- Η Τοπική Αυτοδιοίκηση αντιμετωπίζει οικονομική ασφυξία, έλλειψη προσωπικού και θεσμικές δυσλειτουργίες, με αποτέλεσμα να δυσκολεύεται να καλύψει βασικές ανάγκες και να παρέχει υπηρεσίες στους πολίτες.
- Για το 2026 οι δήμοι λαμβάνουν περίπου 3 δισ. ευρώ, ενώ εκτιμάται ότι χρειάζονται 5,5 δισ. για τις αρμοδιότητες που ασκούν και έως 10 δισ. βάσει του ισχύοντος θεσμικού πλαισίου.
- Η χρηματοδότηση της ελληνικής Αυτοδιοίκησης αντιστοιχεί μόλις στο 3,4% του κρατικού προϋπολογισμού, έναντι 15% στην Ισπανία, 17% στην Πορτογαλία και 20% στη Γαλλία.
- Ο Γιώργος Πόκκιας υποστηρίζει ότι απαιτείται νέα μεταρρυθμιστική τομή, καθώς η μεταφορά αρμοδιοτήτων χωρίς αντίστοιχους πόρους και η συγκέντρωση εξουσιών στο κεντρικό κράτος επιβαρύνουν τους δήμους.
Η Τοπική Αυτοδιοίκηση βρίσκεται αντιμέτωπη με σοβαρές προκλήσεις, με την οικονομική υποχρηματοδότηση, τη μεταφορά αρμοδιοτήτων χωρίς τους αντίστοιχους πόρους και την αυξανόμενη συγκέντρωση εξουσιών στο κεντρικό κράτος να διαμορφώνουν ένα ιδιαίτερα πιεστικό περιβάλλον για τους δήμους.
Το στέλεχος του ΠΑΣΟΚ, Γιώργος Πόκκιας, με αφορμή το ετήσιο τακτικό συνέδριο της ΚΕΔΕ κι επικαλούμενος την διαδρομή της τοπικής αυτοδιοίκησης και των μεγάλων διοικητικών μεταρρυθμίσεων, περιγράφει την κατάσταση, εξηγεί γιατί θεωρεί αναγκαία μια νέα μεταρρυθμιστική τομή και αναδεικνύει τις προτάσεις του ΠΑΣΟΚ για την επόμενη ημέρα.
Κύριε Πόκκια, η Τοπική Αυτοδιοίκηση βρίσκεται σε μια ιδιαίτερα δύσκολη περίοδο. Πώς αξιολογείτε τη σημερινή κατάσταση και ποιες είναι οι μεγαλύτερες προκλήσεις που αντιμετωπίζει;
Αυτά που βιώνει η Αυτοδιοίκηση τα τελευταία χρόνια είναι πραγματικά πολύ δύσκολα. Και όταν μιλάμε για Αυτοδιοίκηση, δεν αναφερόμαστε μόνο στους αιρετούς και στους αυτοδιοικητικούς. Μιλάμε για την ίδια την κοινωνία, για τους δημότες και τους πολίτες κάθε περιοχής, οι οποίοι περιμένουν από τους δήμους και τους δημάρχους να δίνουν λύσεις στα προβλήματα της καθημερινότητάς τους.
Σήμερα, όμως, οι δήμοι δυσκολεύονται να ανταποκριθούν ακόμη και σε βασικές ανάγκες. Η οικονομική ασφυξία, η έλλειψη προσωπικού και οι θεσμικές δυσλειτουργίες περιορίζουν τη δυνατότητά τους να προσφέρουν καλύτερες υπηρεσίες, να στηρίξουν τις κοινωνικές δομές, να συντηρήσουν τα σχολεία και το οδικό δίκτυο. Η κατάσταση αυτή δεν αφορά μόνο στην λειτουργία των δήμων. Αφορά στην ποιότητα ζωής των πολιτών.
Στο επίκεντρο των συζητήσεων βρίσκεται κυρίως η οικονομική κατάσταση των δήμων. Πόσο μεγάλη είναι τελικά η απόσταση ανάμεσα στις ανάγκες και στους διαθέσιμους πόρους;
Τα οικονομικά στοιχεία είναι αποκαλυπτικά. Για το 2026, η Αυτοδιοίκηση πρώτου βαθμού λαμβάνει περίπου 3 δισεκατομμύρια ευρώ από το κράτος. Ωστόσο, με βάση τις αρμοδιότητες που προβλέπει το ισχύον θεσμικό πλαίσιο, οι πόροι που θα έπρεπε να της διατίθενται προσεγγίζουν τα 10 δισεκατομμύρια ευρώ. Υπάρχει, επίσης, μια μελέτη της ΕΕΤΑΑ και του Ινστιτούτου Τοπικής Αυτοδιοίκησης, σύμφωνα με την οποία, για τις αρμοδιότητες που πραγματικά άσκησε η Αυτοδιοίκηση την προηγούμενη χρονιά, θα έπρεπε να έχει στη διάθεσή της περίπου 5,5 δισεκατομμύρια ευρώ. Επομένως, έχουμε τρία μεγέθη που αποτυπώνουν ξεκάθαρα το πρόβλημα: 3 δισεκατομμύρια που δίνονται, 5,5 δισεκατομμύρια που απαιτούνται για τις αρμοδιότητες που ασκούνται και 10 δισεκατομμύρια που προβλέπονται με βάση το θεσμικό πλαίσιο.

Μπορούμε να συγκρίνουμε την ελληνική Αυτοδιοίκηση με εκείνη των άλλων ευρωπαϊκών χωρών;
Η Ελλάδα διαθέτει στην Αυτοδιοίκηση μόλις το 3,4% του κρατικού προϋπολογισμού. Στην Ισπανία το αντίστοιχο ποσοστό φτάνει το 15%, στην Πορτογαλία το 17% και στη Γαλλία το 20%. Πρόκειται για τεράστιες αποκλίσεις από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο. Και υπάρχει ακόμη ένα στοιχείο που πρέπει να θυμόμαστε: πριν από την οικονομική κρίση, το 2008 και το 2009, η Αυτοδιοίκηση ελάμβανε πάνω από 4 ή και 5 δισεκατομμύρια ευρώ. Σήμερα, μετά από τόσα χρόνια, λαμβάνει περίπου 3 δισεκατομμύρια, χωρίς καν να υπολογίσουμε τον πληθωρισμό και την αύξηση του κόστους λειτουργίας. Βεβαίως, η χώρα πέρασε από τα μνημόνια. Τότε, όμως, η Αυτοδιοίκηση έβαλε πλάτη και κράτησε όρθια την κοινωνία, μέσα από τις κοινωνικές της δομές. Σήμερα, που η κυβέρνηση πανηγυρίζει για την οικονομική ανάκαμψη και τα αυξημένα δημόσια έσοδα, δεν μπορεί να επικαλείται διαρκώς τη δημοσιονομική στενότητα μόνο όταν πρόκειται για τους δήμους.
Θεωρείτε ότι πίσω από την οικονομική υποχρηματοδότηση υπάρχει και μια διαφορετική αντίληψη για τον ρόλο της Αυτοδιοίκησης;
Αναμφισβήτητα. Η σημερινή κυβέρνηση αντιμετωπίζει την Αυτοδιοίκηση ως ένα όργανο του κεντρικού κράτους, ως έναν μηχανισμό που καλείται να εκτελεί τις αποφάσεις της κεντρικής εξουσίας. Εμείς έχουμε διαφορετική αντίληψη. Θέλουμε δήμους με οικονομική και διοικητική αυτοτέλεια, με πραγματικές αρμοδιότητες και τους αναγκαίους πόρους για να τις ασκούν. Ο δήμαρχος είναι εκείνος που βρίσκεται πιο κοντά στον πολίτη και μπορεί να αντιληφθεί άμεσα τις ανάγκες μιας τοπικής κοινωνίας. Αντί, λοιπόν, να ενισχύουμε αυτή τη δυνατότητα, βλέπουμε να αφαιρούνται αρμοδιότητες από τους δήμους και να συγκεντρώνονται στο κεντρικό κράτος. Τα ζητήματα των πολεοδομιών, των υδάτων και άλλων κρίσιμων τομέων είναι χαρακτηριστικά παραδείγματα αυτής της κατεύθυνσης.
Κατά την εκτίμησή σας, υπάρχουν, ευθύνες και από την πλευρά των ίδιων των αιρετών;
Δεν πρέπει να μεταφέρουμε όλες τις ευθύνες στο κεντρικό κράτος. Υπάρχει και ένα ζήτημα πολιτικής στάσης μέσα στην ίδια την Αυτοδιοίκηση. Η πλειονότητα των δημάρχων προέρχεται από τον χώρο της Νέας Δημοκρατίας και, δυστυχώς, αρκετοί φαίνεται να έχουν αποδεχθεί ως φυσιολογική τη σημερινή κατάσταση. Υπάρχουν εξαρτήσεις από την κυβέρνηση και από υπουργούς, οι οποίες περιορίζουν τη δυνατότητα ουσιαστικής διεκδίκησης. Η Αυτοδιοίκηση, όμως, οφείλει να υπερασπίζεται τον θεσμικό της ρόλο, ανεξάρτητα από κομματικές προτιμήσεις. Χρειάζεται περισσότερος δυναμισμός, περισσότερη διεκδίκηση και μια διαφορετική αντίληψη για την αποκέντρωση. Ελπίζω ότι οι επόμενες αυτοδιοικητικές εκλογές, μετά τις εθνικές εκλογές, θα αναδείξουν αυτή την ανάγκη.

Η κυβέρνηση προωθεί έναν νέο Κώδικα Αυτοδιοίκησης. Μπορεί αυτός να αποτελέσει τη λύση στα προβλήματα;
Δεν θέλω να ισοπεδώσω την ανάγκη να υπάρχει ένας ενιαίος Κώδικας. Είναι θετικό ότι διατάξεις που βρίσκονταν διάσπαρτες σε εκατοντάδες νόμους, προεδρικά διατάγματα και παλαιότερες ρυθμίσεις συγκεντρώνονται σε ένα ενιαίο θεσμικό πλαίσιο. Πρέπει, όμως, να ξεκαθαρίσουμε κάτι: αυτό δεν συνιστά από μόνο του διοικητική μεταρρύθμιση. Είναι κυρίως μια κωδικοποίηση της υφιστάμενης νομοθεσίας. Η χώρα χρειάζεται μια πραγματικά ισχυρή θεσμική τομή, που θα επανακαθορίσει τις αρμοδιότητες, τους πόρους και τη σχέση της Αυτοδιοίκησης με το κεντρικό κράτος.
Κατά την άποψή σας, ποιες ήταν οι σημαντικότερες μεταρρυθμίσεις στην ιστορική διαδρομή της ελληνικής Αυτοδιοίκησης και τι χρειάζεται να γίνει σήμερα;
Υπήρξαν σημαντικοί σταθμοί. Το 1982 έγινε η πρώτη μεγάλη μεταρρυθμιστική παρέμβαση, με την ενίσχυση των αρμοδιοτήτων των δήμων και των κοινοτήτων. Ακολούθησαν τα Συμβούλια Περιοχής το 1986, η καθιέρωση της αιρετής Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης το 1994 και ο «Καποδίστριας» το 1999. Στη συνέχεια ήρθε ο «Καλλικράτης». Αυτές οι παρεμβάσεις άλλαξαν τον διοικητικό χάρτη της χώρας. Σήμερα χρειαζόμαστε μια αντίστοιχης εμβέλειας μεταρρύθμιση. Όσο πιο ισχυρή είναι η Αυτοδιοίκηση τόσο πιο ισχυρή γίνεται η κοινωνία. Αυτός πρέπει να είναι ο στόχος.
Ποια είναι η πρόταση του ΠΑΣΟΚ για την επόμενη ημέρα;
Ο Νίκος Ανδρουλάκης παρουσίασε συγκεκριμένες δεσμεύσεις στο συνέδριο της ΚΕΔΕ.
Ο Νίκος Ανδρουλάκης ήταν σαφής, παρουσιάζοντας πέντε μεγάλες αλλαγές που αποτελούν δεσμεύσεις του ΠΑΣΟΚ για την επόμενη ημέρα, εφόσον υπάρξει πολιτική αλλαγή και το κόμμα αναλάβει τη διακυβέρνηση της χώρας. Πρώτη προτεραιότητα είναι η πραγματική οικονομική αυτοτέλεια των δήμων και η σταδιακή προσέγγιση του ευρωπαϊκού μέσου όρου στη χρηματοδότησή τους. Στο πλαίσιο αυτό, προτείνεται να σταματήσει η παρακράτηση του 60% των πόρων, που αποτελεί μνημονιακή υποχρέωση, καθώς και να αποδίδεται απευθείας στους δήμους μέρος των εσόδων από το τέλος ανθεκτικότητας. Παράλληλα, προβλέπεται η δημιουργία ενός πραγματικού Ταμείου Περιφερειακής Ανάπτυξης και Ανθεκτικότητας, για τη χρηματοδότηση αντιπλημμυρικών έργων, δράσεων αντιπυρικής προστασίας και πρόληψης φυσικών καταστροφών.
Πέρα από την οικονομική ενίσχυση, ποιες θεσμικές αλλαγές θεωρείτε απαραίτητες;
Χρειάζεται μια μεγάλη θεσμική μεταρρύθμιση που θα ξεκαθαρίζει ποιος κάνει τι, ποιες είναι οι αρμοδιότητες κάθε βαθμού Αυτοδιοίκησης και ποιοι πόροι αντιστοιχούν σε αυτές. Χρειαζόμαστε επίσης ένα καθαρό και λειτουργικό εκλογικό σύστημα. Οι αλλαγές που προωθεί η κυβέρνηση, με τις ρυθμίσεις για την πρώτη και τη δεύτερη επιλογή, δείχνουν έναν πειραματισμό που δεν βοηθά τη θεσμική σταθερότητα. Παράλληλα, πρέπει να αποκατασταθεί ο ρόλος της Αυτοδιοίκησης σε κρίσιμους τομείς, όπως οι πολεοδομίες και η διαχείριση των υδάτων. Δεν μπορεί να μιλάμε για αποκέντρωση στα λόγια και στην πράξη να ενισχύουμε συνεχώς την υπερσυγκέντρωση εξουσιών.
Ποιο είναι, τελικά, το πολιτικό διακύβευμα για την Αυτοδιοίκηση;
Το διακύβευμα είναι να αποκτήσει ξανά η Αυτοδιοίκηση τη δυνατότητα να λειτουργεί ως πραγματικά αυτοδιοικητικός θεσμός. Να μπορεί να αποφασίζει, να σχεδιάζει και να υλοποιεί πολιτικές με επίκεντρο τις ανάγκες των πολιτών. Δεν αρκεί να μεταφέρουμε αρμοδιότητες χωρίς χρήματα, ούτε να συγκεντρώνουμε όλες τις αποφάσεις στην κεντρική διοίκηση. Χρειάζεται μια νέα σχέση εμπιστοσύνης ανάμεσα στο κράτος, στους δήμους και στις τοπικές κοινωνίες. Το ΠΑΣΟΚ έχει ιστορική παρακαταθήκη στις μεγάλες μεταρρυθμίσεις της Αυτοδιοίκησης και φιλοδοξεί να δώσει ξανά μια προοδευτική κατεύθυνση στον θεσμό. Γιατί η ισχυρή Αυτοδιοίκηση δεν είναι ένα συντεχνιακό αίτημα των δημάρχων. Είναι απαίτηση της κοινωνίας και προϋπόθεση για να βελτιωθεί ουσιαστικά η καθημερινότητα κάθε πολίτη.































Σχολιασμός άρθρου
Τα σχόλια εκφράζουν τον σχολιαστή, όχι τη Δημοκρατική. Όροι σχολιασμού
Τα σχόλια εκφράζουν αποκλειστικά τον εκάστοτε σχολιαστή. Η Δημοκρατική δεν υιοθετεί αυτές τις απόψεις. Διατηρούμε το δικαίωμα να διαγράψουμε όποια σχόλια θεωρούμε προσβλητικά ή περιέχουν ύβρεις, χωρίς καμία προειδοποίηση. Χρήστες που δεν τηρούν τους όρους χρήσης αποκλείονται. Τα σχόλια δημοσιεύονται μετά από έγκριση· το e-mail δεν δημοσιεύεται.
Γίνετε ο πρώτος που θα σχολιάσει.