ΕΙΔΗΣΕΙΣ

Αντιδράσεις για την απαγόρευση χρησικτησίας εκκλησιαστικών ακινήτων στις τάξεις των δικηγόρων

Δαμιανός Αθανασίου 7 λεπτά ανάγνωση
εκκλησια

Οι πρώτες αντι­δρά­σεις για την ψήφιση διά­τα­ξης σε νόμο για την «Οργά­νωση της νομικής μορφής των θρη­σκευ­τι­κών κοι­νο­τή­των και των ενώσεών τους στην Ελλάδα και άλλες δια­τά­ξεις», με την οποία απα­γο­ρεύ­ο­νται οι χρη­σι­κτη­σίες εκκλη­σια­στι­κών ακι­νή­των στα Δωδε­κά­νησα, άρχισαν να εκδη­λώ­νο­νται στις τάξεις του Δικη­γο­ρι­κού Συλ­λό­γου Ρόδου.

Όπως έγραψε η «δημο­κρα­τική», την ύπαρξη της συγκε­κρι­μέ­νης πρό­βλε­ψης του νόμου αγνο­ού­σαν οι δικη­γό­ροι της Ρόδου, μέχρι που απο­κα­λύ­φθηκε σε έφεση που άσκησε ο ιερός ναός Αρχαγ­γέ­λου για την απόρ­ριψη αιτή­σεως χρη­σι­κτη­σίας ενός κατοί­κου της περιο­χής.

Ο έγκρι­τος δικη­γό­ρος κ. Παντε­λής Απο­στο­λάς, σχο­λιά­ζει με άρθρο του στη «δημο­κρα­τική» τις επι­πτώ­σεις του νόμου, ενώ εκφρά­ζει την άποψη ότι ο νόμος δεν έχει ανα­δρο­μική ισχύ από το έτος 1938, όπως θεωρούν άλλοι συνά­δελ­φοιίυ, και παρα­πέρα ότι δεν χωρεί η άσκηση τρι­τα­να­κο­πών κατά αιτή­σεων χρη­σι­κτη­σίας, που έχουν ευδο­κι­μή­σει:

«Πρό­κει­ται για διάταξη που απο­κλείει πλέον με απόλυτη σαφή­νεια και τη χρη­σι­κτη­σία, ως πρω­τό­τυπο τρόπο κτήσεως κυριό­τη­τος, στα εκκλη­σια­στικά ακίνητα τα κείμενα στη Δωδε­κά­νησο και ποι­νι­κο­ποιεί την αυθαί­ρετη κατά­ληψη των εκκλη­σια­στι­κών ακι­νή­των (όπως συμ­βαί­νει με τα δημόσια κτήματα).

Προ­κά­λεσε μεγάλη απο­γο­ή­τευση στους νομείς τέτοιων ακι­νή­των και κυρίως προ­κά­λεσε έντονη ανη­συ­χία η άποψη που προ­βάλ­λε­ται για δήθεν ανα­δρο­μι­κό­τητα του νόμου από το 1938 (με συνέ­πεια να μη έχει δήθεν καμία αξία η συμπλή­ρωση από κάποιον κτη­τι­κής παρα­γρα­φής, σύμφωνα με τους ισχύ­ο­ντες νόμους, μέχρι την ημε­ρο­μη­νία δημο­σιεύ­σεως του ως άνω νόμου), αλλά και επι­πρό­σθετα για δήθεν ενδε­χό­μενο ακύ­ρω­σης από τις Ιερές Μητρο­πό­λεις στα Δωδε­κά­νησα και τους ιερούς ναούς όλων των απο­φά­σεων χρη­σι­κτη­σίας, που έχουν ευδο­κι­μή­σει, με τρι­τα­να­κο­πές.

Στη Δωδε­κά­νησο, όπου η κρα­τούσα Εκκλη­σια­στική κατά­σταση διέ­πε­ται, κατ’ εξαί­ρεση, υπό του ισχύ­ο­ντος Πατριαρ­χι­κού  καθε­στώ­τος, το οποίο δεν εθίγη και όπου δεν επε­κτά­θη­καν και δεν  έχουν  εφαρ­μογή όλες οι περί προ­στα­σίας των εκκλη­σια­στι­κών ακι­νή­των δια­τά­ξεις που ίσχυσαν στην λοιπή  Ελλάδα, έγιναν προ­σπά­θειες, κατά καιρούς, να θεσμο­θε­τη­θούν δια­τά­ξεις που να προ­στα­τεύ­ουν τα εκκλη­σια­στικά ακίνητα, αντί­στοι­χες με αυτές που προ­στα­τεύ­ουν τα δημόσια κτήματα.

Μάλιστα επι­χει­ρή­θηκε η λύση στο πρό­βλημα προ­στα­σίας της εκκλη­σια­στι­κής περιου­σίας στη Δωδε­κά­νησο (ανάλογη περίπου με αυτήν του ν. 4301/2014) με βάση ειδική διάταξη στο εκπο­νη­θέν σχέδιο πατριαρ­χι­κής δια­τά­ξεως «Περί των εν Δωδε­κα­νήσω Επαρ­χιών του Οικου­με­νι­κού Θρόνου», που απο­τε­λεί μια σημα­ντική προ­σπά­θεια δημιουρ­γίας ενός κωδι­κο­ποι­η­μέ­νου οργα­νι­σμού λει­τουρ­γίας της εκκλη­σια­στι­κής αυτής περι­φέ­ρειας. Βεβαίως η προ­σπά­θεια αυτή παρέ­μεινε εκκρε­μής, αφού από το 2003, έτος κατά το οποίο ολο­κλη­ρώ­θηκε η εκπό­νησή του, δεν σημεί­ωσε κάποια εξέλιξη.

Η διάταξη της παρ. 7 του άρθρου 22 του ν. 4301/2014 (ΦΕΚ A’ 223/7-10-2014), έρχεται, εξάλλου, να επι­βε­βαιώ­σει την παγίως κρα­τούσα νομο­λο­γία των δικα­στη­ρίων (παρά τα αντί­θετα προ­βαλ­λό­μενα από την πλευρά κάποιων ενα­γο­μέ­νων ιερών ναών σε αγωγές χρη­σι­κτη­σίας) ότι στη Δωδε­κά­νησο επι­τρε­πό­ταν η χρη­σι­κτη­σία στα εκκλη­σια­στικά ακίνητα και επο­μέ­νως ότι είναι ανε­πί­δε­κτο  χρη­σι­κτη­σίας  (ΑΚ 1054),  τακτι­κής ή έκτα­κτης.

Η άποψη για δήθεν ανα­δρο­μι­κό­τητα του άρθρου 22 του νόμου 4301/2014 από το 1938, είναι απο­λύ­τως εσφαλ­μένη και δεν νομίζω να υπήρξε δικα­στική απόφαση που να υιο­θέ­τησε αυτή την άποψη, ούτε θα την υιο­θε­τή­σει.

Στη διάταξη του άρθρου 56 του ν. 4301/2014 ορί­ζε­ται ότι «η ισχύς του παρό­ντος νόμου άρχεται από τη δημο­σί­ευσή του στην Εφη­με­ρίδα της Κυβερ­νή­σεως» και δεν υπάρχει καμία άλλη διάταξη από την οποία να συνά­γε­ται η δήθεν ανα­δρο­μι­κό­τητά του.

Επι­πρό­σθετα, η ανάλογα πλέον εφαρ­μο­στέα διάταξη του άρθρου 4 του α.ν. 1539/1938 (ΦΕΚ 488/38 Α’) και επί των εκκλη­σια­στι­κών ακι­νή­των δεν είχε ανα­δρο­μι­κό­τητα και σεβά­σθηκε την ήδη συμπλη­ρω­θείσα κτητική παρα­γραφή σε δημόσια κτήματα, κατά τους μέχρι τότε ισχύ­ο­ντες νόμους.

Αλλά και ρητά να ορίζετο η ανα­δρο­μι­κό­τητα του ως άνω άρθρου του ν. 4301/2014 από το 1938, αυτό θα ήταν ένα ατόπημα νομο­θε­τικό, για τους κάτωθι λόγους:

Με το άρθρο 1 του Πρώτου Πρό­σθε­του Πρω­το­κόλ­λου της Ευρω­παϊ­κής σύμ­βα­σης, για την προ­στα­σία των δικαιω­μά­των του Ανθρώ­που και των θεμε­λιω­δών ελευ­θε­ριών (ΕΣΔΑ), που κυρώ­θηκε (μαζί με τη Σύμβαση) με το Ν.Δ. 53/1974 και έχει, σύμφωνα με το άρθρο 28 παρ. 1 του Συντάγ­μα­τος, αυξη­μένη έναντι των κοινών νόμων ισχύ, κατο­χυ­ρώ­νε­ται ο σεβα­σμός της περιου­σίας του προ­σώ­που, το οποίο μπορεί να τη στε­ρη­θεί μόνο για λόγους δημό­σιας ωφέ­λειας.

Στην έννοια της περιου­σίας περι­λαμ­βά­νο­νται όχι μόνο τα εμπράγ­ματα δικαιώ­ματα, αλλά και όλα τα δικαιώ­ματα “περιου­σια­κής φύσεως” και τα κεκτη­μένα “οικο­νο­μικά συμ­φέ­ρο­ντα”. Καλύ­πτο­νται έτσι και τα ενοχικά περιου­σιακά δικαιώ­ματα και ειδι­κό­τερα απαι­τή­σεις, είτε ανα­γνω­ρι­σμέ­νες με δικα­στική ή διαι­τη­τική απόφαση, είτε απλώς γεν­νη­μέ­νες κατά το εθνικό δίκαιο, εφόσον υπάρχει νόμιμη προσ­δο­κία, με βάση το ισχύον, έως την προ­σφυγή στο δικα­στή­ριο, δίκαιο, ότι μπορούν να ικα­νο­ποι­η­θούν δικα­στικά.

Επειδή η χρη­σι­κτη­σία, είναι θεσμο­θε­τη­μέ­νος πρω­τό­τυ­πος τρόπος κτήσεως κυριό­τη­τος και με τη συμπλή­ρωση της προ­βλε­πό­με­νης κτη­τι­κής παρα­γρα­φής, το φυσικό ή νομικό πρόσωπο κτάται δικαί­ωμα, είναι αδια­νό­ητο αυτό το κτηθέν δικαί­ωμα με την κτητική παρα­γραφή, το κτηθέν μέχρι την έναρξη ισχύος του ν. 4301/2014 (ΦΕΚ A’ 223/7-10-2014), να απο­στε­ρεί­ται με μια διάταξη με ανα­δρο­μική δύναμη.

Σ’ αυτή την περί­πτωση, η διάταξη της παρ. 7 του άρθρου 22 του ν. 4301/2014 θα ήταν ασυμ­βί­βα­στη προς τη διάταξη του άρθρου 1 του Πρώτου Πρό­σθε­του Πρω­το­κόλ­λου της Ε.Σ.Δ.Α. αφού τείνει σε αδι­καιο­λό­γητη απο­στέ­ρηση περιου­σια­κού στοι­χείου των ως άνω προ­σώ­πων, χωρίς να συντρέ­χουν λόγοι δημό­σιας ωφέ­λειας.

Η άποψη επίσης, κατά την οποία είναι ενδε­χό­μενο ακύ­ρω­σης από τις Ιερές Μητρο­πό­λεις στα Δωδε­κά­νησα και τους ιερούς ναούς όλων των απο­φά­σεων χρη­σι­κτη­σίας που έχουν ευδο­κι­μή­σει, με τρι­τα­να­κο­πές, είναι τελείως εσφαλ­μένη. Ανε­ξάρ­τητα από το γεγονός ότι απο­κλεί­ε­ται η ανα­δρο­μι­κό­τητα της άνω διά­τα­ξης από το 1938, θα έπρεπε να υπάρ­ξουν οι προ­ϋ­πο­θέ­σεις για την άσκηση από τους παρα­πάνω μιας παρα­δε­κτής, νόμιμης και βάσιμης τρια­τα­να­κο­πής, με την οποία θα επι­διώ­ξουν την ακύρωση ή την ανα­γνώ­ριση ως ανε­νερ­γών, έναντι αυτών, των παρα­πάνω απο­φά­σεων.

Με τη διάταξη του άρθρου 325 ΚΠολΔ καθιε­ρώ­νε­ται ο κανόνας, κατά τον οποίο το ουσια­στικό δεδι­κα­σμένο βασικώς ισχύει μόνο μεταξύ των δια­δί­κων και όχι έναντι τρίτων. Η περιο­ρι­σμένη μεταξύ των δια­δί­κων έκταση ισχύος του δεδι­κα­σμέ­νου κρίθηκε σκόπιμη με γνώμονα το συμ­φέ­ρον του ατόμου να μη δεσμεύ­ε­ται από μία δια­δι­κα­σία, στην οποία ούτε συνέ­πραξε, ούτε κλήθηκε να συμ­με­τά­σχει, το οποίο (συμ­φέ­ρον) έχει ανάγκη μεγα­λύ­τε­ρης προ­στα­σίας από την επί­τευξη των σκοπών του δεδι­κα­σμέ­νου και από το ότι ο διά­δι­κος είχε τη δικο­νο­μική δυνα­τό­τητα να επη­ρε­ά­σει με τις πράξεις του το απο­τέ­λε­σμα της δίκης και συνεπώς ορθό είναι να δεσμεύ­ε­ται από το περιε­χό­μενο της δικα­στι­κής από­φα­σης. Η κατ` εξαί­ρεση επέ­κταση του δεδι­κα­σμέ­νου και έναντι των δια­δό­χων των δια­δί­κων επι­βάλ­λε­ται από λόγους σκο­πι­μό­τη­τας, για να μη εξα­νε­μί­ζο­νται τα απο­τε­λέ­σματα της δίκης από το τυχαίο γεγονός της δια­δο­χής, ενώ έναντι των λοιπών τρίτων δικαιο­λο­γεί­ται από τη φύση του αντι­κει­μέ­νου της δίκης, είτε από την ιδιαί­τερη σχέση του τρίτου προς αυτό και το διάδικο που διε­ξή­γαγε τη δίκη.

Εκτός από τις περι­πτώ­σεις που ταυ­τί­ζο­νται με την ανα­ψη­λά­φηση, υφί­στα­νται δύο είδη τρι­τα­να­κο­πής, εκ των οποίων το μεν πρώτο αφορά εκεί­νους που δεσμεύ­ο­νται από το δεδι­κα­σμένο της προ­σβαλ­λο­μέ­νης από­φα­σης και απαι­τεί­ται για τη νομό­τυπη άσκησή του επι­πλέον και η επί­κληση δόλου ή συμπαι­γνίας κατά την έκδοση της από­φα­σης εκ μέρους όλων των δια­δί­κων που μετεί­χαν στην δίκη εκείνη (γνήσια τρι­τα­να­κοπή), το δε δεύτερο αφορά τους μη δεσμευό­με­νους από το δεδι­κα­σμένο τρίτους, οι οποίοι δεν χρειά­ζε­ται να επι­κα­λε­σθούν – εκτός από την προ­σγε­νο­μένη ή απει­λου­μένη βλάβη για τα συμ­φέ­ρο­ντά τους- και δόλο ή συμπαι­γνία των δια­δί­κων της προη­γού­με­νης δίκης (κατα­χρη­στική ή ανα­γνω­ρι­στική τρι­τα­να­κοπή).

Όμως, η εξ ης θεμε­λιού­ται το έννομο συμ­φέ­ρον των τρι­τα­να­κο­πτό­ντων βλάβη ή δια­κιν­δύ­νευση των συμ­φε­ρό­ντων τους, δύναται να είναι άμεση, έμμεση ή και ενδε­χό­μενη, αλλά το βλα­πτό­μενο ή σε κίνδυνο τιθέ­μενο δικαί­ωμά τους, με βάση το οποίο θα είχαν δικαί­ωμα να ασκή­σουν αγωγή ή παρέμ­βαση, πρέπει να είναι κεκτη­μένο και απαι­τητό κατά το χρόνο της εκδό­σεως της τρι­τα­να­κο­πτό­με­νης απο­φά­σεως, διότι η τυχόν υιο­θέ­τηση αντί­θε­της εκδοχής, ήτοι η παροχή δικαιώ­μα­τος τρι­τα­να­κο­πής σε κάθε βλα­πτό­μενο από κάποια απόφαση μετά πάροδο χρόνου από της εκδό­σεώς της και αν αυτός κατά τον χρόνο εκδό­σεως της τρι­τα­να­κο­πτό­με­νης από­φα­σης δεν είχε δικαί­ωμα ή συμ­φέ­ρον κεκτη­μένο και συνεπώς προ­στα­τεύ­σιμο, ανε­ξαρ­τή­τως ότι δεν βρίσκει έρεισμα στις περί τρι­τα­να­κο­πής δια­τά­ξεις, θα συνε­πή­γετο περαι­τέρω υπερ­βο­λική διεύ­ρυνση των δικαιου­μέ­νων σε τρι­τα­να­κοπή προ­σώ­πων σε βάρος των συναλ­λα­γών.

Ο κάθε τρι­τα­να­κό­πτων θα πρέπει να είχε απο­κτή­σει κατά το χρόνο εκδό­σεως της τρι­τα­να­κο­πτό­με­νης από­φα­σης αξίωση κατά του υπέρ ου η απόφαση προς εκπλή­ρωση υπο­χρε­ώ­σεως, ούτως ώστε να υπάρχει γενε­σιουρ­γός λόγος του δικαιώ­μα­τος.

Είναι σαφές, με βάση τα παρα­πάνω εκτι­θέ­μενα, ότι είναι αδι­καιο­λό­γη­τος ο φόβος και το ενδε­χό­μενο ασκή­σεως τρι­τα­να­κο­πών κατά των εκδο­θει­σών απο­φά­σεων.

Ανε­ξάρ­τητα πάντως από την άποψή μου για τη μη ανα­δρο­μι­κό­τητα του ν. 4301/2014, αλλά και για τον επι­βαλ­λό­μενο αυτο­νό­ητο σεβασμό όλων μας στην ορθή ερμη­νεία και εφαρ­μογή και αυτού του νόμου, χαι­ρε­τίζω την πολύ καθυ­στε­ρη­μένη θεσμο­θέ­τηση των δια­τά­ξεων, για την προ­στα­σία, όπως στη λοιπή Ελλάδα, της εκκλη­σια­στι­κής περιου­σίας στη Δωδε­κά­νησο».

Πώς σας φάνηκε το άρθρο;

Ένα πάτημα, χωρίς λογαριασμό. Μία ψήφος ανά συσκευή.

Σχολιασμός άρθρου

Προσθέστε ένα σχόλιο

Εμφανίζεται μετά από έγκριση · το e-mail δεν δημοσιεύεται0 / 2000

Τα σχόλια εκφράζουν τον σχολιαστή, όχι τη Δημοκρατική. Όροι σχολιασμού

Τα σχόλια εκφράζουν αποκλειστικά τον εκάστοτε σχολιαστή. Η Δημοκρατική δεν υιοθετεί αυτές τις απόψεις. Διατηρούμε το δικαίωμα να διαγράψουμε όποια σχόλια θεωρούμε προσβλητικά ή περιέχουν ύβρεις, χωρίς καμία προειδοποίηση. Χρήστες που δεν τηρούν τους όρους χρήσης αποκλείονται. Τα σχόλια δημοσιεύονται μετά από έγκριση· το e-mail δεν δημοσιεύεται.

Γίνετε ο πρώτος που θα σχολιάσει.