ΕΙΔΗΣΕΙΣ

Η «προίκα» των μνημείων στην κοινωνία

news room 6 λεπτά ανάγνωση
Μουσείο

Ανοιχτά μουσεία, «υιο­θε­σίες» μνη­μείων και πολίτες απο­φα­σι­σμέ­νοι να δια­σώ­σουν την πολι­τι­στική τους κλη­ρο­νο­μιά, νέες θέσεις εργα­σίας και βιώσιμη ανά­πτυξη: η συζή­τηση για τη δημόσια αρχαιο­λο­γία εκτυ­λίσ­σε­ται σε πολλά επίπεδα, πάντοτε όμως με άξονα τη σύνδεση των αρχαιο­λο­γι­κών μου­σείων και μνη­μείων με τη ζωή κάθε τόπου.

Οι Ελληνες αρχαιο­λό­γοι δεν έχουν μείνει ανε­πη­ρέ­α­στοι από τη διεθνή τάση των επι­στη­μό­νων να εγκα­τα­λεί­πουν τους «γυά­λι­νους πύργους» τους για να εξε­τά­σουν την αλλη­λε­πί­δραση του έργου τους με την κοι­νω­νία. Αλλωστε, το εγχώριο κοινό λατρεύει να μαθαί­νει, να υπε­ρη­φα­νεύ­ε­ται ή να δια­φω­νεί για το παρελ­θόν του, ενίοτε φτά­νο­ντας στα όρια της συλ­λο­γι­κής «εμμονής», όπως στην περί­πτωση της Αμφί­πο­λης. Επι­πλέον, κανένας δεν αμφι­σβη­τεί πως η αρχαιο­λο­γική κλη­ρο­νο­μιά απο­τε­λεί πολύ­τιμο «κεφά­λαιο» για τη χώρα σε μια δύσκολη οικο­νο­μική συγκυ­ρία.

Απτή από­δειξη των αλλαγών που συντε­λού­νται εντός και εκτός επι­στη­μο­νι­κής κοι­νό­τη­τας, το πρώτο ελλη­νικό Συνέ­δριο Δημό­σιας Αρχαιο­λο­γίας που πραγ­μα­το­ποι­ή­θηκε πρό­σφατα στο Πανε­πι­στή­μιο Κρήτης με τη συμ­με­τοχή πανε­πι­στη­μια­κών, αρχαιο­λό­γων του υπουρ­γείου, ανθρώ­πων των μου­σείων και της εκπαί­δευ­σης, ξεναγών, επι­χει­ρη­μα­τιών και εκπρο­σώ­πων από πρω­το­βου­λίες πολιτών και την Τοπική Αυτο­διοί­κηση. Λίγες ημέρες νωρί­τερα, πενήντα φοι­τη­τές και καθη­γη­τές από τη Σουηδία, την Ισπανία, την Πολωνία και την Ελλάδα παρα­κο­λού­θη­σαν εντα­τικά μαθή­ματα δημό­σιας αρχαιο­λο­γίας στο Πανε­πι­στή­μιο Κρήτης και πραγ­μα­το­ποί­η­σαν επι­σκέ­ψεις σε χώρους όπως η Σπι­να­λό­γκα και η Κνωσός, στο πλαίσιο του ευρω­παϊ­κού προ­γράμ­μα­τος για την Ανά­πτυξη Και­νο­τό­μων Μεθόδων για τη Διδα­σκα­λία της Δημό­σιας Αρχαιο­λο­γίας, το οποίο ολο­κλη­ρώ­θηκε με το συνέ­δριο. Σημειω­τέον ότι το Πανε­πι­στή­μιο Κρήτης είναι το μόνο στην Ελλάδα όπου η δημόσια αρχαιο­λο­γία προ­σφέ­ρε­ται ως σεμι­να­ριακό μάθημα.

Κοι­νω­νική ευθύνη

«Το συνέ­δριο έφερε κοντά δια­φο­ρε­τι­κές κοι­νό­τη­τες ανθρώ­πων που ερευ­νούν ή εργά­ζο­νται για την οργα­νική σύνδεση της αρχαιο­λο­γίας με την κοι­νω­νία και την ανά­πτυξη», υπο­γραμ­μί­ζει η υπεύ­θυνη της διορ­γά­νω­σης και ανα­πλη­ρώ­τρια καθη­γή­τρια του Τμή­μα­τος Ιστο­ρίας και Αρχαιο­λο­γίας του Πανε­πι­στη­μίου Κρήτης, Νένα Γαλα­νί­δου. «Γιατί η αρχαιο­λο­γική επι­στήμη είναι μεν υπόθεση των επι­στη­μό­νων, όμως δεν έχουν μόνο οι επι­στή­μο­νες ενδια­φέ­ρον, λόγο και δικαί­ωμα να ασχο­λού­νται με τα “αρχαία”. Είναι και οι πολίτες που με τον τρόπο τους συμ­με­τέ­χουν στην προ­στα­σία και την αξιο­ποί­ηση της αρχαιο­λο­γι­κής κλη­ρο­νο­μιάς», συνε­χί­ζει.

Ως ακα­δη­μαϊκό αντι­κεί­μενο, η δημόσια αρχαιο­λο­γία δεν περιο­ρί­ζε­ται στην εκλα­ΐ­κευση της επι­στη­μο­νι­κής γνώσης, αλλά μελετά τη σχέση της αρχαιο­λο­γίας με την κοι­νω­νία. Πρό­κει­ται, δηλαδή, για ένα είδος «μετα­αρ­χαιο­λο­γίας» ή, όπως το θέτει η κ. Γαλα­νί­δου, για αρχαιο­λο­γία με κοι­νω­νική ευθύνη. «Η πρω­το­τυ­πία του συνε­δρίου συνί­στα­ται στο ότι η συζή­τηση για την “προίκα” της αρχαιο­λο­γίας, που με την υλική της υπό­σταση είναι παντα­χού παρούσα, πέρασε για πρώτη φορά τη θύρα του ελλη­νι­κού πανε­πι­στη­μίου. Κάτω από τον ερευ­νη­τικό μας φακό θέσαμε έννοιες όπως ο δημό­σιος χώρος, το δημόσιο συμ­φέ­ρον, ο επι­κοι­νω­νια­κός ρόλος της αρχαιο­λο­γίας, οι κοι­νω­νι­κές επι­πτώ­σεις των αρχαιο­λο­γι­κών έργων, η σχέση αρχαιο­λο­γίας και του­ρι­σμού».

Αν τα πανε­πι­στή­μια συμ­βά­λουν στη συζή­τηση για τη δημόσια αρχαιο­λο­γία ανα­γνω­ρί­ζο­ντάς την ως ερευ­νη­τικό πεδίο, τα μουσεία και οι εφο­ρείες αρχαιο­τή­των την εφαρ­μό­ζουν στην πράξη με συμ­με­το­χι­κές δράσεις και εκπαι­δευ­τικά προ­γράμ­ματα. Από την επι­τυ­χία θεσμών όπως η Ημέρα Μου­σείων ή η αυγου­στιά­τικη παν­σέ­λη­νος, είναι προ­φα­νές ότι το ελλη­νικό κοινό δεν αισθά­νε­ται απο­κομ­μένο από τα μουσεία και τα μνημεία, απλά χρειά­ζε­ται μία καλή αφορμή για να τα επι­σκε­φθεί. «Από τις δεκα­ε­τίες ’70-’80 τα μουσεία του δυτικού κόσμου παύουν να είναι κλει­στοί ακα­δη­μαϊ­κοί χώροι και επι­χει­ρούν να βρεθούν σε διάλογο με την κοι­νω­νία», σημειώ­νει η διευ­θύ­ντρια του Εθνικού Αρχαιο­λο­γι­κού Μου­σείου, Μαρία Λαγο­γιάννη. «Αυτή τη στιγμή, κάθε νομός της χώρας δια­θέ­τει του­λά­χι­στον ένα ή δύο δημόσια αρχαιο­λο­γικά μουσεία, γιατί οι κάτοι­κοι κάθε περιο­χής θέλουν να έχουν άμεση επαφή με την ιστορία τους».

Στα άδυτα των εργα­στη­ρίων

Το τελευ­ταίο διά­στημα, το Εθνικό Αρχαιο­λο­γικό Μουσείο κατα­βάλ­λει σημα­ντική προ­σπά­θεια για να μετα­τρα­πεί σε ένα χώρο προ­σβά­σιμο και ελκυ­στικό. «Βγήκαμε από τα γραφεία μας και συζη­τή­σαμε με τους επι­σκέ­πτες, ακού­σαμε τις επι­θυ­μίες τους και προ­σπα­θή­σαμε να τις υλο­ποι­ή­σουμε», υπο­γραμ­μί­ζει η κυρία Λαγο­γιάννη. Από το περα­σμένο φθι­νό­πωρο, τέσ­σε­ρις ομάδες επι­σκε­πτών εξε­ρεύ­νη­σαν τα «άδυτα» των εργα­στη­ρίων συντή­ρη­σης στο πλαίσιο της δράσης «Ανοιχτό Μουσείο». «Είναι μια δύσκολη δράση, γιατί πρέπει να δια­κό­πτουμε τις εργα­σίες των συντη­ρη­τών και να μαζεύ­ουμε τις αρχαιό­τη­τες για λόγους ασφα­λείας», παρα­δέ­χε­ται η διευ­θύ­ντρια του Μου­σείου. «Ομως η ευχα­ρί­στηση των επι­σκε­πτών είναι πολύ μεγάλη. Ξεκι­νή­σαμε πιλο­τικά και προ­χω­ράμε, ωθού­με­νοι από το ενδια­φέ­ρον του κόσμου». Εξίσου επι­τυ­χη­μέ­νες έχουν απο­δει­χθεί δράσεις όπως οι συμ­με­το­χι­κές ανα­γνώ­σεις «Ας δια­βά­σουμε την Οδύσ­σεια» και το πρό­γραμμα «Αθέατο Μουσείο», το οποίο εστιά­ζει σε «κρυμ­μέ­νους» θησαυ­ρούς από τις μου­σεια­κές απο­θή­κες.

Για να εντα­χθεί όμως ένα μουσείο ή ένα μνημείο στη λίστα με τους δημο­φι­λείς προ­ο­ρι­σμούς μιας πόλης δεν αρκεί να διορ­γα­νώ­νει συναυ­λίες και ξενα­γή­σεις. Θα πρέπει κατ’ αρχάς να δημιουρ­γεί την εντύ­πωση ενός χώρου φιλό­ξε­νου και εναρ­μο­νι­σμέ­νου με το περι­βάλ­λον του. Εδώ ο ρόλος της αρχι­τε­κτο­νι­κής είναι καθο­ρι­στι­κός, υπο­γραμ­μί­ζει ο καθη­γη­τής του ΕΜΠ Βασίλης Γκα­νιά­τσας, ο οποίος επι­με­λή­θηκε τη βρα­βευ­μένη μελέτη για τη δημιουρ­γία αρχαιο­λο­γι­κού πάρκου στις Αστικές Πύλες του Πειραιά. Μέσω των αρχι­τε­κτο­νι­κών παρεμ­βά­σεων, από την οργά­νωση και περί­φραξη ενός χώρου έως την ένταξή του στην καθη­με­ρινή ζωή, τα μνημεία «ερμη­νεύ­ο­νται και το νόημά τους απο­δί­δε­ται στο κοινό», διευ­κρι­νί­ζει.

Για να κατα­νο­ή­σουμε πόσο οι αρχι­τε­κτο­νι­κές δια­μορ­φώ­σεις επη­ρε­ά­ζουν τη συνο­λική εντύ­πωση που μας δημιουρ­γεί ένα μνημείο, αρκεί να ανα­λο­γι­στούμε την περί­πτωση της Κνωσού. Χάρη στις (ασύμ­βα­τες με τα σημε­ρινά πρότυπα) εκτε­τα­μέ­νες ανα­στη­λώ­σεις του Εβανς, οι επι­σκέ­πτες φεύγουν έχοντας στο μυαλό τους την εικόνα μιας ολό­κλη­ρης μινω­ι­κής πόλης. Ως δείγμα ιδα­νι­κής σύγ­χρο­νης ανά­δει­ξης χώρου, ο κ. Γκα­νιά­τσας ανα­φέ­ρει την Ελεύ­θερνα, η οποία απο­τέ­λεσε και τον τιμώ­μενο χώρο του συνε­δρίου (οι εργα­σίες άνοιξαν με την ομιλία του καθη­γητή Νικό­λαου Στα­μπο­λίδη και ολο­κλη­ρώ­θη­καν με την ξενά­γηση στην αρχαία πόλη και στο μουσείο της).

«Τα μνημεία είναι η ταυ­τό­τητά μας»

Τον χώρο, που εξα­κο­λου­θεί να υπάρχει ανάμεσα στους αρχαιο­λό­γους και στην κοι­νω­νία, καλύ­πτουν οι πρω­το­βου­λίες πολιτών, δια­με­σο­λα­βώ­ντας για να φέρουν το ευρύ κοινό σε επαφή με την κλη­ρο­νο­μιά του τόπου του και ενίοτε επι­στρα­τεύ­ο­ντας τη βοήθειά του. «Τα μνημεία είναι η ιστορία μας, είναι η ταυ­τό­τητά μας, απο­τε­λούν έναν από τους δύο πυλώνες της ζωής. Ο ένας πυλώνας είναι η παρά­δοση και η εμπει­ρία μας για τον κόσμο και ο άλλος είναι η πρόοδος, η οποία βασί­ζε­ται στην εμπει­ρία. Αν το κοινό εισπρά­ξει την αξία των μνη­μείων, και εδώ είναι σημα­ντι­κός ο ρόλος της Δημό­σιας Αρχαιο­λο­γίας, γίνεται το ίδιο προ­στά­της των μνη­μείων» υπο­γραμ­μί­ζει ο Βασί­λειος Λαμπρι­νου­δά­κης, ομό­τι­μος καθη­γη­τής Κλα­σι­κής Αρχαιο­λο­γίας του Πανε­πι­στη­μίου Αθηνών και ιδρυ­τικό μέλος του Σωμα­τείου «Διάζωμα».

«Δεν αρκεί να επι­σκε­πτό­μα­στε τα μνημεία. Είναι σημα­ντικό να απο­τε­λούν παρά­γο­ντα της οικο­νο­μίας των περιο­χών τους, όχι μόνο μέσω του του­ρι­σμού αλλά και με άλλους τρόπους, όπως η σύνδεσή τους με την παρα­γω­γική δια­δι­κα­σία. Στο συνέ­δριο μίλησα για τις νέες προ­σεγ­γί­σεις που προωθεί και το “Διάζωμα”: οι πολι­τι­στι­κές δια­δρο­μές και τα αρχαιο­λο­γικά πάρκα», συνε­χί­ζει. «Ενα πάρκο που θα ανα­δει­κνύει το φυσικό περι­βάλ­λον και τα μνημεία προ­ω­θούμε στην Επί­δαυρο και σε αυτό το πλαίσιο θα ανα­δει­χθούν τα προ­ϊ­ό­ντα της περιο­χής. Για παρά­δειγμα, οι θεές της ελιάς ήταν Επι­δαύ­ριες και στο Ασκλη­πιείο υπάρχει ιερό όπου λατρεύ­ο­νταν. Κατα­λα­βαί­νετε τι ωραίο brand name θα ήταν για το λάδι της Επι­δαύ­ρου αν συν­δε­ό­ταν με αυτή την ιστορία».

Ενέρ­γειες πιο τοπικής κλί­μα­κας πραγ­μα­το­ποιού­νται αυτή τη στιγμή σε διά­φο­ρες περιο­χές της χώρας, με χαρα­κτη­ρι­στικό παρά­δειγμα το σωμα­τείο «Ανθη της Πέτρας», που δρα­στη­ριο­ποιεί­ται για τη διάσωση των έργων των Λαγκα­δι­νών μαστό­ρων της πέτρας και της τέχνης τους. «Είναι εντυ­πω­σιακή η αντα­πό­κριση του κόσμου. Υπάρ­χουν κάποιες κρυμ­μέ­νες δυνά­μεις στην κοι­νω­νία, οι οποίες αν υπάρξει το κατάλ­ληλο ερέ­θι­σμα μπορούν να ενερ­γο­ποι­η­θούν» υπο­γραμ­μί­ζει ο πρό­ε­δρος του Σωμα­τείου και καθη­γη­τής Ιατρι­κής, Γιάννης Τσια­ού­σης. Χάρη σε μια γεν­ναιό­δωρη χορηγία πολιτών, τα «Ανθη της Πέτρας» κατά­φε­ραν να αγο­ρά­σουν ένα παλιό αρχο­ντικό, όπου σχε­διά­ζουν να στε­γά­σουν ένα κέντρο παρα­δο­σια­κής αρχι­τε­κτο­νι­κής, ενώ τον Αύγου­στο διορ­γα­νώ­νουν ένα εργα­στή­ριο μαθη­τείας της τέχνης της πέτρας για νέους τεχνί­τες με τη συμ­με­τοχή μαστό­ρων και πανε­πι­στη­μια­κών.

Καθη­με­ρινή

Πώς σας φάνηκε το άρθρο;

Ένα πάτημα, χωρίς λογαριασμό. Μία ψήφος ανά συσκευή.

Σχολιασμός άρθρου

Προσθέστε ένα σχόλιο

Εμφανίζεται μετά από έγκριση · το e-mail δεν δημοσιεύεται0 / 2000

Τα σχόλια εκφράζουν τον σχολιαστή, όχι τη Δημοκρατική. Όροι σχολιασμού

Τα σχόλια εκφράζουν αποκλειστικά τον εκάστοτε σχολιαστή. Η Δημοκρατική δεν υιοθετεί αυτές τις απόψεις. Διατηρούμε το δικαίωμα να διαγράψουμε όποια σχόλια θεωρούμε προσβλητικά ή περιέχουν ύβρεις, χωρίς καμία προειδοποίηση. Χρήστες που δεν τηρούν τους όρους χρήσης αποκλείονται. Τα σχόλια δημοσιεύονται μετά από έγκριση· το e-mail δεν δημοσιεύεται.

Γίνετε ο πρώτος που θα σχολιάσει.