ΕΙΔΗΣΕΙΣ

Η επιστημονική αλήθεια για τις πυρκαγιές – Αρθρο του Νίκου Μάργαρη επίκαιρο ξανά

news room 9 λεπτά ανάγνωση
ΜΑΡΓΑΡΗΣ

Ο Νίκος Μάρ­γα­ρης, που έφυγε από την ζωή πριν 8 χρόνια, διε­τέ­λεσε ακα­δη­μαϊ­κός δάσκα­λος στο ΕΚΠΑ, στο Πανε­πι­στή­μιο Θεσ­σα­λίας και στο ΑΠΘ όπου εξελέγη Διευ­θυ­ντής Τομέα Οικο­λο­γίας στα 35 του.

Στο πανε­πι­στή­μιο Αιγαίου έβαλε τα θεμέλια για την ίδρυση του Τμή­μα­τος Περι­βάλ­λο­ντος, με σκληρή δουλειά και επιμονή.

Υπήρξε διευ­θυ­ντής επί 14 χρόνια του ελλη­νι­κού National Geographic και πολλών άλλων εκδό­σεων.

Ο καθη­γη­τής είχε  γράψει στην εφη­με­ρίδα «Το Βήμα», την Κυριακή 16 Μαΐου 1999 ένα κείμενο για το φαι­νό­μενο των πυρ­κα­γιών στην Ελλάδα.

Το κείμενο παρα­μέ­νει εξαι­ρε­τικά επί­καιρο όλα αυτά τα χρόνια και, σίγουρα, δεν ικα­νο­ποιεί ιδιαί­τερα εκείνες και εκεί­νους που θεωρούν τις εξου­σίες των χωρών απο­κλει­στι­κές υπεύ­θυ­νες για τις επί μέρους κατα­στρο­φές τους.

Εκτός και αν απο­φα­σί­σουν να δώσουν σημασία στα επι­στη­μο­νικά επι­χει­ρή­ματα του εκλι­πό­ντος καθη­γητή.

Δια­βά­στε το εδώ:

«Σε πείσμα της ικα­νό­τη­τας του ανθρώ­που να κατα­πο­λε­μή­σει τις πυρ­καϊές με τα πιο σύγ­χρονα συστή­ματα από έδαφος και αέρα, καθώς και με τους καλύ­τερα εκπαι­δευ­μέ­νους πυρο­σβέ­στες του κόσμου, φαί­νε­ται βέβαιο ότι οι φωτιές δεν θα στα­μα­τή­σουν.»

Αυτά έγραψε στις αρχές της δεκα­ε­τίας του ’60 ο καθη­γη­τής Μπί­σγουελ του Πανε­πι­στη­μίου του Μπέρ­κλεϊ και δεν αφορούν βέβαια την Ελλάδα, αλλά την Καλι­φόρ­νια.

Είτε θέλουμε να το δεχθούμε είτε όχι, σε όλες τις περιο­χές της υδρο­γείου όπου επι­κρα­τεί το ιδιό­τυπο μεσο­γειακό κλίμα, με το μακρύ, θερμό και άνυδρο καλο­καίρι, οι δασικές πυρ­καϊές είναι γεγονός επα­να­λαμ­βα­νό­μενο.

Έτσι, στις χώρες τριγύρω από τη Μεσό­γειο και την Καλι­φόρ­νια, στο βόρειο ημι­σφαί­ριο, και στο Ακρω­τή­ριο της Καλής Ελπίδας στη Νότιο Αφρική, σε τμήμα της Αυστρα­λίας και στην Κεντρική Χιλή, στο νότιο, οι φωτιές συνι­στούν υπαρκτό πρό­βλημα για τον περιο­ρι­σμό του οποίου έχουν γίνει αρκετά, τα οποία δυστυ­χώς ακόμη να εμφα­νι­σθούν στη χώρα μας.

Σχεδόν όλοι όσοι ασχο­λού­νται με οποιον­δή­ποτε τρόπο (γραπτό, προ­φο­ρικό, πολι­τικό) με το πραγ­μα­τικά τερά­στιο πρό­βλημα των πυρ­καϊών θεωρούν ότι με τη φωτιά το δάσος κατα­στρέ­φε­ται ολο­κλη­ρω­τικά.

Επο­μέ­νως η ανα­δά­σωση είναι η μόνη λύση για τη μερική απο­κα­τά­σταση της δια­τα­ρα­χής η οποία προ­κλή­θηκε.

Πόσοι όμως από αυτούς έχουν υπόψη τους ότι ένα καμένο πευ­κο­δά­σος έχει τη δυνα­τό­τητα φυσικής ανα­γέν­νη­σης με τα χιλιά­δες πευ­κά­κια που φυτρώ­νουν μετά τα πρω­το­βρό­χια; Γιατί άραγε δεν κάνουν αυτή την εποχή μια βόλτα σε μια περιοχή που κάηκε πέρυσι ή πρό­περσι;

Βέβαια το δάσος που κάηκε θα ξανα­γί­νει δάσος, με την προ­ϋ­πό­θεση ότι κάτι τέτοιο θα του επι­τρα­πεί. Όχι με τη βόσκηση γιδο­προ­βά­των σε αυτό. Ούτε με τις κατα­πα­τή­σεις και τη μετα­τροπή του σε αγρο­κτή­ματα, χωράφια και οικό­πεδα, στα οποία θα ανα­φερ­θούμε στη συνέ­χεια.

Όποιος συγκρί­νει τις σημε­ρι­νές εποχές με παλαιό­τε­ρες δια­πι­στώ­νει ότι όντως οι πυρ­καϊές (δεν ανα­φε­ρό­μα­στε προ­φα­νώς σε ανώ­μα­λες περιό­δους) έχουν αυξηθεί.

Όχι μόνο σε αριθμό αλλά και σε ένταση και κατα­στρο­φές, παρ’ όλο που σήμερα υπάρ­χουν πυρο­σβε­στικά μέσα, τα οποία ήταν άγνωστα στο παρελ­θόν.

Έστω ότι κάποιος έχει δύο στοίβες ξύλα: στην πρώτη έχει πέντε κιλά με χλωρά και στη δεύτερη 10 κιλά, από τα οποία τα πέντε είναι ξερό­κλαδα και πευ­κο­βε­λό­νες. Ποια στοίβα θα πάρει ευκο­λό­τερα φωτιά; Σίγουρα εκείνη με τα 10 κιλά και τα ξερό­κλαδα.

Αυτό έχει συμβεί δυστυ­χώς στα πευ­κο­δάση μας!

Οι προ­σαρ­μο­γές των φυτών

Ολα σχεδόν τα φυτά της χώρας μας που απα­ντώ­νται σε περιο­χές μεσο­γεια­κού κλί­μα­τος έχουν προ­σαρ­μο­γές με τις οποίες μπορούν να επι­βιώ­σουν κατά τη διάρ­κεια της φωτιάς και να επα­νέλ­θουν ύστερα από αυτή.

Η γνώση αυτών των προ­σαρ­μο­γών είναι δυνατόν, αν χρη­σι­μο­ποι­η­θεί κατάλ­ληλα, να μας βοη­θή­σει να αντι­με­τω­πί­σουμε περισ­σό­τερο απο­δο­τικά την απο­κα­τά­σταση των δια­τα­ρα­χών τις οποίες η πυρκαϊά προ­κά­λεσε.

Έτσι θα ήταν δυνατόν να δια­κρί­νουμε δύο βασικές κατη­γο­ρίες φυτών σε σχέση με την επα­νά­καμψή τους μετά τη φωτιά.

Στην πρώτη κατη­γο­ρία ανήκουν εκείνα που επα­νέρ­χο­νται με τη δια­δι­κα­σία της ενερ­γο­ποί­η­σης της φύτρω­σης των σπερ­μά­των τους και στη δεύτερη εκείνα τα οποία, μολο­νότι το υπέρ­γειο μέρος καί­γε­ται, οι ρίζες τους παρα­μέ­νουν ανέ­πα­φες και επα­νέρ­χο­νται με παρα­βλα­στή­ματα.

Υπάρ­χουν βεβαίως και ενδιά­με­σες μορφές. Ορι­σμένα είδη φυτών όπως η ασφάκα και η αφάνα έχουν τη δυνα­τό­τητα να επι­βιώ­σουν και από σπέρ­ματα και από παρα­βλα­στή­ματα.

Τα πεύκα επα­νέρ­χο­νται μόνο με φύτρωση των σπόρων τους, πράγμα το οποίο σημαί­νει μεγάλη καθυ­στέ­ρηση στην απο­κα­τά­σταση των πευ­κώ­νων που κάηκαν, και αυτός είναι ακόμη ένας λόγος για τη μη χρη­σι­μο­ποί­ηση πεύκων στους νέους χώρους πρα­σί­νου που δημιουρ­γούμε.

Από την άλλη, θα πρέπει να έχουμε υπόψη μας ότι στα καμένα φυσικά πευ­κο­δάση υπάρχει συνήθως αυξη­μένη φυσική ανα­γέν­νηση. Έτσι δεν είναι ανα­γκαία η ανα­δά­σωση.

Σχεδόν όλοι οι πολυ­ε­τείς υψηλοί θάμνοι του ελλη­νι­κού μεσο­γεια­κού περι­βάλ­λο­ντος (πουρ­νά­ρια, αγριε­λιές, κου­μα­ριές, συκιές, μυρτιές, δάφνες, φυλίκια, αριές κτλ.) επα­νέρ­χο­νται με παρα­βλα­στή­ματα. Οι καμένοι θαμνώ­νες αν δεν υπάρξει ανθρώ­πινη παρέμ­βαση επα­νέρ­χο­νται ταχύ­τατα και μέσα σε διά­στημα μικρό­τερο των 10 ετών δεν δια­κρί­νε­ται η καμένη από την άκαυτη περιοχή.

Θεω­ρη­τικά, η επα­νά­καμψη των φυτών, ιδιαί­τερα εκείνων που παρα­βλα­στά­νουν, είναι ταχύ­τατη επειδή τα νέα φύλλα είναι μεγάλα και η φωτο­σύν­θεση ­ δηλαδή η «θρέψη» ­ των φυτών ιδιαί­τερα αυξη­μένη.

Ο αμελής ή ο κακο­ή­θης δεν έχει τη δυνα­τό­τητα να προ­κα­λέ­σει φωτιά με ένα σπίρτο σε ένα υγιές πεύκο. Οι ξερές πευ­κο­βε­λό­νες όμως είναι άριστο προ­σά­ναμμα.

Παλαιό­τερα, τα πευ­κο­δάση ήταν ανυ­πο­λό­γι­στης αξίας για τους πλη­θυ­σμούς των κοντι­νών σε αυτά οικι­σμών. Το ξύλο του κορμού τους ήταν πολύ­τιμο στη ναυ­πη­γική και στην ξυλουρ­γική.

Τα μικρό­τερα κλαδιά έδιναν τα καυ­σό­ξυλα, απα­ραί­τητα για το μαγεί­ρεμα και τη θέρ­μανση. Τα λεπτά κομ­μά­τια ήταν το προ­σά­ναμμα γνωστό στους παλαιό­τε­ρους με το όνομα δαδί. Από τον πευ­κο­φλοιό έβγαζαν το κατράμι, απα­ραί­τητο στη ναυ­πη­γική για τη στε­γα­νο­ποί­ηση, και από τη ρητίνη άπειρα προ­ϊ­ό­ντα.

Τη χρη­σι­μο­ποιού­σαν σε απευ­θείας προ­σθήκη στη ρετσίνα ως στο γνωστό νέφτι και στις τεχνη­τές οδο­ντο­στοι­χίες.

Ο ρητι­νο­συλ­λέ­κτης εκείνης της εποχής, που είχε συνήθως στην ιδιο­κτη­σία του τα δένδρα (προσοχή, όχι το έδαφος!) έκτασης 20 στρεμ­μά­των δάσους, γνώριζε ότι η επι­βί­ωσή του ήταν άμεσα στη­ριγ­μένη στην παρου­σία των πεύκων.

Τα φρό­ντιζε με επι­μέ­λεια, πήγαινε από Απρίλιο ως Οκτώ­βριο καθη­με­ρινά, καθά­ριζε το δάσος με προσοχή και έτρεχε ­ τόσο αυτός όσο και όλο το χωριό , ακόμη και με την υποψία πυρ­καϊάς.

Δυστυ­χώς τα χρόνια περνούν. Τις ξυλό­σο­μπες αντι­κα­τέ­στη­σαν τα καλο­ρι­φέρ, οι σόμπες πετρε­λαίου και υγρα­ε­ρίου, το μαγεί­ρεμα δεν γίνεται πλέον με ξύλα αλλά με ηλε­κτρι­σμό και πετρο­γκάζ, για την αδια­βρο­χο­ποί­ηση των καϊκιών υπάρ­χουν νέες συν­θε­τι­κές ουσίες που αντι­κα­τέ­στη­σαν το κατράμι, τα προ­ϊ­ό­ντα γίνο­νται συν­θε­τικά και οι παρα­δο­σια­κοί καρα­βο­μα­ρα­γκοί ­ που πήγαι­ναν στο δάσος και διά­λε­γαν ένα ένα τα πεύκα για το σκαρί που θα έχτιζαν ­έμειναν ελά­χι­στοι.

Όλος αυτός ο πλη­θυ­σμός που η επι­βί­ωσή του ήταν άμεσα εξαρ­τη­μένη από το πευ­κο­δά­σος ήταν και ο φυσικός του φύλακας και προ­στά­της. Ποιοι τους αντι­κα­τέ­στη­σαν;

Μετα­τρά­πη­καν σε γηρο­κο­μεία δέντρων

Έστω ότι κάθε χειμώνα πάμε στο πευ­κο­δά­σος και το κλα­δεύ­ουμε, απο­μα­κρύ­νο­ντας τα γέρικα ­ νεκρά συνήθως ­ κλαριά, και συγ­χρό­νως «καθα­ρί­ζουμε» το έδαφός του από τις πευ­κο­βε­λό­νες.

Μπορεί σε αυτή την περί­πτωση να δράσει με ευκολία ένας εμπρη­στής; Η απά­ντηση είναι σαφέ­στατα αρνη­τική.

Ωστόσο το στα­μά­τημα στην ξύλευση και στις άλλες μορφές οικο­νο­μι­κής εκμε­τάλ­λευ­σης του παρελ­θό­ντος έχουν οδη­γή­σει τα πευ­κο­δάση μας σε γήρανση, δημιουρ­γώ­ντας ένα ιδιαί­τερα εύφλε­κτο περι­βάλ­λον.

Τι νόημα έχει άραγε το κλάδεμα ενός δένδρου άλλο από την επα­να­φορά σε νεα­ρό­τερη ηλικία;

Δυστυ­χώς η πλειο­νό­τητα των δασών μας έχουν μετα­τρα­πεί σε «γηρο­κο­μεία», στα οποία η πιθα­νό­τητα εμφά­νι­σης πυρ­καϊάς μεγα­λώ­νει χρόνο με τον χρόνο και όχι μόνο. Η συνεχής συσ­σώ­ρευση ξύλων ­ δηλαδή καύ­σι­μης ύλης ­ σε αυτά δημιουρ­γεί ακόμη ένα πρό­βλημα, μια και με περισ­σό­τερα «καύσιμα» η ένταση της φωτιάς είναι ισχυ­ρό­τερη, και η δυνα­τό­τητα ελέγχου μικρό­τερη, οπότε οι κατα­στρο­φές γίνο­νται ανυ­πο­λό­γι­στες.

Παλαιό­τερα, η «κατά κεφαλή» παρα­γωγή σκου­πι­διών ήταν πολύ μικρό­τερη, μια και τίποτε που ήταν δυνατόν να χρη­σι­μο­ποι­η­θεί δεν πήγαινε χαμένο. Ήταν αδια­νό­ητο πριν από μερικές δεκα­ε­τίες να πετα­χτούν ακόμη και οι καρ­που­ζό­φλου­δες, γιατί κομ­μέ­νες σε μικρά κομ­μά­τια ήταν τροφή για τις κότες και τις γίδες.

Σήμερα οι χωμα­τε­ρές μας είναι ανα­ρίθ­μη­τες, χώρια οι σκου­πι­δό­το­ποι που υπάρ­χουν σχεδόν παντού. Έτσι οι «αυτα­να­φλέ­ξεις» των σκου­πι­δό­το­πων και των σκου­πι­διών είναι πραγ­μα­τική μάστιγα.

Η κινη­τι­κό­τητα του σημε­ρι­νού ανθρώ­που είναι σημα­ντικά μεγα­λύ­τερη απ’ ό, τι στο παρελ­θόν. Έτσι η επαφή του, ακόμη και δια­σχί­ζο­ντας δρόμους δίπλα στο δάσος, με τα πεύκα είναι αυξη­μένη. Ιδιαί­τερα το καλο­καίρι, που η κινη­τι­κό­τητά του υπε­ραυ­ξά­νε­ται ο κίν­δυ­νος της πυρ­καϊάς είναι μεγα­λύ­τε­ρος.

Αν τώρα προ­σθέ­σουμε και το γεγονός ότι ξερές πευ­κο­βε­λό­νες φθάνουν ­ και συχνά γεμί­ζουν ­ τις παρυφές του οδο­στρώ­μα­τος, δια­πι­στώ­νουμε ότι τόσο ο αμελής που πετά το αναμ­μένο τσιγάρο από το παρά­θυρο όσο και ο κακο­ή­θης που στο­χεύει στον εμπρη­σμό έχουν αυξήσει κατα­κό­ρυφα την πιθα­νό­τητα πυρ­καϊάς.

Παλαιό­τερα στην κλειστή κοι­νω­νία του οικι­σμού δίπλα στο δάσος (γιατί να βάλει φωτιά ένας από μακριά; θα προ­λά­βαινε τρέ­χο­ντας να φύγει;), οι κινή­σεις των κατοί­κων ήταν περιο­ρι­σμέ­νες, σχετικά γνωστές και η ταχύ­τητα μετα­κί­νη­σης ιδιαί­τερα μειω­μένη. Όλα αυτά περιό­ρι­ζαν τη δράση των εμπρη­στών.

Πόσοι άραγε στη­ρί­ζο­νται σήμερα για την επι­βί­ωσή τους στο πευ­κο­δά­σος; Πόσοι πραγ­μα­τικά ενδια­φέ­ρο­νται για την πρόληψη της πυρ­καϊάς και την προ­στα­σία του πευ­κο­δά­σους;

Η βοσκή στα καμένα

Κάθε καλο­καίρι ακούμε δια­μαρ­τυ­ρίες, εξαγ­γε­λίες και προ­τά­σεις. Η συντρι­πτική πλειο­νό­τητα ανα­φέ­ρε­ται στις ευθύνες του κράτους λες και πρό­κει­ται για κάποιον οργα­νι­σμό ξένο προς τους πολίτες που το συνι­στούν.

Τι γίνεται όμως τον χειμώνα; Πόσοι βου­λευ­τές, δήμαρ­χοι, κοι­νο­τάρ­χες και πολίτες όχι μόνο συζη­τούν και προ­τεί­νουν αλλά και εφαρ­μό­ζουν μέτρα για την πρόληψη των πυρ­καϊών και ενδια­φέ­ρο­νται ουσια­στικά για την απο­κα­τά­σταση των καμένων περιο­χών;

Πόσοι από εκεί­νους που προ­τεί­νουν ανα­δα­σώ­σεις και άλλα ηχηρά παρό­μοια κάθε καλο­καίρι έχουν επι­σκε­φθεί ­ έστω από περιέρ­γεια ­ μια καμένη περιοχή χειμώνα;

Το γεγονός ότι η πυρκαϊά δρα κατα­στρο­φικά είναι αναμ­φι­σβή­τητο, μόνο που γι’ αυτό υπεύ­θυνη είναι είτε η αδια­φο­ρία είτε η λαν­θα­σμένη δια­χεί­ριση. Ας το δούμε αυτό λίγο ανα­λυ­τι­κό­τερα.

Με τους καπνούς της φωτιάς χάνεται περίπου το 95% του αζώτου το οποίο υπάρχει στα υπέρ­γεια μέρη των φυτών.

Το άζωτο, όπως είναι γνωστό, είναι στοι­χείο απα­ραί­τητο για τη ζωή, μια και είναι κύριο συστα­τικό των πρω­τεϊ­νών και των ενζύμων, χωρίς την παρου­σία των οποίων ο μετα­βο­λι­σμός σταματά.

Μία από τις βασικές προ­σαρ­μο­γές αφορά την επα­νά­καμψη του αζώτου. Έτσι την πρώτη χρονιά μετά τη φωτιά γίνεται ενερ­γο­ποί­ηση της φύτρω­σης των σπερ­μά­των ψυχαν­θών φυτών.

Τα ψυχανθή, όπως το άγριο τρι­φύλλι, έχουν στις ρίζες τους αποι­κίες μικρο­ορ­γα­νι­σμών με τους οποίους δεσμεύ­ουν από την ατμό­σφαιρα άζωτο. Με τον τρόπο αυτό επα­να­φέ­ρουν στο έδαφος το άζωτο που χάθηκε με τους καπνούς της φωτιάς, επι­τρέ­πο­ντας έτσι την αύξηση των άλλων φυτών που φύτρω­σαν ή επα­νέρ­χο­νται με παρα­βλα­στή­ματα.

Τα ψυχανθή όμως είναι άριστη κτη­νο­τροφή και οι βοσκοί αυτό το γνω­ρί­ζουν.

Βάζουν λοιπόν τα ζώα τους να βοσκή­σουν την πρώτη χρονιά μετά τη φωτιά στην καμένη περιοχή. Τα ζώα τρώνε τα ψυχανθή, οπότε η επα­να­φορά του αζώτου σταματά και αρχίζει η υπο­βάθ­μιση.

Ας σημειω­θεί επίσης ότι τα παρα­βλα­στή­ματα φυτών όπως το πουρ­νάρι, η κου­μα­ριά, ο σκοίνος, η μυρτιά είναι τρυ­φε­ρό­τατα και νοστι­μό­τατα για τα ζώα που βόσκουν.

Πρέπει επο­μέ­νως να απα­γο­ρεύ­ε­ται η βόσκηση στις περιο­χές που κάηκαν και να λαμ­βά­νο­νται ισχυρά μέτρα προ­στα­σίας, αφού στην πλειο­νό­τητα των περι­πτώ­σεων η βλάβη από την πυρκαϊά μπορεί να απο­κα­τα­στα­θεί με τη φυσική ανα­γέν­νηση ενώ της βόσκη­σης είναι μη αντι­στρε­πτή.

Πηγή in.gr

Πώς σας φάνηκε το άρθρο;

Ένα πάτημα, χωρίς λογαριασμό. Μία ψήφος ανά συσκευή.

Σχολιασμός άρθρου

Προσθέστε ένα σχόλιο

Εμφανίζεται μετά από έγκριση · το e-mail δεν δημοσιεύεται0 / 2000

Τα σχόλια εκφράζουν τον σχολιαστή, όχι τη Δημοκρατική. Όροι σχολιασμού

Τα σχόλια εκφράζουν αποκλειστικά τον εκάστοτε σχολιαστή. Η Δημοκρατική δεν υιοθετεί αυτές τις απόψεις. Διατηρούμε το δικαίωμα να διαγράψουμε όποια σχόλια θεωρούμε προσβλητικά ή περιέχουν ύβρεις, χωρίς καμία προειδοποίηση. Χρήστες που δεν τηρούν τους όρους χρήσης αποκλείονται. Τα σχόλια δημοσιεύονται μετά από έγκριση· το e-mail δεν δημοσιεύεται.

Γίνετε ο πρώτος που θα σχολιάσει.