- Η ενεργειακή κινητικότητα στην Ανατολική Μεσόγειο, με τη συμμετοχή ΗΠΑ και Γαλλίας, δημιουργεί νέο γεωπολιτικό περιβάλλον και εγείρει ερωτήματα για το αν οι συμφωνίες θα βασιστούν στο διεθνές δίκαιο ή σε πρακτικούς συμβιβασμούς.
- Η επανεκκίνηση των ερευνών για το καλώδιο Great Sea Interconnector Ελλάδας–Κύπρου δεν αίρει το βασικό εμπόδιο: την τουρκική αμφισβήτηση στην περιοχή μεταξύ Κάσου και Καρπάθου.
- Η τουρκική στρατιωτική κινητοποίηση το καλοκαίρι του 2024 μετέτρεψε τις εργασίες του ερευνητικού πλοίου σε ελληνοτουρκικό επεισόδιο, ενώ η Ελλάδα, σύμφωνα με τον Άγγελο Συρίγο, υποχώρησε χωρίς να εξασφαλίσει αντίστοιχη αποκλιμάκωση.
- Το άρθρο προειδοποιεί ότι η συνέχιση του έργου και η ευρύτερη σταθερότητα εξαρτώνται από το αν θα διασφαλιστεί η ελεύθερη διεξαγωγή ερευνών και θα προστατευθούν τα ελληνικά κυριαρχικά δικαιώματα.
Η νέα γεωπολιτική πραγματικότητα που διαμορφώνεται στην Ανατολική Μεσόγειο με την εμπλοκή των μεγάλων “παικτών” κρύβει σημαντικούς κινδύνους για τη χώρα μας και την κυριαρχία της
Η ενεργειακή σκακιέρα, οι συμβάσεις με τους αμερικανικούς κολοσσούς, η εμπλοκή της Γαλλίας και η επιδίωξη μιας σταθερής Μεσογείου διαμορφώνουν ένα νέο γεωπολιτικό περιβάλλον. Το κρίσιμο ερώτημα δεν είναι αν θα υπάρξουν συμφωνίες, αλλά ποιοι θα καθορίσουν τους όρους τους. Και κυρίως, εάν η ειρήνη που προωθείται θα στηριχθεί στο διεθνές δίκαιο ή σε μια πρακτική διευθέτηση των διαφορών, ώστε να διασφαλιστούν οι επενδύσεις, οι ενεργειακές διαδρομές και η αμερικανική στρατηγική στην περιοχή.
Η επανεκκίνηση του καλωδίου και το άλυτο πρόβλημα της Κάσου
Η κινητικότητα για την επανέναρξη των ερευνών του Great Sea Interconnector (GSI), της ηλεκτρικής διασύνδεσης Ελλάδας-Κύπρου, παρουσιάζεται ως ένα βήμα εξόδου από το τέλμα. Η Nexans ζήτησε την έκδοση NAVTEX, ενώ δρομολογήθηκε η διαδικασία αδειοδότησης του γαλλικής σημαίας ερευνητικού πλοίου “Abeille Marengo”, με στόχο τις υποθαλάσσιες έρευνες που απαιτούνται για την εγκατάσταση του καλωδίου.
Μόνο που η ουσία δε βρίσκεται στην ανακοίνωση της επανεκκίνησης, αλλά στο πού ακριβώς θα μπορέσει να προχωρήσει το ερευνητικό. Η διαδικασία αδειοδότησης αφορά εργασίες εντός ελληνικών χωρικών υδάτων, ενώ το πραγματικό γεωπολιτικό εμπόδιο έχει ήδη εμφανιστεί πέρα από αυτά, στην περιοχή μεταξύ Κάσου και Καρπάθου, όπου η Τουρκία αμφισβήτησε εμπράκτως τη δυνατότητα ανεμπόδιστης συνέχισης των εργασιών, σε οριοθετημένη ΑΟΖ με την Αίγυπτο, εκεί που στο πεδίο το παράνομο τουρκολιβυκό γίνεται χαρτούρα. Αλλά επειδή πολλοί κάνουν πως δε βλέπουν, το καλώδιο έχει συνέχεια ως την Κύπρο, για εκεί ομοίως κουβέντα δεν ακούμε τι θα γίνει.
Το καλοκαίρι του 2024, το ιταλικό ερευνητικό “Ievoli Relume”, που εργαζόταν για λογαριασμό της Nexans, βρέθηκε αντιμέτωπο με την τουρκική στρατιωτική κινητοποίηση. Η Άγκυρα προέβαλε αξιώσεις επί θαλάσσιων περιοχών, στέλνοντας πολεμικά πλοία και μετατρέποντας μια τεχνική αποστολή σε ελληνοτουρκικό επεισόδιο. Ο ΑΔΜΗΕ ανακοίνωσε, σχεδόν υποχρεωμένος από την κυβέρνηση τότε, την ολοκλήρωση των προγραμματισμένων εργασιών στα διεθνή ύδατα μεταξύ Κάσου και Καρπάθου. Ωστόσο, το πολιτικό αποτύπωμα της κρίσης παρέμεινε, το έργο δεν απέκτησε την απαιτούμενη βεβαιότητα ότι οι έρευνες θα συνεχίζονται χωρίς παρεμβάσεις. Όπως είπε ο άλλοτε υφυπουργός, νυν βουλευτής και καθηγητής του Διεθνούς Δικαίου, Άγγελος Συρίγος, στην Κάσο η Ελλάδα υποχώρησε δύο φορές, αλλά καλό από την άλλη πλευρά δεν είδε…
Επομένως, η σημερινή εξέλιξη δε λύνει από μόνη της το πρόβλημα. Γιατί άλλο η πραγματοποίηση ερευνών σε περιοχή ελληνικής κυριαρχίας, εντός χωρικών υδάτων μας δηλαδή, που και αυτά προσώρας τα έχουμε στα 6 ν.μ. κι όχι ως τα 12 ν.μ. που είναι μονομερές δικαίωμά μας από το δίκαιο της θάλασσας, και άλλο η συνέχισή τους στα σημεία όπου η Άγκυρα έχει ήδη δείξει ότι επιδιώκει να επιβάλει τη δική της ερμηνεία των θαλάσσιων ζωνών.
Η είσοδος της γαλλικής Meridiam, ως πλειοψηφικού μετόχου στην εταιρεία του έργου, καθώς και η συμφωνία μεταξύ ΑΔΜΗΕ, GSI και Nexans για τις έρευνες βυθού, προσθέτουν ένα νέο επιχειρηματικό και θεσμικό βάρος. Δεν καταργούν, όμως, την ανάγκη πολιτικής απόφασης. Η παρουσία ευρωπαϊκών κεφαλαίων δεν αποτελεί αυτομάτως εγγύηση ότι η Τουρκία δε θα επιχειρήσει ξανά να παρεμποδίσει τις εργασίες.
Το ερώτημα είναι συγκεκριμένο: Υπάρχει σαφές σχέδιο για τη συνέχιση των ερευνών πέρα από τα ελληνικά χωρικά ύδατα; Έχουν εξασφαλιστεί οι προϋποθέσεις ώστε να μη μετατραπεί εκ νέου το καλώδιο σε πεδίο τουρκικής αμφισβήτησης; Και εάν υπάρξει νέα παρεμπόδιση, ποια θα είναι η απάντηση της Αθήνας και των ευρωπαϊκών εταίρων της;
Χωρίς απαντήσεις, η επανεκκίνηση κινδυνεύει να παραμείνει περισσότερο διαχείριση του πολιτικού χρόνου παρά ουσιαστική υπέρβαση του αδιεξόδου.
Η Chevron νότια της Κρήτης αλλάζει τις ισορροπίες
Το καλώδιο δεν είναι η μοναδική ψηφίδα της ενεργειακής εξίσωσης. Στις 16 Φεβρουαρίου 2026 υπογράφηκαν οι συμβάσεις μίσθωσης μεταξύ του Ελληνικού Δημοσίου και της κοινοπραξίας Chevron-HELLENiQ ENERGY για τέσσερις θαλάσσιες περιοχές: “Νότια της Κρήτης 1”, “Νότια της Κρήτης 2”, “Νότια της Πελοποννήσου” και “Α2”. Η Chevron συμμετέχει με ποσοστό 70% και τον ρόλο του διαχειριστή, ενώ η HELLENiQ ENERGY με 30%. Οι περιοχές καλύπτουν συνολικά περίπου 47.000 τετραγωνικά χιλιόμετρα.
Οι συμβάσεις προβλέπουν πρόγραμμα ερευνητικών εργασιών σε διαδοχικές φάσεις, αρχίζοντας με σεισμικές έρευνες, ώστε να αξιολογηθεί το δυναμικό των περιοχών. Η κοινοπραξία έχει αποκτήσει συμβατικά δικαιώματα έρευνας και, υπό τις προβλεπόμενες προϋποθέσεις, εκμετάλλευσης, σε περιοχές μεγάλης στρατηγικής σημασίας για την Ελλάδα.
Αυτή είναι η ουσία, η νότια Κρήτη εισέρχεται σε ένα νέο κεφάλαιο ενεργειακής δραστηριότητας, με την παρουσία ενός από τους μεγαλύτερους διεθνείς ενεργειακούς ομίλους. Η εξέλιξη μπορεί να δημιουργήσει σημαντικές προοπτικές, αλλά ταυτόχρονα εντάσσει τις ελληνικές επιλογές σε ένα ευρύτερο πλέγμα επιχειρηματικών και γεωπολιτικών συμφερόντων.
Η Chevron δε δραστηριοποιείται σε ένα κενό γεωπολιτικό περιβάλλον. Διαθέτει παρουσία στην Ανατολική Μεσόγειο, μεταξύ άλλων στο Ισραήλ και στην Κύπρο, και αναζητεί νέες δυνατότητες αξιοποίησης ενεργειακών πόρων. Η ευρύτερη περιοχή, από την Αίγυπτο έως το Ισραήλ, την Κύπρο, την Ελλάδα και την Τουρκία, αποτελεί χώρο όπου συμπίπτουν ενεργειακά κοιτάσματα, υποδομές, ανταγωνιστικές διεκδικήσεις και στρατηγικές επιδιώξεις μεγάλων δυνάμεων.
Η Ελλάδα έχει κάθε λόγο να αξιοποιήσει αυτή τη συγκυρία. Οφείλει, όμως, να διασφαλίσει ότι η προσέλκυση επενδύσεων δε θα μετατραπεί σε λόγο περιορισμού των δικών της επιλογών. Οι εταιρείες επιδιώκουν σταθερότητα, προβλεψιμότητα και προστασία των κεφαλαίων τους. Οι κυβερνήσεις επιδιώκουν να ενισχύσουν τη θέση τους. Όταν αυτοί οι στόχοι συμπίπτουν, δημιουργούνται ευκαιρίες. Όταν αποκλίνουν, αποκαλύπτεται ποιος έχει τη διαπραγματευτική ισχύ και ποιος καλείται να προσαρμοστεί.
Η ρήτρα της Chevron που αλλάζει το γεωπολιτικό ερώτημα
Εδώ βρίσκεται το σημείο που μεταφέρει τη συζήτηση από τις γενικές εκτιμήσεις στο συγκεκριμένο συμβατικό κείμενο. Στις συμβάσεις για τις θαλάσσιες περιοχές “Νότια της Κρήτης 1” και “Νότια της Κρήτης 2” προστέθηκε ειδική πρόβλεψη, στο άρθρο 30.3, για το ενδεχόμενο μελλοντικής συμφωνίας οριοθέτησης της ελληνικής υφαλοκρηπίδας ή Αποκλειστικής Οικονομικής Ζώνης με ένα ή περισσότερα γειτονικά κράτη. Η διάταξη περιλαμβάνεται στο πλαίσιο των συμβάσεων που υπογράφηκαν στις 16 Φεβρουαρίου 2026 και κυρώθηκαν με τον Νόμο 5287/2026.
Τι προβλέπει, στην πράξη, αυτή η ρήτρα; Εάν συναφθεί τέτοια συμφωνία οριοθέτησης και αυτή επηρεάσει τη γεωγραφική έκταση των δύο παραχωρήσεων, τα όρια των συμβατικών περιοχών μπορούν να αναθεωρηθούν. Το τμήμα που, βάσει της συμφωνημένης οριοθέτησης, θα βρίσκεται έξω από την ελληνική υφαλοκρηπίδα ή ΑΟΖ θα παύει να αποτελεί μέρος της παραχώρησης και τα δικαιώματα της κοινοπραξίας σε αυτό θα εκλείπουν.
Η πρόβλεψη δε σταματά εκεί. Η αποχώρηση του αναδόχου προβλέπεται ακόμη και στην περίπτωση που η συγκεκριμένη περιοχή έχει ήδη μετατραπεί, εν όλω ή εν μέρει, σε περιοχή εκμετάλλευσης. Η εταιρεία δεν αποκτά, εξαιτίας αυτής της μεταβολής, αξίωση κατά του Ελληνικού Δημοσίου για πρόσθετα έξοδα ή αποζημίωση, πέραν όσων προβλέπονται ειδικά στη σύμβαση. Αν έχουν εγκατασταθεί εξοπλισμός και υποδομές, προβλέπεται η απομάκρυνσή τους και ο καθαρισμός της περιοχής με δαπάνες του μισθωτή. Παράλληλα, το Δημόσιο υποχρεούται να επιστρέψει, εντός 30 ημερών από την προβλεπόμενη ημερομηνία οριοθέτησης, τις στρεμματικές αποζημιώσεις και τα πρόσθετα ανταλλάγματα που έχουν καταβληθεί, αναλογικά με το τμήμα της παραχώρησης που αφαιρείται.
Αυτή είναι η ουσία της διάταξης και εδώ απαιτείται πολιτική και νομική ακρίβεια. Η ρήτρα δε συνιστά από μόνη της παραχώρηση ελληνικής θαλάσσιας περιοχής, ούτε αποδεικνύει ότι έχει συμφωνηθεί οριοθέτηση με τη Λιβύη ή την Τουρκία. Δεν κατονομάζει τη Λιβύη ή την Τουρκία ως μελλοντικό συμβαλλόμενο μέρος και δεν προεξοφλεί ποια θα είναι η γραμμή μιας ενδεχόμενης οριοθέτησης. Αναγνωρίζει, όμως, συμβατικά ότι μια μελλοντική διεθνής συμφωνία οριοθέτησης μπορεί να μεταβάλει την έκταση των παραχωρήσεων και ρυθμίζει εκ των προτέρων τις συνέπειες για τα δικαιώματα της εταιρείας.
Και εδώ αρχίζει το πραγματικό γεωπολιτικό ερώτημα: Γιατί κρίθηκε αναγκαίο να προβλεφθεί εκ των προτέρων ένας μηχανισμός προσαρμογής των παραχωρήσεων σε μια μελλοντική συμφωνία οριοθέτησης; Ποια σενάρια εξετάστηκαν κατά τη σύνταξη των συμβάσεων; Και τι σημαίνει πολιτικά το γεγονός ότι, για δύο τόσο εκτεταμένες θαλάσσιες περιοχές νότια της Κρήτης, η σύμβαση προβλέπει ρητά τις συνέπειες μιας μελλοντικής μεταβολής των ορίων της ελληνικής υφαλοκρηπίδας ή ΑΟΖ;
Η σύμβαση τουλάχιστον έχει σχεδιαστεί ώστε να μπορεί να προσαρμοστεί σε μια μελλοντική διεθνή οριοθέτηση, ακόμη και αν αυτή οδηγήσει σε συρρίκνωση της συμβατικής περιοχής. Επομένως, το ενδεχόμενο μιας τέτοιας διευθέτησης δεν αποτελεί αφηρημένη γεωπολιτική συζήτηση, είναι ένα ενδεχόμενο του οποίου οι συμβατικές συνέπειες έχουν ήδη ρυθμιστεί για τις δύο συγκεκριμένες παραχωρήσεις.
Αυτό ακριβώς επιβάλλει στην κυβέρνηση να εξηγήσει ποια ήταν η νομική και πολιτική συλλογιστική πίσω από την προσθήκη του άρθρου 30.3, ποιες εναλλακτικές εξετάστηκαν και πώς διασφαλίζεται ότι οποιαδήποτε μελλοντική οριοθέτηση θα γίνει με αποκλειστικό γνώμονα το διεθνές δίκαιο και την προάσπιση των ελληνικών δικαιωμάτων. Η διαφάνεια εδώ δεν είναι λεπτομέρεια. Είναι αναγκαία προϋπόθεση για να μην αναπτύσσονται υποψίες γύρω από μια ρήτρα με τόσο σοβαρές δυνητικές συνέπειες.
Το οικονομικό αντάλλαγμα και η μεγάλη εικόνα
Η οικονομική διάσταση συμπληρώνει την εικόνα. Η κυβέρνηση έχει παρουσιάσει ως εκτιμώμενο συνολικό μερίδιο του Ελληνικού Δημοσίου περίπου το 40% των κερδών, εφόσον εντοπιστούν εμπορικά εκμεταλλεύσιμα κοιτάσματα. Το ποσοστό αυτό συνυπολογίζει διαφορετικές πηγές εσόδων, μεταξύ των οποίων τα μισθώματα επί της παραγωγής, οι φόροι, τα μπόνους υπογραφής και παραγωγής, οι ετήσιες στρεμματικές αποζημιώσεις και άλλες συμβατικές επιβαρύνσεις. Δεν πρόκειται, επομένως, για αυτόματο μερίδιο 40% επί της παραγόμενης ποσότητας υδρογονανθράκων, ούτε για έσοδο που έχει ήδη εξασφαλιστεί, εξαρτάται από την ανακάλυψη και την εμπορική αξιοποίηση κοιτασμάτων.
Παράλληλα, οι ελάχιστες εγγυημένες δαπάνες για τις διαδοχικές φάσεις του ερευνητικού προγράμματος, όπως έχουν δημοσιοποιηθεί, ανέρχονται σε 20 εκατ. ευρώ για την πρώτη φάση, 24 εκατ. ευρώ για τη δεύτερη και 100 εκατ. ευρώ για την τρίτη. Τα ποσά αυτά αφορούν δεσμεύσεις εργασιών και ερευνητικών δαπανών, όχι εγγυημένα κέρδη για το Δημόσιο.
Άρα, η Ελλάδα παραχωρεί αποκλειστικά δικαιώματα έρευνας και, υπό τις προβλεπόμενες προϋποθέσεις, εκμετάλλευσης, προσδοκώντας σημαντικά οικονομικά και ενεργειακά οφέλη. Ταυτόχρονα, οι συμβάσεις προβλέπουν πώς θα προσαρμοστούν δύο από αυτές τις παραχωρήσεις σε περίπτωση μελλοντικής οριοθέτησης. Αυτές οι δύο όψεις πρέπει να διαβαστούν μαζί.
Από τη στιγμή που το καλώδιο Ελλάδας-Κύπρου εξακολουθεί να έχει ανοιχτό το ζήτημα της ανεμπόδιστης συνέχισης των ερευνών στην περιοχή της Κάσου και που οι παραχωρήσεις της Chevron συνδέονται συμβατικά με το ενδεχόμενο μελλοντικής οριοθέτησης, η συζήτηση για μια ευρύτερη μεσογειακή διευθέτηση αποκτά συγκεκριμένο περιεχόμενο. Δεν αποδεικνύεται ότι τα δύο έργα εντάσσονται σε ένα ενιαίο σχέδιο. Προκύπτει, όμως, ένα σαφές πολιτικό διακύβευμα, εάν η επιδίωξη της ενεργειακής σταθερότητας θα συμβαδίσει με την πλήρη άσκηση των ελληνικών δικαιωμάτων ή εάν θα ενισχύσει πιέσεις για συμβιβασμούς που θα πρέπει να αξιολογηθούν με ιδιαίτερη προσοχή.
Εδώ είναι που η κυβέρνηση οφείλει να δώσει απαντήσεις. Όχι με γενικές διαβεβαιώσεις περί εθνικής επιτυχίας, αλλά με συγκεκριμένη εξήγηση των συμβατικών όρων, των σεναρίων που εξετάστηκαν και των ασφαλιστικών δικλίδων που υπάρχουν για την προστασία του Δημοσίου. Γιατί, όταν μια σύμβαση προβλέπει ήδη τι θα συμβεί αν μια μελλοντική οριοθέτηση αφαιρέσει τμήμα μιας παραχώρησης, το ερώτημα δεν είναι αν η οριοθέτηση έχει συμφωνηθεί. Το ερώτημα είναι εάν η χώρα έχει προετοιμαστεί για όλες τις πιθανές εκβάσεις και με ποιους όρους θα τις αποδεχθεί.
Οι συμβάσεις δημιουργούν δεδομένα, όχι όμως λευκές επιταγές
Η υπογραφή των συμβάσεων με τη Chevron είναι γεγονός. Το ίδιο πραγματικό δεδομένο είναι η προώθηση της ηλεκτρικής διασύνδεσης με τη συμμετοχή του ΑΔΜΗΕ, της Nexans και της Meridiam. Αυτές οι συμφωνίες δεν αποδεικνύουν ότι υπάρχει ήδη ένα ενιαίο σχέδιο ελληνοτουρκικής συνεκμετάλλευσης ή μια προσυμφωνημένη μεσογειακή διευθέτηση. Διαμορφώνουν, όμως, ένα περιβάλλον μέσα στο οποίο η ανάγκη προστασίας μεγάλων ενεργειακών επενδύσεων αποκτά ολοένα μεγαλύτερο πολιτικό βάρος.
Από τη στιγμή που κεφάλαια, υποδομές και μακροχρόνιες συμβάσεις συνδέονται με θαλάσσιες περιοχές στις οποίες υπάρχουν ανταγωνιστικές διεκδικήσεις, η διαχείριση των γεωπολιτικών εντάσεων γίνεται κρίσιμος παράγοντας για την υλοποίηση των έργων. Δεν απαιτείται κάποια μυστική συμφωνία για να προκύψει αυτή η πίεση. Είναι εγγενής στη συνάντηση της επιχειρηματικής επιδίωξης για ασφάλεια με μια περιοχή όπου τα κράτη δε συμφωνούν ως προς τα δικαιώματα και τις αρμοδιότητές τους.
Εδώ βρίσκεται η λεπτή γραμμή. Η Ελλάδα μπορεί να επιδιώκει την αποκλιμάκωση και ταυτόχρονα να υπερασπίζεται τις θέσεις της. Μπορεί να προσφέρει ένα σταθερό επενδυτικό περιβάλλον, χωρίς να αποδέχεται ότι η σταθερότητα προϋποθέτει αυτοπεριορισμό των νόμιμων δικαιωμάτων της. Εκείνο που δεν μπορεί να κάνει είναι να συγχέει την επιτυχία μιας εμπορικής συμφωνίας με την επίλυση μιας γεωπολιτικής διαφοράς.
Η σύμβαση με μια εταιρεία δεν καθορίζει από μόνη της τα όρια των θαλάσσιων ζωνών. Ούτε η συμμετοχή ενός ισχυρού ξένου ομίλου αποτελεί εγγύηση ότι τα συμφέροντα της Ελλάδας θα ταυτιστούν σε κάθε περίπτωση με εκείνα των επενδυτών. Η τελική ευθύνη για την προάσπιση των εθνικών δικαιωμάτων παραμένει στην ελληνική Πολιτεία.
Το σενάριο της μεγάλης μεσογειακής διευθέτησης
Μέσα σε αυτή τη νέα πραγματικότητα, το ενδεχόμενο μιας ευρύτερης μεσογειακής συνεννόησης αποκτά ιδιαίτερη σημασία. Η λογική μιας τέτοιας διευθέτησης θα μπορούσε να στηρίζεται στην ανάγκη να περιοριστούν οι εστίες έντασης, να προστατευθούν οι ενεργειακές διαδρομές, να προχωρήσουν οι επενδύσεις και να διαμορφωθεί ένα προβλέψιμο πλαίσιο συνεργασίας μεταξύ κρατών που έχουν αντικρουόμενες επιδιώξεις.
Σε αυτό το σενάριο, η Ουάσινγκτον θα είχε λόγους να επιδιώξει μια ισορροπία που θα αποτρέπει ανεξέλεγκτες κρίσεις και θα εξυπηρετεί την ενεργειακή και στρατηγική της παρουσία. Η Τουρκία θα επιδίωκε να αναγνωριστεί ως αναγκαίος συνομιλητής για κάθε περιφερειακή διευθέτηση και να διατηρήσει τις διεκδικήσεις της στο τραπέζι. Η Ελλάδα και η Κύπρος θα καλούνταν να διασφαλίσουν ότι η αποκλιμάκωση δε θα μετατραπεί σε έμμεση αποδοχή τετελεσμένων.
Δε χρειάζεται να προεξοφλήσουμε ότι μια τέτοια διάσκεψη έχει αποφασιστεί ή ότι υπάρχει έτοιμο κείμενο συμφωνίας. Το πολιτικό σενάριο, ωστόσο, είναι σαφές, όταν η σταθερότητα μιας περιοχής συνδέεται με επενδύσεις δισεκατομμυρίων και με στρατηγικές υποδομές, αυξάνονται τα κίνητρα για συνολικές διευθετήσεις των διαφορών που απειλούν την ομαλή λειτουργία τους.
Το κρίσιμο ερώτημα είναι οι όροι αυτής της διευθέτησης. Θα βασιστεί στο Διεθνές Δίκαιο και στο Δίκαιο της Θάλασσας ή θα επιδιωχθεί ένας πολιτικός συμβιβασμός που θα παγώνει τις διαφωνίες, χωρίς να τις επιλύει, για να διασφαλίσει την ηρεμία των επενδύσεων;
Μια συμφωνία αποκλιμάκωσης δεν είναι από μόνη της επιζήμια. Θα μπορούσε να συμβάλει στην περιφερειακή σταθερότητα, εφόσον στηρίζεται σε κανόνες, αμοιβαίες δεσμεύσεις και σεβασμό των δικαιωμάτων. Εάν όμως η πρακτική της λογική είναι να αποφεύγονται οι αντιδράσεις της Τουρκίας με αντίτιμο τον περιορισμό των ελληνικών κινήσεων, τότε η διευθέτηση θα έχει διαφορετικό περιεχόμενο από εκείνο που θα περιγράφουν οι επίσημες διακηρύξεις.
Η “ηρεμία για τις μπίζνες” δε χρειάζεται να διακηρυχθεί ως δόγμα για να λειτουργήσει ως πραγματική προτεραιότητα. Αρκεί οι κρίσιμες αποφάσεις να λαμβάνονται με αποκλειστικό κριτήριο να μη διαταραχθούν τα επενδυτικά σχέδια. Τότε το διεθνές δίκαιο κινδυνεύει να αντιμετωπιστεί ως παράγοντας που πρέπει να παρακαμφθεί όταν δυσκολεύει την πολιτική συνεννόηση, αντί ως το πλαίσιο μέσα στο οποίο οφείλει να οικοδομείται η σταθερότητα.
Η συνεκμετάλλευση και η παγίδα της συνδιαχείρισης: Οι “λεπτομέρειες” στις οποίες “κρύβεται ο διάβολος”, κατά τη γνωστή έκφραση, και το διακύβευμα για την Ελλάδα
Σε αυτό το σημείο επανέρχεται η έννοια της συνεκμετάλλευσης. Η λέξη χρησιμοποιείται συχνά σαν να περιγράφει μια αυτονόητη λύση που θα επιτρέψει σε όλες τις πλευρές να αποκομίσουν οικονομικά οφέλη. Στην πραγματικότητα, όμως, κάθε πρόταση πρέπει να εξετάζεται με βάση τη συγκεκριμένη περιοχή, το ισχύον νομικό καθεστώς και τους όρους που θα περιλαμβάνει.
Άλλο η συνεργασία μεταξύ κρατών για την αξιοποίηση πόρων, ιδίως αν αυτά είναι εν τω μέσω μίας γραμμής οριοθέτησης, με σαφώς προσδιορισμένα δικαιώματα και συμφωνημένη νομική βάση, και άλλο η συνδιαχείριση μιας διαφοράς υπό την πίεση της αποφυγής κρίσης, επί δικών σου θαλάσσιων ζωνών . Στη δεύτερη περίπτωση, η συνεκμετάλλευση μπορεί να λειτουργήσει ως πολιτική διέξοδος, χωρίς να έχει προηγηθεί η επίλυση των ουσιαστικών διαφορών.
Εάν, για παράδειγμα, η προώθηση ενεργειακών έργων συνδεθεί με την ανάγκη να μην πραγματοποιούνται ορισμένες έρευνες, να αναβάλλονται δραστηριότητες ή να αναζητούνται κοινά σχήματα σε περιοχές όπου αμφισβητούνται δικαιώματα, τότε η αποκλιμάκωση μπορεί να οδηγήσει σε μια de facto αλλαγή του τρόπου άσκησης των δικαιωμάτων, χωρίς να έχει υπάρξει επίσημη μεταβολή του νομικού καθεστώτος.
Αυτό δε σημαίνει ότι μια τέτοια συμφωνία υπάρχει ήδη. Σημαίνει ότι η Αθήνα πρέπει να γνωρίζει πως το πραγματικό περιεχόμενο μιας διευθέτησης δε θα κριθεί από τον τίτλο της, αλλά από τις δεσμεύσεις που θα αναλάβει και τις πρακτικές συνέπειες που θα παράγει.
Η αμερικανική ειρήνη και το ελληνικό διακύβευμα
Η αμερικανική στρατηγική στην Ανατολική Μεσόγειο συνδέεται με την ενεργειακή ασφάλεια, τις σχέσεις με την Τουρκία, τη συνεργασία με το Ισραήλ και την προστασία των θαλάσσιων διαδρομών. Η Ουάσινγκτον έχει λόγους να αποτρέπει κρίσεις που θα διατάρασσαν τις εμπορικές ροές και θα υπονόμευαν τη στρατηγική της παρουσία. Αυτό, όμως, δε σημαίνει ότι κάθε αμερικανική επιδίωξη ταυτίζεται αυτομάτως με τις ελληνικές προτεραιότητες.
Η αποκαλούμενη “Pax Americana” μπορεί να προσφέρει το πλαίσιο για διαπραγματεύσεις και αποκλιμάκωση. Μπορεί ταυτόχρονα να δημιουργήσει πιέσεις για συμβιβασμούς, εάν η περιφερειακή ηρεμία θεωρηθεί σημαντικότερη από την επίλυση των διαφορών με βάση το διεθνές δίκαιο.
Η Ελλάδα έχει ισχυρή γεωγραφική θέση, ευρωπαϊκή ιδιότητα, συμμαχικές σχέσεις και σημαντικό ρόλο στις ενεργειακές υποδομές. Αυτά αποτελούν διαπραγματευτικά πλεονεκτήματα, όχι όμως αυτόματες εγγυήσεις. Η αξιοποίησή τους απαιτεί σαφή στρατηγική και όρια που δε θα μεταβάλλονται κάθε φορά που προκύπτει μια νέα επιχειρηματική ή διπλωματική ευκαιρία.
Η προστασία των δικαιωμάτων δεν είναι αντίπαλος της οικονομικής ανάπτυξης. Είναι προϋπόθεση για να μην εξαρτάται η ανάπτυξη από την ανοχή τρίτων. Και η αποτροπή μιας κρίσης δεν μπορεί να σημαίνει ότι η μία πλευρά διατηρεί όλες τις διεκδικήσεις της, ενώ η άλλη αναλαμβάνει την υποχρέωση να μην τις αμφισβητεί στην πράξη.
Η ουσία: Το πραγματικό τεστ δεν είναι οι συμφωνίες, αλλά οι όροι τους
Η Κάσος, ο GSI και οι συμβάσεις με τη Chevron δεν αποτελούν απομονωμένες υποθέσεις. Συνδέονται μέσα από το ίδιο ευρύτερο περιβάλλον, την προσπάθεια ενεργειακής αξιοποίησης της Ανατολικής Μεσογείου, την αναζήτηση επενδυτικής ασφάλειας και τη σύγκρουση διαφορετικών αντιλήψεων για τα θαλάσσια δικαιώματα.
Το ζητούμενο δεν είναι να απορριφθούν οι επενδύσεις ή να αποκλειστεί κάθε μορφή περιφερειακής συνεννόησης. Είναι να μην υποκατασταθεί η υπεράσπιση των δικαιωμάτων από την ανάγκη να παραμένουν όλα ήρεμα για να προχωρούν οι συμφωνίες.
Η Ελλάδα οφείλει να ζητήσει σαφές χρονοδιάγραμμα για τις έρευνες του καλωδίου, συγκεκριμένες εγγυήσεις για τη συνέχισή τους και πλήρη ενημέρωση για κάθε πολιτική συνεννόηση που επηρεάζει το έργο. Αντίστοιχα, οι συμβάσεις για τις θαλάσσιες περιοχές νότια της Κρήτης πρέπει να υλοποιηθούν με διαφάνεια, αυστηρή τήρηση των όρων τους και χωρίς να δημιουργείται η εντύπωση ότι η παρουσία ενός μεγάλου αμερικανικού ομίλου λύνει αυτομάτως τα γεωπολιτικά προβλήματα.
Το ουσιαστικό διακύβευμα βρίσκεται πέρα από τις ανακοινώσεις. Θα φανεί όταν ένα ερευνητικό πλοίο κληθεί να συνεχίσει τις εργασίες του σε αμφισβητούμενη περιοχή, όταν μια επένδυση συναντήσει πολιτικές πιέσεις ή όταν τεθεί στο τραπέζι μια συνολική διευθέτηση των διαφορών της Ανατολικής Μεσογείου.
Τότε θα αποκαλυφθεί εάν οι συμφωνίες υπηρετούν μια στρατηγική που έχει σχεδιάσει η Ελλάδα ή εάν η ελληνική πολιτική προσαρμόζεται σταδιακά σε μια ισορροπία που διαμορφώνουν άλλοι.
Γιατί το πραγματικό διακύβευμα δεν είναι απλώς να ποντιστεί ένα καλώδιο ή να ξεκινήσουν σεισμικές έρευνες νότια της Κρήτης. Είναι ποιος θα έχει τον τελευταίο λόγο στις θάλασσες όπου θα αναπτυχθούν αυτές οι δραστηριότητες. Αν, στο όνομα της ενεργειακής ασφάλειας, της επενδυτικής σταθερότητας και της αμερικανικής ειρήνης, η Ελλάδα αρχίσει να μετρά τα δικαιώματά της με βάση το πόσο ενοχλούν την Άγκυρα ή πόσο κοστίζει η υπεράσπισή τους, τότε η υποχώρηση δε θα χρειαστεί να αποτυπωθεί σε καμία επίσημη συμφωνία. Θα έχει ήδη συντελεστεί στην πράξη.
Αυτός είναι ο κίνδυνος της μεγάλης μεσογειακής διευθέτησης: να μοιραστούν οι ρόλοι, να ασφαλιστούν οι μπίζνες, να εξασφαλιστεί η ηρεμία και να βαφτιστεί «ρεαλισμός» η προσαρμογή των ελληνικών επιλογών στις απαιτήσεις των ισχυρότερων. Να μη χαθεί τυπικά ούτε σπιθαμή, αλλά να χρειάζεται κάθε φορά η ανοχή τρίτων για να ασκηθούν δικαιώματα που ήδη υπάρχουν.
Τότε η Ελλάδα δε θα έχει ηττηθεί επειδή υπέγραψε μια συμφωνία που παραχωρεί κυριαρχία ή κυριαρχικά δικαιώματα. Θα κινδυνεύει να έχει ηττηθεί με τον πιο ύπουλο τρόπο, επειδή θα έχει αποδεχθεί ότι, για να διατηρείται η ειρήνη των άλλων, πρέπει η ίδια να σιωπά, να αναβάλλει και να αυτοπεριορίζεται. Μια τέτοια Pax Americana μπορεί να εξασφαλίζει ήρεμες θάλασσες για τα συμφέροντα των ισχυρών. Το αν θα εξασφαλίζει και τα ελληνικά κυριαρχικά δικαιώματα είναι η απάντηση που η Αθήνα οφείλει να δώσει πριν βρεθεί μπροστά σε τετελεσμένα.
Σαχίνης Γιώργος































Σχολιασμός άρθρου
Τα σχόλια εκφράζουν τον σχολιαστή, όχι τη Δημοκρατική. Όροι σχολιασμού
Τα σχόλια εκφράζουν αποκλειστικά τον εκάστοτε σχολιαστή. Η Δημοκρατική δεν υιοθετεί αυτές τις απόψεις. Διατηρούμε το δικαίωμα να διαγράψουμε όποια σχόλια θεωρούμε προσβλητικά ή περιέχουν ύβρεις, χωρίς καμία προειδοποίηση. Χρήστες που δεν τηρούν τους όρους χρήσης αποκλείονται. Τα σχόλια δημοσιεύονται μετά από έγκριση· το e-mail δεν δημοσιεύεται.
Γίνετε ο πρώτος που θα σχολιάσει.