Να ξεκινήσουμε από πρόσφατα. Από τις πολλές προεκλογικές περιόδους που ζήσαμε τελευταία. Ακούσαμε να συζητούν σχεδόν για τα πάντα. Εκτός από ένα. Την αντοχή που δείχνει το νεοναζιστικό μόρφωμα παρά τα όσα έχουν αποκαλυφθεί για τη δράση και ιδεολογία του. Είναι ένα εντυπωσιακό φαινόμενο, είναι ένα ανησυχητικό φαινόμενο, αλλά ως φαίνεται ο δημόσιος διάλογος δεν έχει πια λόγια καταδίκης γι’ αυτό. Αγνοείται μία από τις πιο επικίνδυνες εκφράσεις της νεοελληνικής κοινωνίας. Εκτός και αν οι πολιτικές δυνάμεις αποφασίσουν να περιλάβουν στην ατζέντα τους και αναφορές για τον κίνδυνο από το συγκεκριμένο τέρας.
Εκτός αν σκεφτούν πως ότι κι αν συμβαίνει σ’ αυτή τη χώρα, δεν της ταιριάζει να παίρνουν την τρίτη θέση οι νεοφασίστες με τον μισό κώδικα ποινικής δικονομίας στην πλάτη τους. Εκτός και αν δώσουν μια μικρή έστω σημασία στον επικίνδυνο αυτό εσμό και αγνοήσουν το όποιο πολιτικό κόστος υπάρχει, αποδοκιμάζοντας με ευθύ τρόπο. Όσο κι αν πολιτικές συμπεριφορές κομμάτων και προσώπων έχουν παίξει ρόλο στην ανάδειξη αυτού του φρικαλέου φαινομένου, όσο κι αν κάποιοι ερωτοτρόπησαν πολιτικά μαζί τους, υπάρχει σήμερα απόλυτη ανάγκη μαζικής καταδίκης τους.
Που σημαίνει και χωρίς να μπούμε στη συζήτηση ποιος έχει ή δεν έχει δίκιο, σε όσα λέγονται μετά την αμπελοφιλοσοφία Φίλη, ότι καλώς και μια χαρά υπήρχε το αδιαπραγμάτευτο δημοκρατικό δικαίωμα να συζητούν και ο καθένας σε έναν δημόσιο διάλογο να εκφέρει την άποψή του.
Όλα αυτά, μέχρι προχθές στο Σύνταγμα που εμφανίσθηκαν οι τραμπούκοι, οπότε τα καλά και τα στραβά της Δημοκρατίας μας σταματούν και αρχίζει να χορεύει το τέρας γύρω της. Από εκείνη τη στιγμή έπρεπε να μας βρίσκει όλους ενωμένους εναντίον του και όχι να παρουσιάζουμε το θλιβερό θέαμα, πρωτοστατούντων των αρχηγών του ΠΑΣΟΚ και της Νέας Δημοκρατίας και της κυβερνητικής εκπροσώπου. Δηλαδή τι εννοούν με όσα ειπώθηκαν; Οτι θα μετράμε τα λόγια μας, όχι για να μην προσβάλουμε ή να μην αδικήσουμε τους πολιτικούς αντιπάλους μας, ή την Ιστορία μας ή την ίδια την Δημοκρατία μας, αλλά γιατί φοβόμαστε τους ναζί; Κι εκεί στον ΣΥΡΙΖΑ ξεχνούν εύκολα και επιδίδονται σε κορώνες, σαν αυτές, όταν επωαζόταν το γιγάντωμα της φασιστικής βίας στις πλατείες και τα πεζοδρόμια. Ξεχνούν ότι ήσαν εκείνοι που ανακάλυπταν άτοπους συμψηφισμούς, γιατί έκαναν το ίδιο λάθος που κάνει η σημερινή αντιπολίτευση. Πόλεμο στην κυβέρνηση με κάθε μέσον, ακόμα και με ανοχή στη βία. Ανοχή στο τέρας.
Κι εδώ πάει ο Μάνος Χατζιδάκης: «Όποιος δεν φοβάται το πρόσωπο του τέρατος, πάει να πει ότι του μοιάζει (…) Η πιθανή προέκταση του αξιώματος είναι, να συνηθίσουμε τη φρίκη, να μας τρομάζει η ομορφιά (…) Η υποταγή ή ο εθισμός σε μια τέτοια συνύπαρξη, ή συνδιαλλαγή, δεν προκαλεί τον κίνδυνο της αφομοίωσης ή της λήθης, του πως πρέπει, του πως οφείλουμε να σκεφτόμαστε, να πράττουμε και να μιλάμε; Αναμφισβήτητα αρχίσαμε να το ανεχόμαστε. Και η ανοχή, πολλαπλασιάζει τα ζώα στη δημόσια ζωή, τα ισχυροποιεί και τα βοηθά να συνθέσουν με ακρίβεια τη μορφή του τέρατος που προΐσταται, ελέγχει και μας κυβερνά. Η μορφή του τέρατος είναι αποκρουστική. Όταν όμως το πρόσωπο του τέρατος πάψει να μας τρομάζει, τότε πρέπει να φοβόμαστε… γιατί αυτό σημαίνει ότι έχουμε αρχίσει να του μοιάζουμε.»

Σχολιασμός άρθρου

ΠΡΟΣΦΑΤΑ ΑΡΘΡΑ