, γιατί η μαμά μου δεν μας άφησε ξανά ποτέ μόνες μαζί του. Ειχαν προσφερθεί με τη σύζυγό του, να μας φροντίζουν υποτίθεται, τις ώρες που δούλευαν οι γονείς μου. Με τον συγγενή αυτό μετά συναντιόμασταν μόνο σε γιορτές υπό το βλέμμα πάντα της μαμάς μου, που δεν μας άφηνε ούτε εμένα ούτε την αδελφή μου να τον πλησιάσουμε. Όμως, μεγαλώνοντας, δεν έφυγε ποτέ από τη σκέψη μου η κουβέντα της μαμάς μου ότι πρέπει να μείνει κρυφό, μυστικό γιατί είναι «κακό». Ετσι πέρασαν τα χρόνια, μεγάλωσα με κάτι που ήταν «κακό» αλλά δεν κατάλαβα ποτέ γιατί είναι κακό για μένα και όχι κακό για τον ίδιο. Ούτε κατάλαβα γιατί έπρεπε να το κρατήσω κρυφό ακόμα και από τον πατέρα μου. Εγώ ήθελα να με υπερασπιστεί κάποιος, να ξεμπροστιάσω αυτόν τον άνθρωπο και να πάθει ο,τι του αξίζει. Με τον τρόπο της νόμιζε ότι με προστάτευε, τόσα ήξερε τόσα έκανε άσχετα αν εγώ περίμενα κάτι άλλο. Η Ρόδος είναι μια μικρή κλειστή κοινωνία, είτε ζεις στο χωριό είτε στην πόλη. Και σκεφτόμαστε πρώτα την «ρετσινιά» και μετά την ουσία. Όμως σήμερα, που είμαι 39 χρονών και μητέρα πια, θέλω να πω ότι είναι λάθος αυτή η νοοτροπία. Καταστρέφονται παιδιά για να μην μάθει ο περίγυρος την αλήθεια και τα στιγματίσει, κι αυτοί οι άρρωστοι άνθρωποι είναι ελεύθεροι. Και το λέω, γιατί αυτά δεν συμβαίνουν μόνο στην τηλεόραση, μπορεί να συμβαίνει και στο διπλανό σπίτι, ή μπορεί και στο δικό μας σπίτι. Πρέπει και οι γονείς να μάθουν να αντιδρούν σωστά σε τέτοια περιστατικά, να μην τα κουκουλώνουν αλλά να γίνονται βράχοι και στήριγμα στα παιδιά τους. Πρέπει να εκπαιδευτούν και οι δάσκαλοι να αναγνωρίζουν τα σημάδια στα παιδιά που κακοποιούνται. Κι επειδή αυτή τη στιγμή μπορεί να μας διαβάζουν κορίτσια ή και αγόρια που έχουν υποστεί κακοποίηση, όποιας μορφής κακοποίηση, θέλω να τους πω να μην ντρέπονται και να μην φοβούνται να το καταγγείλουν. Εγώ έζησα τη μισή μου ζωή μέσα στον φόβο και στην ντροπή, αντί αυτά τα συναισθήματα να τα φορτωθεί εκείνος που προκάλεσε το κακό. Για αυτό αποφάσισα να σας μιλήσω. Εστω κι ανώνυμα. Πρέπει να εκπαιδεύσουμε τα παιδιά μας να ζητάνε βοήθεια και εμείς οι γονείς βέβαια να είμαστε σε θέση να τα βοηθήσουμε.

• Είναι χειμαρρώδης ο λόγος σου.
Δεν αντέχω άλλο να διαβάζω και να ακούω για παιδιά που κακοποιούνται. Εχω αρρωστήσει με την ιστορία της Ελένης, έκανα πολλές μέρες να κοιμηθώ. Σκέφτομαι ότι τα παιδιά μου σε λίγα χρόνια θα φύγουν για σπουδές και θέλω να ξέρουν πού θα απευθυνθούν αν συμβεί οτιδήποτε κι εγώ και ο μπαμπάς τους δεν είμαστε εκεί. Σκέφτομαι, πόσες άλλες περιπτώσεις θα παραμένουν κρυμμένες και πόσα άλλα παιδιά θα περιμένουν κάποιον να βάλει τέλος στο μαρτύριό τους… Αυτή είναι η ευθύνη μας ως κοινωνία, να προστατεύουμε τους αδύναμους όχι να τους κρύβουμε.

• Σήμερα πώς είναι η ζωή σου;
Σήμερα είμαι μητέρα, ζω εκτός Ρόδου λόγω επαγγελματικών υποχρεώσεων αλλά ερχόμαστε για διακοπές τα καλοκαίρια, τις γιορτές. Να βλέπουν τα παιδιά τα ξαδέλφια τους και τους παππούδες. Είμαι καλά, αν αυτό εννοείς, επειδή αναζήτησα βοήθεια όταν τελείωσα το σχολείο και είχα δικά μου χρήματα για να απευθυνθώ σε έναν ειδικό. Σε ψυχολόγο πήγα. Αυτό με βοήθησε να προχωρήσω τη ζωή μου παρακάτω και να έχω μια υγιή οικογένεια. Εμπιστοσύνη όμως δεν έχω σε κανέναν και δεν αφήνω τα παιδιά μου χωρίς εποπτεία και χωρίς παρακολούθηση. Ο σύζυγός μου το κατανοεί, γιατί ξέρει… Αλλά σημασία έχει να είναι προστατευμένα όλα τα παιδιά. Κι όσοι ξέρουν ή αντιλαμβάνονται ότι μπορεί κάτι να συμβαίνει, να ανοίγουν το στόμα τους. Να μην θυσιάζουν αθώες ψυχές για το τι θα πει ο κόσμος, αυτό θέλω να γίνει αντιληπτό μέσα από αυτή τη συνέντευξη και σας ευχαριστώ που μου δώσατε την ευκαιρία. Αν η Ελένη Τοπαλούδη και η κάθε Ελένη, ήξερε πού να απευθυνθεί, σε ποια αρχή, σε ποιον φορέα και αν ήξερε ότι θα την αγκάλιαζαν με αγάπη, μπορεί να είχε μιλήσει για αυτά που της συνέβαιναν. Μπορεί το κορίτσι να είχε σωθεί. Όπως και η 19χρονη μετά που κατήγγειλε το βιασμό της. Ενημέρωση χρειάζεται και αγάπη. Η κοινωνία μας έχει διαβρωθεί, και δεν αναφέρομαι μόνο στη Ρόδο, αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι δεν υπάρχουν άνθρωποι, ότι δεν υπάρχουν δομές, ότι δεν υπάρχουν λύσεις. Υπάρχουν. Αλλά πρέπει να μάθουμε στα παιδιά μας να επικοινωνούν, να βάζουν όρια, να είναι υποψιασμένα και να τα απαλλάξουμε από ενοχές που εμείς, η κοινωνία μας, αδίκως τους φορτώσαμε.

Σχολιασμός άρθρου

ΠΡΟΣΦΑΤΑ ΑΡΘΡΑ