ΕΙΔΗΣΕΙΣ

ΙΟΒΕ-Μεγάλη ανεργία και μισθοί-ψίχουλα για τους πτυχιούχους-Ενας στους έξι αμείβεται με λιγότερα από 400 ευρώ

news room 7 λεπτά ανάγνωση
σπουδές

Ανα­πο­τε­λε­σμα­τι­κό­τητα και αστοχία στη λει­τουρ­γία της τρι­το­βάθ­μιας εκπαί­δευ­σης δια­πι­στώ­νει το ΙΟΒΕ. Μειω­μένο το διδα­κτικό προ­σω­πικό, αυξη­μένο το ποσοστό φοι­τη­τών που δεν τελειώ­νει τις σπουδές.

Τις επι­πτώ­σεις της κρίσης στην τρι­το­βάθ­μια εκπαί­δευση περι­γρά­φει η μελέτη του ΙΟΒΕ με τίτλο: «Η Τρι­το­βάθ­μια Εκπαί­δευση στην Ελλάδα: Επι­πτώ­σεις της κρίσης και προ­κλή­σεις». Παράλ­ληλα, αναλύει τις προ­κλή­σεις που αντι­με­τω­πί­ζει η ανώτατη εκπαί­δευση, προ­κει­μέ­νου να συμ­βά­λει στην οικο­δό­μηση ενός νέου παρα­γω­γι­κού προ­τύ­που για την ανά­πτυξη της ελλη­νι­κής οικο­νο­μίας, που θα βασί­ζε­ται στη γνώση, τις υψηλές δεξιό­τη­τες, την επι­χει­ρη­μα­τι­κό­τητα και την και­νο­το­μία.

Για την οικο­δό­μηση ενός νέου ανα­πτυ­ξια­κού προ­τύ­που στη χώρα, απαι­τεί­ται αλλαγή έμφασης στην παρε­χό­μενη ανώτατη εκπαί­δευση και ιδιαί­τερα στα πανε­πι­στή­μια, με στροφή τους από την εκπαί­δευση, πρω­τί­στως, εκπαι­δευ­τι­κών και υπαλ­λή­λων της κρα­τι­κής διοί­κη­σης, στην εκπαί­δευση στε­λε­χών σε τομείς παρα­γω­γής διεθνώς αντα­γω­νι­στι­κών προ­ϊ­ό­ντων του πρω­το­γε­νούς τομέα και της μετα­ποί­η­σης, και υπη­ρε­σιών με εξα­γω­γικό προ­σα­να­το­λι­σμό.

Για τη στροφή αυτή και τον καλύ­τερο συντο­νι­σμό της παρε­χό­με­νης τρι­το­βάθ­μιας εκπαί­δευ­σης με την αγορά εργα­σίας είναι απα­ραί­τητη, πρώτον, η ενί­σχυση της οργα­νω­τι­κής ευε­λι­ξίας και της διοι­κη­τι­κής αυτο­νο­μίας των Ιδρυ­μά­των, δεύ­τε­ρον, η υπο­στή­ριξη της στρα­τη­γι­κής τους ικα­νό­τη­τας και, τρίτον, η στήριξη της συνερ­γα­σίας και αλλη­λε­πί­δρα­σης των ιδρυ­μά­των με τις επι­χει­ρή­σεις για την καλύ­τερη αντα­πό­κριση στις ανάγκες τους σε δεξιό­τη­τες και ανθρώ­πινο δυνα­μικό.

Η μελέτη περιέ­χει μια σειρά από ευρή­ματα, που συν­δυα­στικά κατα­δει­κνύ­ουν στοι­χεία σημα­ντι­κής ανα­πο­τε­λε­σμα­τι­κό­τη­τας και αστο­χίας στη λει­τουρ­γία της τρι­το­βάθ­μιας εκπαί­δευ­σης και την ανάγκη μιας κατάλ­ληλα σχε­δια­σμέ­νης και τολ­μη­ρής παρέμ­βα­σης στο θεσμικό πλαίσιο, που δεν θα στρέ­φε­ται προς το παρελ­θόν αλλά το μέλλον.

Τα κυριό­τερα ευρή­ματα είναι:

• Ο αριθμός των νεοει­σερ­χό­με­νων φοι­τη­τών στα πανε­πι­στή­μια συνέ­χισε να αυξά­νε­ται και μετά την κρίση (αύξηση κατά 19% μεταξύ 2008-2015).

• Με βάση τον αριθμό των φοι­τη­τών, η Ελλάδα κατα­τάσ­σε­ται μεταξύ των πλέον ανοι­κτών συστη­μά­των ανώ­τα­της εκπαί­δευ­σης διεθνώς.

• Ωστόσο, μεγάλος αριθμός φοι­τη­τών δεν ολο­κλη­ρώ­νει έγκαιρα τις σπουδές του. Ενδει­κτικά, σε 7 πανε­πι­στη­μιακά ιδρύ­ματα, από όσους εισή­χθη­σαν το 2004 μόνο το 68% του συνόλου είχε ολο­κλη­ρώ­σει τις σπουδές του 12 χρόνια αργό­τερα (το 2016).

• Μετά την κρίση, το διδα­κτικό προ­σω­πικό των πανε­πι­στη­μίων μειώ­θηκε κατά 19,2% συνο­λικά μεταξύ 2009-2015, ιδιαί­τερα εξαι­τίας της μεγάλης μείωσης του βοη­θη­τι­κού εκπαι­δευ­τι­κού προ­σω­πι­κού (μείωση 49% έναντι 11% του τακτι­κού προ­σω­πι­κού).

• Από το 2005, στα ΤΕΙ, ο αριθμός των μετα­πτυ­χια­κών φοι­τη­τών αυξή­θηκε ραγδαία. Στα πανε­πι­στή­μια, μεταξύ 2002-2015 τρι­πλα­σιά­στη­καν, αν και ο ρυθμός αύξησης επι­βρα­δύν­θηκε μετά το 2008 (από 88% μεταξύ 2002-2007 σε 40% μεταξύ 2009-2015).

• Ο αριθμός των διδα­κτο­ρι­κών φοι­τη­τών μεταξύ 2000-2015 διπλα­σιά­στηκε, με μικρή αύξηση του ποσο­στού των γυναι­κών. Ως προς τον αριθμό των υπο­ψη­φίων διδα­κτό­ρων στον πλη­θυ­σμό, η Ελλάδα κατα­τάσ­σε­ται μεταξύ των υψη­λό­τε­ρων στην Ευρώπη. Ο ρυθμός αύξησης, όμως, επι­βρα­δύν­θηκε μετά την κρίση, καθώς από 51% μεταξύ 2000-2007 μειώ­θηκε σε 10% μεταξύ 2008-2015.

• Η συνο­λική χρη­μα­το­δό­τηση έχει μειωθεί σημα­ντικά (24% μεταξύ 2010-2014), ύστερα από μια περίοδο μεγάλης αύξησης (150% μεταξύ 2001-2009). Η μείωση αυτή είναι μικρό­τερη της μείωσης του συνόλου της Γενικής Κυβέρ­νη­σης μετά το 2010 (31%) αλλά μεγα­λύ­τερη από την αντί­στοιχη μείωση του συνόλου της εκπαί­δευ­σης (20%).

• Ως ποσοστό του ΑΕΠ, η συνο­λική δαπάνη τρι­το­βάθ­μιας εκπαί­δευ­σης στην Ελλάδα κατα­τάσ­σε­ται, το 2015, ελαφρώς πάνω από τον μέσο όρο της Ευρω­παϊ­κής Ένωσης και της Ευρω­ζώ­νης (0,9% έναντι 0,7, και 0,8 αντί­στοιχα), λόγω και της μεγάλης μείωσης του ΑΕΠ. Η δαπάνη όμως στο σύνολο της εκπαί­δευ­σης, ως % του ΑΕΠ, στην Ελλάδα (4,3%) υπο­λεί­πε­ται του μέσου όρου της ΕΕ-28 (4,9%) και της Ευρω­ζώ­νης (4,7%).

• Οι ίδιοι πόροι των ιδρυ­μά­των του πανε­πι­στη­μια­κού τομέα της ανώ­τα­της εκπαί­δευ­σης, που προ­έρ­χο­νται κυρίως από τις ερευ­νη­τι­κές και εκπαι­δευ­τι­κές δρα­στη­ριό­τη­τές τους, σημεί­ω­σαν σημα­ντική αύξηση (47% μεταξύ 2011 και 2015). Αντί­θετα, σημα­ντι­κές ζημίες σημειώ­θη­καν στη δια­χεί­ριση της περιου­σίας των ΑΕΙ.

• Η Ελλάδα υστερεί από τον μέσο όρο της ΕΕ στις δαπάνες για Έρευνα και Ανά­πτυξη (Ε&Α) (2% ως ποσοστό του ΑΕΠ). Ιδιαί­τερα σημα­ντική είναι η υστέ­ρηση αυτών των δαπανών στον επι­χει­ρη­μα­τικό τομέα (0,28% έναντι 1,3% του ΑΕΠ στην ΕΕ το 2014). Η υστέ­ρηση σε σχέση με τον μέσο όρο της ΕΕ-28 περιο­ρί­ζε­ται σε 0,10 ποσο­στιαίες μονάδες του ΑΕΠ, όταν η σύγκριση περιο­ρί­ζε­ται στον τομέα της ανώ­τα­της εκπαί­δευ­σης.

• Όσον αφορά στις επι­στη­μο­νι­κές δημο­σιεύ­σεις, μετά από μια περίοδο συνε­χούς αύξησής τους, παρα­τη­ρεί­ται επι­βρά­δυνση του ρυθμού ανόδου από το 2009 και πτώση από το 2013. Από την άλλη πλευρά, συνε­χί­ζε­ται η άνοδος του αριθμού ανα­φο­ρών (ταχύ­τερα από τις χώρες της ΕΕ και του ΟΟΣΑ), ενώ βελ­τιώ­νο­νται και οι επι­δό­σεις της χώρας σε όρους σχε­τι­κού δείκτη απή­χη­σης, συγκλί­νο­ντας με τις χώρες της ΕΕ και του ΟΟΣΑ.

• Ορι­σμένα μόνο ελλη­νικά ΑΕΙ έχουν αξιο­ποι­ή­σει τις δυνα­τό­τη­τες των νέων τεχνο­λο­γιών στην ανώτατη εκπαί­δευση (e-learning) ενώ ακόμα λιγό­τερο έχουν αξιο­ποι­η­θεί οι δυνα­τό­τη­τες των ανοι­κτών δια­δι­κτυα­κών μαθη­μά­των (MOOCs) με πιστο­ποί­ηση της μάθησης.

• Από τα 2,04 εκατ. πλη­θυ­σμό με τρι­το­βάθ­μια εκπαί­δευση, το 63% (ή 1,3 εκατ. άτομα) εργά­ζο­νται, το 13% (ή 274 χιλ. άτομα) είναι άνεργοι και το υπό­λοιπο 24% (ή 484 χιλ. άτομα) δεν είναι οικο­νο­μικά ενεργοί (απο­τε­λούν δηλ. τους συντα­ξιού­χους ή άτομα που δεν ανα­ζη­τούν εργασία). Από τα 3,7 εκατ. εργα­ζο­μέ­νους το 2016, το 1,3 εκατ. (ή 35% του συνόλου) έχουν πτυχίο ή μετα­πτυ­χια­κές σπουδές στην τρι­το­βάθ­μια εκπαί­δευση, ενώ ίδιος σχεδόν είναι ο αριθμός των εργα­ζο­μέ­νων με λυκειακή εκπαί­δευση (1,28 εκατ. ή 34%).

• Tο υψη­λό­τερο ποσοστό απα­σχό­λη­σης (δηλαδή το ποσοστό του πλη­θυ­σμού εργά­σι­μης ηλικίας που απα­σχο­λεί­ται) κατα­γρά­φε­ται στα άτομα με μετα­πτυ­χια­κές σπουδές ή διδα­κτο­ρικό (79%), ενώ στους από­φοι­τους πανε­πι­στη­μίων ή ΤΕΙ οι οποίοι κατέ­χουν μόνο πρώτο πτυχίο, το αντί­στοιχο ποσοστό ήταν χαμη­λό­τερο κατά 18 ποσο­στιαίες μονάδες το 2016.

• Ωστόσο, το μερίδιο των ανέργων με τρι­το­βάθ­μια εκπαί­δευση (στο σύνολο των ανέργων) σημεί­ωσε τη μεγα­λύ­τερη άνοδο (από 14,7% το 2001 σε 24,6% το 20016). Η αύξηση του αριθμού των απο­φοί­των τρι­το­βάθ­μιας εκπαί­δευ­σης τα τελευ­ταία χρόνια δεν συνο­δεύ­τηκε από αντί­στοιχη αύξηση της ικα­νό­τη­τας απορ­ρό­φη­σής τους στην αγορά εργα­σίας, εντεί­νο­ντας τη μεταξύ τους ανα­ντι­στοι­χία.

• Το μεγα­λύ­τερο ποσοστό πτυ­χιού­χων είναι από­φοι­τοι του πεδίου Κοι­νω­νι­κών – Οικο­νο­μι­κών και Νομικών επι­στη­μών (615,3 χιλ. ή 30,1%) και ακο­λου­θούν οι από­φοι­τοι στην κατη­γο­ρία Μηχα­νο­λο­γία -Βιομηχανία – Κατα­σκευές, οι οποίοι ανήλθαν σε 320,6 χιλ. ή 15,7% στο σύνολο των απο­φοί­των τρι­το­βάθ­μιας εκπαί­δευ­σης.

• Τα υψη­λό­τερα ποσοστά απα­σχό­λη­σης το 2016 κατα­γρά­φο­νται στους απο­φοί­τους Υγείας και στους από­φοι­τους σχολών Πλη­ρο­φο­ρι­κής (71% και 69% αντί­στοιχα). Στους απο­φοί­τους στο πεδίο σπουδών Βιο­μη­χα­νία – Κατα­σκευές το ποσοστό ήταν σχεδόν αντί­στοιχο με εκείνο για το σύνολο των εργα­ζό­με­νων με τρι­το­βάθ­μια εκπαί­δευση (65%), σε αντί­θεση με το ποσοστό απα­σχό­λη­σης στους απο­φοί­τους Κοι­νω­νι­κών – Οικο­νο­μι­κών – Νομικών σπουδών το οποίο κυμάν­θηκε κάτω από το μέσο όρο. Δια­χρο­νικά, το μικρό­τερο ποσοστό ανερ­γίας κατα­γρά­φε­ται στους απο­φοί­τους των επι­στη­μών Υγείας (10,6% το 2010). Αντί­θετα, το ποσοστό ανερ­γίας στους απο­φοί­τους με σπουδές στις Κοι­νω­νι­κές επι­στή­μες – Οικο­νο­μικά – Νομική διπλα­σιά­στηκε το 2016 σε σχέση με το 2009 (17,5%), ενώ αντί­στοιχη τάση παρα­τη­ρεί­ται και στους απο­φοί­τους στο ευρύ­τερο πεδίο σπουδών Βιομηχανία-Κατασκευές.

• Οι περισ­σό­τε­ροι από­φοι­τοι τρι­το­βάθ­μιας εκπαί­δευ­σης απα­σχο­λού­νται σε επι­χει­ρή­σεις του ιδιω­τι­κού τομέα. Οι από­φοι­τοι πανε­πι­στη­μίων, όμως, απα­σχο­λού­νται περισ­σό­τερο σε δημό­σιες υπη­ρε­σίες (62% έναντι 28% των ΤΕΙ). Στον ιδιω­τικό τομέα, το 55% των απα­σχο­λού­με­νων με τρι­το­βάθ­μια εκπαί­δευση είναι από­φοι­τοι πανε­πι­στη­μίου και το 33% από­φοι­τοι ΤΕΙ. Το μεγα­λύ­τερο μερίδιο εργα­ζο­μέ­νων με μετα­πτυ­χιακό ή διδα­κτο­ρικό απα­σχο­λεί­ται σε επι­χει­ρή­σεις ελεγ­χό­με­νες από το Δημόσιο και σε ΝΠΔΔ/ΝΠΙΔ. Μετά το 2009 κατα­γρά­φε­ται μεγάλη μείωση των απα­σχο­λού­με­νων στον δημόσιο τομέα (27%), σε αντί­θεση με τους απα­σχο­λού­με­νος στον ιδιω­τικό τομέα που παρα­τη­ρεί­ται αύξηση (κατά 15%). Η αύξηση στον ιδιω­τικό τομέα οφεί­λε­ται στην αύξηση των απο­φοί­των πανε­πι­στη­μίων κατά 4% ενώ οι από­φοι­τοι ΤΕΙ αυξή­θη­καν κατά 26%.

• Το ποσοστό απα­σχό­λη­σης όσων απο­φοί­τη­σαν μετά το 2011 είναι χαμη­λό­τερο από το σύνολο (56% έναντι 62% του συνόλου). Το ποσοστό ανερ­γίας ανέρ­χε­ται στο 36%, σχεδόν διπλά­σιο από το σύνολο. Οι μισθο­λο­γι­κές απο­λα­βές τους είναι χαμη­λό­τε­ρες, καθώς σχεδόν 6 στους 10 εργα­ζό­με­νους οι οποίοι έλαβαν πτυχίο τρι­το­βάθ­μιας εκπαί­δευ­σης μετά το 2011 δηλώ­νουν ότι λαμ­βά­νουν μισθό από €400 έως €800, ενώ ποσοστό 16% δηλώνει ότι αμεί­βε­ται με λιγό­τερα από €400.

Οι προ­κλή­σεις για την ανώτατη εκπαί­δευση

Η μελέτη δια­κρί­νει τρεις σημα­ντι­κές προ­κλή­σεις για την ανώτατη εκπαί­δευση:

Α. Βελ­τί­ωση της από­δο­σης και της απο­τε­λε­σμα­τι­κό­τη­τας της δημό­σιας δαπάνης στην ανώτατη εκπαί­δευση, με εξορ­θο­λο­γι­σμό του συνο­λι­κού μεγέ­θους και της περι­φε­ρεια­κής διάρ­θρω­σης της ανώ­τα­της εκπαί­δευ­σης.

Β. Βελ­τί­ωση της σύν­δε­σης της ανώ­τα­της εκπαί­δευ­σης και έρευνας με την αγορά εργα­σίας και την επι­χει­ρη­μα­τι­κό­τητα, με αλλαγή έμφασης και προ­σα­να­το­λι­σμού των εκπαι­δευ­τι­κών και ερευ­νη­τι­κών δρα­στη­ριο­τή­των των ΑΕΙ, σε συνερ­γα­σία με εγχώ­ριες και διε­θνείς επι­χει­ρή­σεις.

Γ. Εναλ­λα­κτι­κές πηγές χρη­μα­το­δό­τη­σης με εξω­στρέ­φεια, διε­θνο­ποί­ηση, αξιο­ποί­ηση της περιου­σίας τους και των νέων τεχνο­λο­γιών.

euro2day.gr

Πώς σας φάνηκε το άρθρο;

Ένα πάτημα, χωρίς λογαριασμό. Μία ψήφος ανά συσκευή.

Σχολιασμός άρθρου

Προσθέστε ένα σχόλιο

Εμφανίζεται μετά από έγκριση · το e-mail δεν δημοσιεύεται0 / 2000

Τα σχόλια εκφράζουν τον σχολιαστή, όχι τη Δημοκρατική. Όροι σχολιασμού

Τα σχόλια εκφράζουν αποκλειστικά τον εκάστοτε σχολιαστή. Η Δημοκρατική δεν υιοθετεί αυτές τις απόψεις. Διατηρούμε το δικαίωμα να διαγράψουμε όποια σχόλια θεωρούμε προσβλητικά ή περιέχουν ύβρεις, χωρίς καμία προειδοποίηση. Χρήστες που δεν τηρούν τους όρους χρήσης αποκλείονται. Τα σχόλια δημοσιεύονται μετά από έγκριση· το e-mail δεν δημοσιεύεται.

Γίνετε ο πρώτος που θα σχολιάσει.