- Η άμεση συνεισφορά του τουρισμού το 2025 εκτιμάται σε 32,4 δισ. ευρώ, ή 13% του ΑΕΠ, ενώ η συνολική συμβολή του μαζί με τις έμμεσες επιδράσεις φτάνει τα 71,3–85,9 δισ. ευρώ.
- Πάνω από τους μισούς ξένους επισκέπτες έρχονται τους θερινούς μήνες, ενώ η μέση διάρκεια παραμονής μειώνεται, περιορίζοντας και τη μέση κατά κεφαλήν δαπάνη.
- Η μελέτη του ΙΝΣΕΤΕ προειδοποιεί ότι η ισχυρή διεθνής εικόνα της Ελλάδας δεν αρκεί για να διασφαλίσει τη μελλοντική ανάπτυξη του τουρισμού χωρίς θεσμικές προϋποθέσεις και στρατηγικό σχεδιασμό.
- Η επόμενη φάση απαιτεί καλύτερη διαχείριση των τουριστικών ροών, επενδύσεις σε ανθρώπινο δυναμικό, υποδομές και τεχνολογία, καθώς και έμπρακτη βιωσιμότητα και μεγαλύτερα οφέλη για τις τοπικές κοινωνίες.
Περισσότερο από το 50% των ξένων επισκεπτών έρχονται στην Ελλάδα τους θερινούς μήνες, με τη μέση διάρκεια παραμονής να περιορίζεται, κάτι που μειώνει και τη μέση κατά κεφαλήν δαπάνη. Αυτά είναι μερικά από τα συμπεράσματα μελέτης του ΙΝΣΕΤΕ, που εμβαθύνει πέρα από τον τουρισμό των ρεκόρ και χτυπάει το καμπανάκι για τις αντιφάσεις του τουρισμού.
Ο ελληνικός τουρισμός βρίσκεται σήμερα στην αφετηρία ενός νέου αναπτυξιακού κύκλου, αποτελώντας τον κεντρικότερο εξωστρεφή πυλώνα της εθνικής οικονομίας, με την άμεση συνεισφορά του το 2025 να ανέρχεται σε 32,4 δισ. ευρώ ή στο 13% του ΑΕΠ, καταγράφοντας μάλιστα ονομαστικό ρυθμό αύξησης +7,3%, σχεδόν διπλάσιο από εκείνον του συνολικού ΑΕΠ (+4,9%). Μπορεί, όμως, να συνεχίσει έτσι; Οπως καταδεικνύει η νέα μελέτη του ΙΝΣΕΤΕ, το τουριστικό brand της Ελλάδας, όσο ισχυρό κι αν είναι διεθνώς, δεν αυτοσυντηρείται, ούτε η δυναμική του κλάδου συνεχίζεται αυτομάτως χωρίς συγκεκριμένες θεσμικές προϋποθέσεις και στρατηγικό σχεδιασμό. Η πρόεδρος του Συνδέσμου Ελληνικών Τουριστικών Επιχειρήσεων (ΣΕΤΕ) Αγάπη Σμπώκου επισημαίνει ότι η ισχυρή ανταγωνιστική θέση της χώρας δεν είναι τυχαία, ούτε οφείλεται μόνο στα φυσικά χαρακτηριστικά της, αλλά αποτελεί αποτέλεσμα γνώσης, επενδύσεων, επιχειρηματικότητας, ανθρώπινης προσπάθειας και αντοχής μέσα από διαδοχικές κρίσεις, υπογραμμίζοντας πως ακριβώς γι’ αυτό «η επόμενη ημέρα δεν μπορεί να είναι απλή επανάληψη της προηγούμενης». Οπως τονίζει χαρακτηριστικά η κ. Σμπώκου, «χρειάζεται, με άλλα λόγια, να περάσουμε από το περισσότερο στο ουσιαστικό», διευκρινίζοντας ότι το επόμενο βήμα δεν είναι απλώς «περισσότερος τουρισμός», αλλά η καλύτερη διαχείριση των ροών στον χώρο και στον χρόνο, η ενίσχυση του ανθρώπινου κεφαλαίου, οι σύγχρονες υποδομές, η αξιοποίηση της τεχνολογίας και των δεδομένων, η βιωσιμότητα στην πράξη και η μεγαλύτερη ανταποδοτικότητα για τις κοινωνίες που φιλοξενούν την τουριστική δραστηριότητα.
Με τον πολλαπλασιαστή της τουριστικής δραστηριότητας στους υπόλοιπους κλάδους της ελληνικής οικονομίας, η συνολική συμβολή της διαμορφώνεται μεταξύ 71,3 και 85,9 δισ. ευρώ, αντιστοιχώντας στο 28,7% έως 34,6% του ΑΕΠ, αναφέρει η μελέτη του ΙΝΣΕΤΕ «Ο ελληνικός τουρισμός: Επιτεύγματα, προκλήσεις, προοπτικές».
Σε αυτή τη μετάβαση, η γνώση και η τεκμηρίωση αποτελούν προϋπόθεση σοβαρών επιλογών, σημειώνει ο γενικός διευθυντής του ΙΝΣΕΤΕ Ηλίας Κικίλιας. Σύμφωνα με τον ίδιο, ο τουρισμός δεν είναι ένας απομονωμένος κλάδος, αλλά επηρεάζει και επηρεάζεται από την οικονομία, την κοινωνία, τις υποδομές και το φυσικό περιβάλλον. Η επιτυχία του τομέα αναδεικνύει με μεγαλύτερη καθαρότητα τις απαιτήσεις της επόμενης φάσης, και όπως τονίζει ο κ. Κικίλιας «σε έναν τομέα τόσο σημαντικό για τη χώρα, η ποιότητα των αποφάσεων εξαρτάται από την ποιότητα της γνώσης πάνω στην οποία στηρίζονται». Με βάση αυτά τα δεδομένα, οι οικονομολόγοι του ΙΝΣΕΤΕ αποδομούν τους ισχυρισμούς περί «μονοκαλλιέργειας του τουρισμού». Στον δείκτη τουριστικής ανταγωνιστικότητας του Παγκόσμιου Οικονομικού Φόρουμ (WEF TTDI) η Ελλάδα κατατάσσεται 21η παγκοσμίως, δηλαδή 38 θέσεις υψηλότερα από τη γενική οικονομική ανταγωνιστικότητά της, υπολειπόμενη όμως των άμεσων Ευρωπαίων ανταγωνιστών της, όπως η Ισπανία (2η) και η Πορτογαλία (12η), εξαιτίας των σοβαρών ελλειμμάτων στις δημόσιες υποδομές και στη διακυβέρνηση.
Πίσω από αυτές τις επιδόσεις, το ΙΝΣΕΤΕ εντοπίζει όμως δομικές ασυμμετρίες που καθιστούν επιτακτική τη χάραξη ενός εθνικού master plan. Η πρώτη αφορά τη σχέση δαπάνης και διάρκειας παραμονής: ενώ η μέση δαπάνη ανά διανυκτέρευση αυξήθηκε το 2025 στα 97 ευρώ (+27,5% έναντι του 2019), η μέση διάρκεια παραμονής υποχώρησε στις 6,1 διανυκτερεύσεις (-17,2% έναντι του 2019), συγκρατώντας τη μέση κατά κεφαλήν δαπάνη στα 595 ευρώ.
Η δεύτερη ασυμμετρία είναι χωρική και χρονική: πέντε περιφέρειες απορροφούν το 83% των επισκέψεων και το 90% των εισπράξεων, αφήνοντας στις υπόλοιπες οκτώ μόλις το 10% των εσόδων, ενώ πέντε νησιά δέχονται το 47% των διεθνών αφίξεων. Αν και το μερίδιο του γ΄ τριμήνου υποχώρησε στο 52,4% των αφίξεων το 2025, περισσότερο από το ήμισυ της ετήσιας κίνησης εξακολουθεί να συμπυκνώνεται σε τρεις θερινούς μήνες.
Σύμφωνα με το νέο Ειδικό Χωροταξικό Πλαίσιο για τον Τουρισμό, το 90,2% των δήμων εμφανίζει μικρή έως μηδαμινή τουριστική ανάπτυξη, ενώ οι υπερανεπτυγμένες περιοχές αντιπροσωπεύουν μόλις το 0,7% της επικράτειας. Η Ελλάδα δεν αντιμετωπίζει πρόβλημα συνολικού όγκου, αλλά ζήτημα τοπικού και χρονικού συνωστισμού, το οποίο απαιτεί θεσμικά ισχυρούς οργανισμούς διαχείρισης προορισμών (DMMOS), επισημαίνεται χαρακτηριστικά.
Στο πεδίο του χωροταξικού εξορθολογισμού, η έρευνα ισχυρίζεται πως τα ξενοδοχεία δεν έχουν «καταλάβει» τις ελληνικές ακτές: Από το σύνολο των 3.121 ξενοδοχείων 4 και 5 αστέρων, μόλις τα 608 βρίσκονται σε οικόπεδα όμορα της παραλίας, με το μήκος της ακτογραμμής μπροστά τους να ανέρχεται σε 110,5 χιλιόμετρα, δηλαδή στο 0,6% της συνολικής ακτογραμμής της Ελλάδας (17.020 χλμ.).
Η πραγματική πηγή αλλοίωσης του τοπίου είναι η εκτός σχεδίου δόμηση, η οποία αφορά πρωτίστως το real estate, καθώς στις δηλώσεις αυθαιρέτων το 61% αφορά δευτερεύουσα κατοικία και μόλις το 3,5% τουριστικές εγκαταστάσεις. Σε μια χώρα όπου το 35% της χερσαίας επικράτειας προστατεύεται από το δίκτυο Natura 2000, η μελέτη προτείνει την κατάργηση των παρεκκλίσεων της εκτός σχεδίου δόμησης, την ταχεία εξειδίκευση των πολεοδομικών σχεδίων και τη θέσπιση Εθνικού Προγράμματος Προστασίας Ακτών κατά της διάβρωσης.
Επενδύσεις
Κομβικός πυλώνας του σχεδιασμού εκτιμάται πως πρέπει να είναι η κάλυψη του χάσματος μεταξύ ιδιωτικών και δημόσιων επενδύσεων. Το 2025 οι τουριστικές επιχειρήσεις επένδυσαν 5 δισ. ευρώ, ωστόσο η εμπειρία του επισκέπτη υπονομεύεται από τις ελλείψεις στις δημόσιες υποδομές.
Προτείνονται η άμεση αξιοποίηση των ευρωπαϊκών πόρων για τον εκσυγχρονισμό της αεροναυτιλίας, η πλήρης στελέχωση των αεροδρομίων ενόψει του συστήματος EES, η εθνική στρατηγική για την ακτοπλοΐα –καθώς το 95% των λιμανιών ανήκει στο Δημόσιο– και η δημιουργία μητροπολιτικού συνεδριακού κέντρου στην Αθήνα, σε συνδυασμό με την ενεργοποίηση των ΟΤΑ σε έργα καθαριότητας, προσβασιμότητας και σήμανσης.
Φορολογία
Εξίσου κρίσιμη είναι η δημοσιονομική και χρηματοδοτική μεταρρύθμιση. Σε συγκριτική μελέτη επτά μεσογειακών χωρών, η Ελλάδα κατατάσσεται 5η στη φορολογική ανταγωνιστικότητα του τουρισμού, καθώς τα λειτουργικά κέρδη των ελληνικών ξενοδοχείων (ΚΠΦΤΑ) αντιστοιχούν μόλις στο 56,9% των φόρων και εισφορών τους, έναντι 171,1% στην Κύπρο. Το «νεκρό σημείο» λειτουργίας είναι κατά 14,6% υψηλότερο από την Κύπρο, αναγκάζοντας τις επιχειρήσεις να παραμένουν κλειστές εκτός αιχμής. Τα δημόσια έσοδα από το τέλος ανθεκτικότητας στην κλιματική κρίση εκτινάχθηκαν το 2025 στα 588 εκατ. ευρώ, απορροφώντας το 4,4% του κύκλου εργασιών ξενοδοχείων και βραχυχρόνιας μίσθωσης, χωρίς ανταποδοτικότητα. Το ΙΝΣΕΤΕ προτείνει την εναρμόνιση του ΦΠΑ διαμονής με τους ανταγωνιστές, την αναθεώρηση του τέλους ανθεκτικότητας, τη μείωση του μη μισθολογικού κόστους και τη σύσταση εξειδικευμένου χρηματοδοτικού φορέα –κατά το πρότυπο της αυστριακής ÖHT– για δάνεια στις μικρομεσαίες επιχειρήσεις που παραμένουν αποκλεισμένες από το τραπεζικό σύστημα.
Δημογραφικό
Στην κοινωνική διάσταση, η έρευνα αναδεικνύει τον τουρισμό ως δημογραφική «γραμμή ζωής»: μεταξύ 2011 και 2021, ενώ ο πληθυσμός της χώρας μειώθηκε κατά -3,1%, το Νότιο Αιγαίο κατέγραψε αύξηση +6,1%. Παρότι το 82,4% αξιολογεί θετικά την οικονομική συμβολή του κλάδου (NSI +72,1), η κοινωνική αποδοχή πλήττεται από τη δυσαρέσκεια για τα ενοίκια (NSI -66,0) και την ακρίβεια (NSI -46,4).
Παράλληλα, η απασχόληση στα καταλύματα και στην εστίαση έφτασε το γ΄ τρίμηνο του 2025 στους 475.200 εργαζομένους, με το προσωπικό να βαθμολογείται από τους ξένους επισκέπτες με το εξαιρετικό 9,5 στα 10, μολονότι οι κενές θέσεις εργασίας ανήλθαν στο 14% και μόλις το 24% των εργαζομένων προέρχεται από τουριστικές σχολές. Η δημιουργία πραγματικών σταδιοδρομιών απαιτεί τον εκσυγχρονισμό των προγραμμάτων σπουδών, την αναβάθμιση της μαθητείας και προγράμματα επανακατάρτισης, σε συνεργασία με τους κοινωνικούς εταίρους.
Κλιματική αλλαγή
Η μακροπρόθεσμη βιωσιμότητα του ελληνικού τουρισμού θα κριθεί στην προσαρμογή στην κλιματική αλλαγή, στον ψηφιακό μετασχηματισμό και στο άνοιγμα νέων αγορών, υπογραμμίζει η μελέτη του ΙΝΣΕΤΕ. Η κλιματική κρίση εκτιμάται ότι απειλεί με μείωση των διανυκτερεύσεων από -0,9% έως -7,3% λόγω θερινής υπερθέρμανσης, ωστόσο το 73% των τουριστικών επιχειρήσεων δεν έχει θέσει στόχο μείωσης εκπομπών και μόλις το 8% των ξενοδοχείων διαθέτει πράσινη πιστοποίηση, την ώρα που καταργούνται τα αυτοδηλούμενα σήματα μέσω της ευρωπαϊκής οδηγίας ECGT.
Απαιτούνται δεσμευτικά σχέδια υδατικής επάρκειας, αξιοποίηση της ευρωπαϊκής ρήτρας «νησιωτικότητας» και ένταξη των επιχειρήσεων στην πρωτοβουλία «Metron Sustainable Tourism» του ΣΕΤΕ. Ταυτόχρονα, με την Ελλάδα τελευταία στην Ε.Ε. στον δείκτη ψηφιοποίησης το 2025, η άνοδος της Agentic τεχνητής νοημοσύνης καθιστά επιτακτική τη δημιουργία εθνικού data hub, ώστε το ελληνικό προϊόν να παραμείνει ορατό στα ψηφιακά οικοσυστήματα της νέας γενιάς ταξιδιωτών. Η συστηματική διείσδυση στις αγορές της Ασίας –με την Κίνα να καταγράφει τουριστικές δαπάνες 250,6 δισ. δολαρίων το 2024 και την Ινδία να ανέρχεται δυναμικά– συνιστά τη μεγαλύτερη μελλοντική ευκαιρία.
Για να διασφαλίσει ο νέος αναπτυξιακός κύκλος μεγαλύτερο βάθος, διάρκεια και ουσιαστικό αποτύπωμα απαιτείται, όπως σημειώνει η πρόεδρος του Συνδέσμου Ελληνικών Τουριστικών Επιχειρήσεων Αγάπη Σμπώκου προλογίζοντας τη μελέτη, μια «κοινή κατεύθυνση» ανάμεσα στην πολιτεία, την αυτοδιοίκηση, τις επιχειρήσεις και τους εργαζομένους, μετατρέποντας τη θεσμική συνεργασία σε πραγματικό όχημα μακρόχρονης ανθεκτικότητας.
Πηγή: moneyreview.gr































Σχολιασμός άρθρου
Τα σχόλια εκφράζουν τον σχολιαστή, όχι τη Δημοκρατική. Όροι σχολιασμού
Τα σχόλια εκφράζουν αποκλειστικά τον εκάστοτε σχολιαστή. Η Δημοκρατική δεν υιοθετεί αυτές τις απόψεις. Διατηρούμε το δικαίωμα να διαγράψουμε όποια σχόλια θεωρούμε προσβλητικά ή περιέχουν ύβρεις, χωρίς καμία προειδοποίηση. Χρήστες που δεν τηρούν τους όρους χρήσης αποκλείονται. Τα σχόλια δημοσιεύονται μετά από έγκριση· το e-mail δεν δημοσιεύεται.
Γίνετε ο πρώτος που θα σχολιάσει.