ΕΙΔΗΣΕΙΣ

Οκτώ προτάσεις Στουρνάρα στην κυβέρνηση για την οικονομία

news room 9 λεπτά ανάγνωση

Οκτώ προ­κλή­σεις και ισά­ριθ­μες προ­τά­σεις απα­ριθ­μεί η έκθεση της Τρά­πε­ζας της Ελλάδας για την ελλη­νική οικο­νο­μία.

Στην έκθεση η ΤτΕ κάνει τις εκτι­μή­σεις της για την πορεία της οικο­νο­μίας, την ανά­πτυξη και τον πλη­θω­ρι­σμό, αλλά παράλ­ληλα ο διοι­κη­τής της, Γιάννης Στουρ­νά­ρας κάνει και ορι­σμέ­νες χρή­σι­μες για την κυβέρ­νηση επι­ση­μάν­σεις.

Η ΤτΕ προ­βλέ­πει 2,2% για φέτος, 3% το 2024 και 2,7% το 2025. Επίσης, ο  πλη­θω­ρι­σμός, βάσει του Εναρ­μο­νι­σμέ­νου Δείκτη Τιμών Κατα­να­λωτή, προ­βλέ­πε­ται να δια­μορ­φω­θεί στο 4,3%, δηλαδή σε αρκετά χαμη­λό­τερο επίπεδο από εκείνο του 2022 (9,3%), κυρίως λόγω της καθο­δι­κής πορείας των τιμών των ενερ­γεια­κών αγαθών.

Εκτός, όμως, από τα παρα­πάνω, ο Γιάννης Στουρ­νά­ρας επι­λέ­γει να παρου­σιά­σει σαφώς τις μεγάλες προ­κλή­σεις για την ελλη­νική οικο­νο­μία, ενώ κατα­θέ­τει και οκτώ προ­τά­σεις προς τη νέα ηγεσία του υπουρ­γείο Οικο­νο­μι­κών.

Οι προ­κλή­σεις ανα­λυ­τικά:

Επεν­δυ­τική βαθμίδα: Η βασι­κό­τερη πρό­κληση για την οικο­νο­μική πολι­τική είναι η από­κτηση της επεν­δυ­τι­κής βαθ­μί­δας και, σε μετα­γε­νέ­στερο στάδιο, η υπέρ­βασή της. Κάτι τέτοιο θα ενι­σχύ­σει την ανθε­κτι­κό­τητα της ελλη­νι­κής οικο­νο­μίας σε εξω­γε­νείς δια­τα­ρα­χές και επει­σό­δια μετα­βλη­τό­τη­τας των διεθνών αγορών, θα περιο­ρί­σει το κόστος άντλη­σης κεφα­λαίων για τον δημόσιο και τον ιδιω­τικό τομέα και θα διευ­κο­λύ­νει τη δια­χεί­ριση του δημό­σιου χρέους, την πραγ­μα­το­ποί­ηση επεν­δύ­σεων και την ενί­σχυση της οικο­νο­μι­κής ανά­πτυ­ξης.

Η δια­τη­ρή­σιμη απο­κλι­μά­κωση του πλη­θω­ρι­σμού: Η αυστη­ρο­ποί­ηση της νομι­σμα­τι­κής πολι­τι­κής είναι ανα­γκαία προ­κει­μέ­νου να συνε­χι­στεί η απο­κλι­μά­κωση του πλη­θω­ρι­σμού στην ευρω­ζώνη και να κατα­στεί εφικτή η επι­στροφή του στο στόχο του 2% μεσο­πρό­θε­σμα. Για όσο διά­στημα διαρκεί η αυστη­ρο­ποί­ηση της νομι­σμα­τι­κής πολι­τι­κής της Ευρω­παϊ­κής Κεντρι­κής Τρά­πε­ζας για την αντι­με­τώ­πιση των υψηλών πλη­θω­ρι­στι­κών πιέσεων, απαι­τεί­ται η δια­τή­ρηση της περιο­ρι­στι­κής κατεύ­θυν­σης της δημο­σιο­νο­μι­κής πολι­τι­κής, έτσι ώστε να κατα­στεί ταχύ­τερη η απο­κλι­μά­κωση του πλη­θω­ρι­σμού. Σε αντί­θετη περί­πτωση, θα μπο­ρούσε να κατα­στεί ανα­γκαία περαι­τέρω αυστη­ρο­ποί­ηση της νομι­σμα­τι­κής πολι­τι­κής, με αρνη­τι­κές προ­ε­κτά­σεις στη διάρ­κεια και την έκταση των αρνη­τι­κών συνε­πειών της νομι­σμα­τι­κής συστο­λής στην οικο­νο­μική δρα­στη­ριό­τητα. Παράλ­ληλα, τόσο οι αυξή­σεις των τιμών των αγαθών και των υπη­ρε­σιών όσο και οι μισθο­λο­γι­κές αυξή­σεις θα πρέπει να είναι συνε­πείς με το μεσο­πρό­θε­σμο στόχο του πλη­θω­ρι­σμού (2%), λαμ­βά­νο­ντας υπόψη και το γεγονός ότι τα περι­θώ­ρια κέρδους των εται­ριών παρα­μέ­νουν υψηλά.

Υψηλό δημόσιο χρέος ως ποσοστό του ΑΕΠ: Tο δημόσιο χρέος ως ποσοστό του ΑΕΠ παρα­μέ­νει το υψη­λό­τερο της Ευρω­παϊ­κής Ένωσης (ΕΕ) και το δεύτερο υψη­λό­τερο διεθνώς. Οι κίν­δυ­νοι για τη βιω­σι­μό­τητα του δημό­σιου χρέους παρα­μέ­νουν οριο­θε­τη­μέ­νοι μεσο­πρό­θε­σμα, υπό την προ­ϋ­πό­θεση ότι τα δημο­σιο­νο­μικά μέτρα που έχουν ληφθεί στο πλαίσιο της παν­δη­μίας και της ενερ­γεια­κής κρίσης έχουν προ­σω­ρινό χαρα­κτήρα και ότι αξιο­ποιού­νται απο­τε­λε­σμα­τικά οι ευρω­παϊ­κοί πόροι. Ωστόσο, μακρο­πρό­θε­σμα εκτι­μά­ται αυξη­μένη αβε­βαιό­τητα, καθώς η στα­διακή ανα­χρη­μα­το­δό­τηση του συσ­σω­ρευ­μέ­νου χρέους προς τον επίσημο τομέα με όρους αγοράς θα αυξήσει την έκθεση του Ελλη­νι­κού Δημο­σίου στον επι­το­κιακό κίνδυνο και στον κίνδυνο αγοράς, γεγονός που εξα­λεί­φει τα περι­θώ­ρια χαλά­ρω­σης των συμ­φω­νη­μέ­νων δημο­σιο­νο­μι­κών στόχων.

Υψηλό έλλειμμα στο ισο­ζύ­γιο τρε­χου­σών συναλ­λα­γών: Σημα­ντική πρό­κληση απο­τε­λεί ο περιο­ρι­σμός του ελλείμ­μα­τος του ισο­ζυ­γίου τρε­χου­σών συναλ­λα­γών, παρά το ότι το υψηλό έλλειμμα που σημειώ­θηκε το 2022 (9,7% του ΑΕΠ) οφεί­λε­ται κατά 40% περίπου στις αυξη­μέ­νες τιμές καυ­σί­μων και ανα­μέ­νε­ται υπο­χώ­ρησή του στο 7% του ΑΕΠ το 2023. Μια οικο­νο­μία που βρί­σκε­ται σε δια­δι­κα­σία σύγκλι­σης προς το κατά κεφαλήν ΑΕΠ των εταίρων της και η οποία επι­διώ­κει να αυξήσει το ποσοστό των εθνικών επεν­δύ­σεών της (σήμερα 14% του ΑΕΠ) στο μέσο όρο της ΕΕ (22% του ΑΕΠ) και επίσης δαπανά για την εθνική της άμυνα ποσοστό του ΑΕΠ πολύ υψη­λό­τερο από το μέσο όρο της ΕΕ είναι ανα­πό­φευ­κτο να έχει ελλειμ­μα­τικό ισο­ζύ­γιο τρε­χου­σών συναλ­λα­γών. Ωστόσο, ένα έλλειμμα του ισο­ζυ­γίου τρε­χου­σών συναλ­λα­γών πάνω από 4% του ΑΕΠ που δια­τη­ρεί­ται μεσο­πρό­θε­σμα έρχεται σε σύγκρουση με τον έλεγχο των μακρο­οι­κο­νο­μι­κών ανι­σορ­ρο­πιών (macroeconomic imbalances procedure) της ΕΕ, κυρίως όμως υπο­δη­λώ­νει ότι η εθνική δαπάνη είναι σημα­ντικά και δια­χρο­νικά μεγα­λύ­τερη από την εγχώρια παρα­γωγή ή, ταυ­τό­σημα, ότι οι επεν­δύ­σεις του ιδιω­τι­κού και του δημό­σιου τομέα είναι σημα­ντικά υψη­λό­τε­ρες από τις αντί­στοι­χες απο­τα­μιεύ­σεις.

Μη εξυ­πη­ρε­τού­μενα δάνεια και υψηλό ιδιω­τικό χρέος: Ο δείκτης μη εξυ­πη­ρε­τού­με­νων δανείων, παρά την αξιο­ση­μεί­ωτη απο­κλι­μά­κωσή του, παρα­μέ­νει σημα­ντικά υψη­λό­τε­ρος από το μέσο όρο των τρα­πε­ζών της ευρω­ζώ­νης. Παράλ­ληλα, συνο­λικά το ιδιω­τικό χρέος ως ποσοστό του ΑΕΠ παρα­μέ­νει σε πολύ υψηλά επίπεδα και επη­ρε­ά­ζει αρνη­τικά τη δυνα­τό­τητα νέου δανει­σμού και υλο­ποί­η­σης επεν­δυ­τι­κών δράσεων.

Υψηλή ανεργία και ανα­ντι­στοι­χία ζητού­με­νων και προ­σφε­ρό­με­νων θέσεων εργα­σίας: Παρά την αισθητή μείωση της ανερ­γίας τα τελευ­ταία έτη, αρκετές στρε­βλώ­σεις συνε­χί­ζουν να υφί­στα­νται, καθώς τα ποσοστά ανερ­γίας των γυναι­κών, των νέων και των μακρο­χρό­νια ανέργων παρα­μέ­νουν σημα­ντικά υψη­λό­τερα του μέσου όρου της ΕΕ, οδη­γώ­ντας στην απα­ξί­ωση των δεξιο­τή­των του εργα­τι­κού δυνα­μι­κού. Σημειώ­νε­ται ότι το φυσικό ποσοστό ανερ­γίας στην Ελλάδα εκτι­μά­ται κοντά στο 13%, διπλά­σιο από ό,τι σε πολλές χώρες της ΕΕ, γεγονός που απο­τε­λεί ένδειξη ύπαρξης σοβαρών στρε­βλώ­σεων και διαρ­θρω­τι­κών προ­βλη­μά­των. Επι­πλέον, παρα­τη­ρεί­ται ανα­ντι­στοι­χία μεταξύ ζητού­με­νων και προ­σφε­ρό­με­νων θέσεων εργα­σίας, καθώς οι επι­χει­ρή­σεις σε ορι­σμέ­νους κλάδους δυσκο­λεύ­ο­νται να βρουν κατάλ­λη­λους εργα­ζό­με­νους για να καλύ­ψουν τις ανάγκες τους. Ελλεί­ψεις προ­σω­πι­κού κατα­γρά­φο­νται ιδιαί­τερα στον του­ρι­στικό τομέα και στις κατα­σκευές.

Χρόνιες αδυ­να­μίες: Παρά τη βελ­τί­ωση που σημειώ­θηκε την τελευ­ταία πεντα­ε­τία, η ελλη­νική οικο­νο­μία εξα­κο­λου­θεί να κατα­τάσ­σε­ται ακόμη σχετικά χαμηλά στους διε­θνείς δείκτες διαρ­θρω­τι­κής αντα­γω­νι­στι­κό­τη­τας, λόγω χρόνιων εγγενών αδυ­να­μιών. Τέτοιου είδους αδυ­να­μίες, που περιο­ρί­ζουν την αντα­γω­νι­στι­κό­τητα και δημιουρ­γούν αντι­κί­νη­τρα στην πραγ­μα­το­ποί­ηση επεν­δύ­σεων είναι μεταξύ άλλων οι καθυ­στε­ρή­σεις στην απονομή της δικαιο­σύ­νης, η γρα­φειο­κρα­τία και η ανα­πο­τε­λε­σμα­τι­κό­τητα που εξα­κο­λου­θεί να υπάρχει σε ορι­σμέ­νους τομείς του Δημο­σίου (λ.χ. στις μετα­βι­βά­σεις ακι­νή­των, στην εκπό­νηση χωρο­τα­ξι­κών σχεδίων, στην ολο­κλή­ρωση του Εθνικού Κτη­μα­το­λο­γίου, στην ψηφιο­ποί­ηση των δημό­σιων υπη­ρε­σιών), η υστέ­ρηση σε βασικές υπο­δο­μές, η ανε­παρ­κής κατα­πο­λέ­μηση της εκτε­τα­μέ­νης φορο­δια­φυ­γής, οι οιονεί ολι­γο­πω­λια­κές συν­θή­κες σε συγκε­κρι­μέ­νες αγορές αγαθών και υπη­ρε­σιών και οι στρε­βλώ­σεις στην αγορά ενέρ­γειας. Πρό­σθετα παρα­δείγ­ματα εγγενών αδυ­να­μιών απο­τε­λούν η μικρή συμ­με­τοχή των γυναι­κών και των νέων στην αγορά εργα­σίας σε συν­δυα­σμό με τη δυσμενή εξέλιξη του δημο­γρα­φι­κού, ο αυξη­μέ­νος κίν­δυ­νος φτώ­χειας και κοι­νω­νι­κού απο­κλει­σμού, οι σημα­ντι­κές περι­φε­ρεια­κές ανι­σό­τη­τες, οι ελλεί­ψεις στο λεγό­μενο “τρίγωνο της γνώσης” (παιδεία – έρευνα ‒ και­νο­το­μία) και η υψηλή εξάρ­τηση της ελλη­νι­κής οικο­νο­μίας από ορυκτά καύσιμα.

Χαμηλό κατά κεφαλήν ΑΕΠ: Το κατά κεφαλήν ΑΕΠ της Ελλάδος αντι­στοι­χεί περίπου στο 55% του κατά κεφαλήν ΑΕΠ των χωρών της ευρω­ζώ­νης, έναντι περίπου 70% πριν από την κρίση χρέους. Για να καλυ­φθεί το χαμένο έδαφος, απαι­τεί­ται η δια­τή­ρηση ρυθμών ανά­πτυ­ξης που να υπερ­βαί­νουν κατά πολύ το μέσο ρυθμό της ευρω­ζώ­νης. Σε δια­φο­ρε­τική περί­πτωση, μπορεί να χρεια­στεί πάνω από μια δεκα­πε­ντα­ε­τία για να επα­νέλ­θει η ελλη­νική οικο­νο­μία στο επίπεδο όπου βρι­σκό­ταν σε σχέση με την ευρω­ζώνη πριν από την κρίση χρέους. Αυτή η ανα­γκαία διαρκής δια­δι­κα­σία σύγκλι­σης προ­ϋ­πο­θέ­τει την υλο­ποί­ηση σημα­ντι­κών επεν­δύ­σεων, οι οποίες είτε θα πρέπει να χρη­μα­το­δο­τη­θούν από εθνικές απο­τα­μιεύ­σεις είτε θα πρέπει να καλυ­φθούν από εισροές κεφα­λαίων από το εξω­τε­ρικό. Όμως, για την ενί­σχυση των επεν­δύ­σεων και ιδίως για την προ­σέλ­κυση ξένων κεφα­λαίων θα πρέπει να δημιουρ­γη­θούν οι κατάλ­λη­λες προ­ϋ­πο­θέ­σεις, δηλαδή φιλικό επι­χει­ρη­μα­τικό περι­βάλ­λον, προ­σω­πικό που δια­θέ­τει υψηλή εξει­δί­κευση και τεχνι­κές δεξιό­τη­τες και υψηλού επι­πέ­δου υπο­δο­μές και δίκτυα. H μη αντι­με­τώ­πιση των διαρ­θρω­τι­κών αδυ­να­μιών της ελλη­νι­κής οικο­νο­μίας την καθιστά ευάλωτη σε εξω­γε­νείς δια­τα­ρα­χές που δύνα­νται να ανα­κό­ψουν εκ νέου τη δια­δι­κα­σία σύγκλι­σης που έχει δρο­μο­λο­γη­θεί τα τελευ­ταία χρόνια.

Οι προ­τά­σεις Στουρ­νάρα

Λαμ­βά­νο­ντας υπόψη τις αβε­βαιό­τη­τες και τους κιν­δύ­νους που συν­δέ­ο­νται με το διεθνές οικο­νο­μικό περι­βάλ­λον, τις νέες και τις προ­ϋ­πάρ­χου­σες προ­κλή­σεις που αντι­με­τω­πί­ζει η ελλη­νική οικο­νο­μία, καθώς και την ανάγκη να επι­τα­χυν­θεί η πραγ­μα­τική σύγκλιση του κατά κεφαλήν ΑΕΠ της Ελλάδος με το μέσο όρο της ΕΕ, προ­τεί­νο­νται τα ακό­λουθα:

1ον Η υλο­ποί­ηση των μεταρ­ρυθ­μί­σεων που περι­λαμ­βά­νο­νται στο Εθνικό Σχέδιο Ανά­καμ­ψης και Ανθε­κτι­κό­τη­τας ώστε να ενι­σχυ­θεί η συνο­λική παρα­γω­γι­κό­τητα, ο ρυθμός αύξησης του δυνη­τι­κού προ­ϊ­ό­ντος και η διαρ­θρω­τική αντα­γω­νι­στι­κό­τητα και να αυξηθεί έτσι η δυνα­τό­τητα της οικο­νο­μίας για μεγα­λύ­τε­ρες δαπάνες (κυρίως επεν­δυ­τι­κές) χωρίς επι­δεί­νωση του εξω­τε­ρι­κού ισο­ζυ­γίου.

2ον Η απο­τε­λε­σμα­τική και ταχεία αξιο­ποί­ηση των πόρων από τα Διαρ­θρω­τικά Ταμεία της ΕΕ και από το Μηχα­νι­σμό Ανά­καμ­ψης και Ανθε­κτι­κό­τη­τας για την τόνωση των δημό­σιων και ιδιω­τι­κών επεν­δύ­σεων και τον περιο­ρι­σμό του επεν­δυ­τι­κού κενού. Η διεύ­ρυνση των επεν­δύ­σεων θα πρέπει να στη­ρι­χθεί και στην άνοδο της εγχώ­ριας απο­τα­μί­ευ­σης, χωρίς τη συμβολή της οποίας υπάρχει ανι­σορ­ρο­πία μεταξύ εθνικών απο­τα­μιεύ­σεων και επεν­δύ­σεων, η οποία και επη­ρε­ά­ζει αρνη­τικά το ισο­ζύ­γιο πλη­ρω­μών.

3ον Η αντι­με­τώ­πιση του ελλείμ­μα­τος του ισο­ζυ­γίου τρε­χου­σών συναλ­λα­γών μέσω της ενί­σχυ­σης της αντα­γω­νι­στι­κό­τη­τας και της εξω­στρέ­φειας της οικο­νο­μίας. Προ­ϋ­πο­θέ­σεις για τη μείωση του ελλείμ­μα­τος του ισο­ζυ­γίου τρε­χου­σών συναλ­λα­γών είναι η περαι­τέρω αύξηση των εξα­γω­γών, η υπο­κα­τά­σταση των εισα­γω­γών και η προ­ώ­θηση της ενερ­γεια­κής αυτο­νο­μίας ώστε να περιο­ρι­στούν οι ανάγκες εισα­γω­γών ενέρ­γειας.

4ον Η περαι­τέρω μείωση του λόγου δημό­σιου χρέους προς ΑΕΠ. Αυτό απαιτεί τη συστη­μα­τική επι­στροφή σε πρω­το­γενή, κυκλικά διορ­θω­μένα, δημο­σιο­νο­μικά πλε­ο­νά­σματα της τάξης του 2% του ΑΕΠ. Κάτι τέτοιο είναι απα­ραί­τητο μεσο­πρό­θε­σμα, καθώς η αύξηση του κόστους δανει­σμού και η υπο­χώ­ρηση των ρυθμών ανά­πτυ­ξης και του πλη­θω­ρι­σμού περιο­ρί­ζουν τη μειω­τική συμβολή της δια­φο­ράς έμμεσου επιτοκίου-ονομαστικού ρυθμού ανά­πτυ­ξης στη δυνα­μική του χρέους. Κατά συνέ­πεια, απο­δυ­να­μώ­νε­ται στα­διακά η αρχικά ευερ­γε­τική επί­δραση του πλη­θω­ρι­σμού στη μείωση του λόγου χρέους προς ΑΕΠ, και άρα απαι­τεί­ται η δημιουρ­γία δια­τη­ρή­σι­μων πρω­το­γε­νών πλε­ο­να­σμά­των ώστε να μην υπο­νο­μευ­θεί η συνεχής πτωτική πορεία του δημό­σιου χρέους.

5ον Η δια­σφά­λιση της περαι­τέρω απο­κλι­μά­κω­σης του πλη­θω­ρι­σμού. Κάτι τέτοιο προ­ϋ­πο­θέ­τει: Πρώτον, ότι οι μισθο­λο­γι­κές αυξή­σεις θα αντι­στοι­χούν στις πραγ­μα­τι­κές δυνα­τό­τη­τες της οικο­νο­μίας, όπως αυτές προσ­διο­ρί­ζο­νται κυρίως από τις μετα­βο­λές της παρα­γω­γι­κό­τη­τας, και ότι θα απο­φευ­χθεί μία φάση δευ­τε­ρο­γε­νών πλη­θω­ρι­στι­κών πιέσεων, τρο­φο­δο­τού­με­νων από την άνοδο των μισθών. Δεύ­τε­ρον, ότι θα υπάρ­ξουν παρεμ­βά­σεις και έλεγχοι στις αγορές αγαθών και υπη­ρε­σιών ώστε να απο­φευ­χθούν υπερ­βο­λι­κές, δηλαδή μη συνε­πείς με το μεσο­πρό­θε­σμο στόχο του πλη­θω­ρι­σμού, αυξή­σεις στις τιμές, λαμ­βά­νο­ντας μάλιστα υπόψη τα ήδη υψηλά περι­θώ­ρια κέρδους σε αρκε­τούς κλάδους της οικο­νο­μίας. Σε βάθος χρόνου απαι­τεί­ται βελ­τί­ωση των συν­θη­κών αντα­γω­νι­σμού στις εν λόγω αγορές με άρση εμπο­δίων και στρε­βλώ­σεων για να περιο­ρι­στούν οι ολι­γο­πω­λια­κές πρα­κτι­κές.

6ον Η περαι­τέρω υπο­χώ­ρηση του ποσο­στού ανερ­γίας και η αντι­με­τώ­πιση του προ­βλή­μα­τος της ανα­ντι­στοι­χίας μεταξύ ζητού­με­νων και προ­σφε­ρό­με­νων θέσεων εργα­σίας. Απαι­τεί­ται ανα­βάθ­μιση της τεχνι­κής και τεχνο­λο­γι­κής εκπαί­δευ­σης και υλο­ποί­ηση στο­χευ­μέ­νων προ­γραμ­μά­των κατάρ­τι­σης του εργα­τι­κού δυνα­μι­κού. Εξίσου ανα­γκαίες είναι παρεμ­βά­σεις για να ενι­σχυ­θεί το πλέγμα εναρ­μό­νι­σης της οικο­γε­νεια­κής και επαγ­γελ­μα­τι­κής ζωής, για την ένταξη και παρα­μονή στην αγορά εργα­σίας του μη οικο­νο­μικά ενεργού πλη­θυ­σμού, με έμφαση στις γυναί­κες και στους νέους. Θεσμι­κές παρεμ­βά­σεις για τη μείωση των ασφα­λι­στι­κών εισφο­ρών ή επι­δό­τησή τους θα μειώ­σουν το μη μισθο­λο­γικό κόστος και θα συμ­βά­λουν, σε συν­δυα­σμό με την αύξηση των ελέγχων και ιδιαί­τερα σε κλάδους με αυξη­μένη παρα­βα­τι­κό­τητα, στον περιο­ρι­σμό της αδή­λω­της ή υπο­δη­λω­μέ­νης εργα­σίας.

7ον Η επι­τά­χυνση της ενερ­γεια­κής μετά­βα­σης και της απε­ξάρ­τη­σης από τα ορυκτά καύσιμα. Η ενί­σχυση των ανα­νε­ώ­σι­μων πηγών ενέρ­γειας στο ενερ­γειακό μίγμα προ­ϋ­πο­θέ­τει, εκτός από νέες επεν­δύ­σεις, και αύξηση των δυνα­το­τή­των απο­θή­κευ­σης ενέρ­γειας. Στο πλαίσιο αυτό, κρίσιμη είναι η αξιο­ποί­ηση των πόρων του REPowerEU για τη βελ­τί­ωση της ενερ­γεια­κής απο­δο­τι­κό­τη­τας και την επι­τά­χυνση της πρά­σι­νης μετά­βα­σης. Παράλ­ληλα, επι­ση­μαί­νε­ται ότι η μετά­βαση προς την πράσινη ενέρ­γεια και τον ψηφιακό μετα­σχη­μα­τι­σμό της οικο­νο­μίας προ­ϋ­πο­θέ­τει, πέρα από την υλο­ποί­ηση νέων επεν­δύ­σεων, και την ύπαρξη κατάλ­ληλα εκπαι­δευ­μέ­νου προ­σω­πι­κού στις νέες τεχνο­λο­γίες.

8ον Η περαι­τέρω ενδυ­νά­μωση του τρα­πε­ζι­κού συστή­μα­τος. Ο ελλη­νι­κός τρα­πε­ζι­κός τομέας έχει σημειώ­σει αξιό­λογη πρόοδο τα τελευ­ταία χρόνια και είναι και πάλι σε θέση να συνε­χί­σει με επι­τυ­χία το δια­με­σο­λα­βη­τικό του ρόλο και να επω­φε­λη­θεί από τις προ­ο­πτι­κές της ελλη­νι­κής οικο­νο­μίας και την ανα­με­νό­μενη επα­να­φορά του Ελλη­νι­κού Δημο­σίου στην επεν­δυ­τική βαθμίδα αξιο­λό­γη­σης. Ωστόσο, εξα­κο­λου­θούν να υφί­στα­νται προ­κλή­σεις οι οποίες σχε­τί­ζο­νται με την ανάγκη δια­τή­ρη­σης ισχυρής κερ­δο­φο­ρίας και περαι­τέρω μείωσης των μη εξυ­πη­ρε­τού­με­νων δανείων, ενώ οι ανα­βαλ­λό­με­νες φορο­λο­γι­κές υπο­χρε­ώ­σεις (DTC) εξα­κο­λου­θούν να απο­τε­λούν μεγάλο μέρος των κεφα­λαίων των τρα­πε­ζών.

Πηγή: Reporter.gr

Πώς σας φάνηκε το άρθρο;

Ένα πάτημα, χωρίς λογαριασμό. Μία ψήφος ανά συσκευή.

Σχολιασμός άρθρου

Προσθέστε ένα σχόλιο

Εμφανίζεται μετά από έγκριση · το e-mail δεν δημοσιεύεται0 / 2000

Τα σχόλια εκφράζουν τον σχολιαστή, όχι τη Δημοκρατική. Όροι σχολιασμού

Τα σχόλια εκφράζουν αποκλειστικά τον εκάστοτε σχολιαστή. Η Δημοκρατική δεν υιοθετεί αυτές τις απόψεις. Διατηρούμε το δικαίωμα να διαγράψουμε όποια σχόλια θεωρούμε προσβλητικά ή περιέχουν ύβρεις, χωρίς καμία προειδοποίηση. Χρήστες που δεν τηρούν τους όρους χρήσης αποκλείονται. Τα σχόλια δημοσιεύονται μετά από έγκριση· το e-mail δεν δημοσιεύεται.

Γίνετε ο πρώτος που θα σχολιάσει.