ΡΕΠΟΡΤΑΖ

Ο Αρειος Πάγος σφραγίζει την ευθύνη τράπεζας και εταιρείας αμοιβαίων κεφαλαίων για τα χαμένα χρήματα εκπαιδευτή οδηγών

Δαμιανός Αθανασίου 1 λεπτό ανάγνωση
αρειος παγος
✦ Σύ­νο­ψη ⌄
  • Απο­φά­σεις του Α2 Πο­λι­τι­κού Τμή­μα­τος του Άρειου Πάγου επι­κύ­ρω­σαν την τε­λε­σί­δι­κη από­φα­ση του Εφε­τεί­ου, απορ­ρί­πτο­ντας τις αναι­ρέ­σεις όλων των εμπλε­κο­μέ­νων στην υπό­θε­ση.
  • Η υπό­θε­ση αφο­ρού­σε έναν ασφα­λι­στι­κό σύμ­βου­λο που υπε­ξαί­ρε­σε σχε­δόν 70.000 ευρώ με τη βο­ή­θεια του γα­μπρού του, ο οποί­ος ήταν τα­μί­ας σε τρά­πε­ζα.
  • Η εμπι­στο­σύ­νη που είχε ανα­πτυ­χθεί με­τα­ξύ του ασφα­λι­στι­κού συμ­βού­λου και του ζη­μιω­θέ­ντος επεν­δυ­τή απο­τέ­λε­σε το μέσο για την υπε­ξαί­ρε­ση χρη­μά­των που προ­ο­ρί­ζο­νταν για επεν­δύ­σεις.
  • Οι δι­κα­στι­κές πα­ρα­δο­χές απο­κά­λυ­ψαν ότι οι δύο συγ­γε­νείς γνώ­ρι­ζαν ότι η εται­ρεία δια­χεί­ρι­σης αμοι­βαί­ων κε­φα­λαί­ων δεν τη­ρού­σε λο­γα­ρια­σμό στην τρά­πε­ζα, ενώ ο τα­μί­ας πα­ρα­πλα­νού­σε το ζευ­γά­ρι σχε­τι­κά με τις κα­τα­θέ­σεις.

• Με 2 απο­φά­σεις του Α2 Πο­λι­τι­κού Τμή­μα­τος, το Ανώ­τα­το Δι­κα­στή­ριο απέρ­ρι­ψε τις αναι­ρέ­σεις όλων των πλευ­ρών και επι­κύ­ρω­σε την τε­λε­σί­δι­κη κρίση του Εφε­τεί­ου. Στο επί­κε­ντρο, ένας ασφα­λι­στι­κός σύμ­βου­λος που ιδιο­ποι­ή­θη­κε κατά τις δι­κα­στι­κές πα­ρα­δο­χές σχε­δόν 70.000 ευρώ, με τη συν­δρο­μή του ταμία τρα­πε­ζι­κού υπο­κα­τα­στή­μα­τος, ο οποί­ος ήταν και γα­μπρός του

Μια υπό­θε­ση που ξε­κί­νη­σε από τη φιλία 2 αν­δρών που στε­γά­ζο­νταν στο ίδιο κτί­ριο και κα­τέ­λη­ξε σε πο­λυ­ε­τή δι­κα­στι­κή πε­ρι­πέ­τεια έφτα­σε στο τέλος της. Ο Άρειος Πάγος, με τις απο­φά­σεις 483/2026 και 729/2026, απέρ­ρι­ψε τόσο την αναί­ρε­ση της τρά­πε­ζας και του πρώην ταμία της όσο και την αναί­ρε­ση του ζη­μιω­θέ­ντος επεν­δυ­τή, αφή­νο­ντας άθι­κτη την από­φα­ση 115/2024 του Τρι­με­λούς Εφε­τεί­ου.

Η γνω­ρι­μία και  η εμπι­στο­σύ­νη

Σύμ­φω­να με τις πα­ρα­δο­χές των πο­λι­τι­κών δι­κα­στη­ρί­ων, ο ενά­γων, ημε­δα­πός εκ­παι­δευ­τής οδη­γών, δια­τη­ρού­σε σχολή οδη­γών σε οι­κο­δο­μή όπου στε­γα­ζό­ταν και το γρα­φείο ενός ασφα­λι­στι­κού πρά­κτο­ρα. Ο τε­λευ­ταί­ος συ­νερ­γα­ζό­ταν ήδη από το 1982 με ασφα­λι­στι­κή εται­ρεία ως ασφα­λι­στι­κός σύμ­βου­λος και από το 1996 είχε ανα­λά­βει, μέσω της ίδιας ασφα­λι­στι­κής, τη δια­με­σο­λά­βη­ση για τη διά­θε­ση με­ρι­δί­ων αμοι­βαί­ων κε­φα­λαί­ων μιας εται­ρεί­ας δια­χεί­ρι­σης. Το 2004 προ­ή­χθη σε συ­ντο­νι­στή ασφα­λι­στι­κών συμ­βού­λων.

Η γνω­ρι­μία των 2 αν­δρών εξε­λί­χθη­κε σε φιλία και επαγ­γελ­μα­τι­κή συ­νερ­γα­σία. Από το 1997 ο εκ­παι­δευ­τής οδη­γών και η σύ­ζυ­γός του, χωρίς εξει­δι­κευ­μέ­νες γνώ­σεις, άρ­χι­σαν να του εμπι­στεύ­ο­νται χρη­μα­τι­κά ποσά με την εντο­λή να τα επεν­δύ­σει σε αμοι­βαία κε­φά­λαια. Οι πρώ­τες επεν­δύ­σεις έγι­ναν κα­νο­νι­κά και το ζευ­γά­ρι λάμ­βα­νε πε­ριο­δι­κές ενη­με­ρώ­σεις στη διεύ­θυν­ση κα­τοι­κί­ας του. Όπως προ­κύ­πτει από τις απο­φά­σεις, ακρι­βώς αυτή η σχέση εμπι­στο­σύ­νης απο­τέ­λε­σε αρ­γό­τε­ρα το όχημα για την υπε­ξαί­ρε­ση.

Ο ρόλος του ταμία

Η πρώτη μέ­θο­δος, σύμ­φω­να με τις δι­κα­στι­κές πα­ρα­δο­χές, εκτυ­λί­χθη­κε σε υπο­κα­τά­στη­μα τρά­πε­ζας όπου ερ­γα­ζό­ταν ως τα­μί­ας ο γα­μπρός του ασφα­λι­στι­κού συμ­βού­λου, σύ­ζυ­γος της αδελ­φής του. Στις 2 Νο­εμ­βρί­ου 2004 ο επεν­δυ­τής, καθ’ υπό­δει­ξη του συμ­βού­λου, ανέ­λα­βε 10.000 ευρώ από τον κοινό λο­γα­ρια­σμό που τη­ρού­σε με τη σύ­ζυ­γό του. Στις 9 Νο­εμ­βρί­ου 2004 ακο­λού­θη­σαν 25.000 ευρώ και στις 25 Φε­βρουα­ρί­ου 2005 η σύ­ζυ­γος ανέ­λα­βε 7.100 ευρώ. Σε όλες τις πε­ρι­πτώ­σεις τα χρή­μα­τα προ­ο­ρί­ζο­νταν, όπως πί­στευε το ζευ­γά­ρι, για κα­τά­θε­ση σε λο­γα­ρια­σμό της εται­ρεί­ας δια­χεί­ρι­σης αμοι­βαί­ων κε­φα­λαί­ων.

Η εται­ρεία αυτή, ωστό­σο, δεν τη­ρού­σε καν λο­γα­ρια­σμό στη συ­γκε­κρι­μέ­νη τρά­πε­ζα, κάτι που κατά τα δι­κα­στή­ρια γνώ­ρι­ζαν και οι 2 συγ­γε­νείς. Ο τα­μί­ας, ο οποί­ος μά­λι­στα ήταν αρ­μό­διος για συ­ναλ­λα­γές συ­ναλ­λάγ­μα­τος και όχι για κα­τα­θέ­σεις, πα­ρέ­δι­δε στο ζευ­γά­ρι μόνο το πα­ρα­στα­τι­κό της ανά­λη­ψης, δια­βε­βαιώ­νο­ντας ότι η κα­τά­θε­ση είχε πραγ­μα­το­ποι­η­θεί. Το μη­χα­νο­γρα­φη­μέ­νο πα­ρα­στα­τι­κό της κα­τά­θε­σης το εξέ­δι­δε, αλλά δεν το πα­ρέ­δι­δε ποτέ. Τα χρή­μα­τα κα­τέ­λη­γαν σε λο­γα­ρια­σμό του ασφα­λι­στι­κού συμ­βού­λου. Μια τέ­ταρ­τη ανά­λη­ψη 8.000 ευρώ στις 6 Ιου­νί­ου 2008 έγινε χωρίς τη συμ­με­το­χή του ταμία. Συ­νο­λι­κά η πρώτη μέ­θο­δος απέ­φε­ρε στον σύμ­βου­λο 50.100 ευρώ, εκ των οποί­ων για τα 42.100 ευρώ κα­τα­λο­γί­στη­κε άμεση συ­νέρ­γεια στον ταμία.

Πλα­στές υπο­γρα­φές και δί­γραμ­μες επι­τα­γές

Η δεύ­τε­ρη μέ­θο­δος ήταν πιο σύν­θε­τη. Περί το 2000 ο επεν­δυ­τής απο­φά­σι­σε να το­πο­θε­τή­σει επι­πλέ­ον ποσά σε αμοι­βαία κε­φά­λαια, ορί­ζο­ντας αυτή τη φορά ως διεύ­θυν­ση ενη­μέ­ρω­σης το γρα­φείο του συμ­βού­λου. Ο τε­λευ­ταί­ος, αντί για αμοι­βαία κε­φά­λαια, συ­νέ­τα­ξε αι­τή­σεις προς την ασφα­λι­στι­κή εται­ρεία για ασφα­λι­στή­ρια ζωής συν­δε­δε­μέ­να με επεν­δύ­σεις, θέ­το­ντας κατ’ απο­μί­μη­ση την υπο­γρα­φή του πε­λά­τη του. Τα συμ­βό­λαια εκ­δό­θη­καν και τα κρα­τού­σε ο ίδιος στο γρα­φείο του.

Στη συ­νέ­χεια, με νέες πλα­στο­γρα­φη­μέ­νες αι­τή­σεις, ζή­τη­σε την εξα­γο­ρά των συμ­βο­λαί­ων και την ακύ­ρω­ση ενός εξ αυτών. Η ασφα­λι­στι­κή εξέ­δω­σε δί­γραμ­μες επι­τα­γές σε δια­τα­γή του επεν­δυ­τή, τις οποί­ες ει­σέ­πρα­ξε ο σύμ­βου­λος, πλα­στο­γρα­φώ­ντας την οπι­σθο­γρά­φη­ση και χρη­σι­μο­ποιώ­ντας τον αριθ­μό ταυ­τό­τη­τας της συ­ζύ­γου του πα­θό­ντος. Η ζημία από τη μέ­θο­δο αυτή ανήλ­θε σε 19.683,07 ευρώ και το συ­νο­λι­κό ποσό της υπε­ξαί­ρε­σης σε 69.783,07 ευρώ.

Η δι­κα­στι­κή δια­δρο­μή

Ο επεν­δυ­τής κα­τέ­θε­σε αγωγή στις 15 Σε­πτεμ­βρί­ου 2014 στο Πο­λυ­με­λές Πρω­το­δι­κείο, στρε­φό­με­νος κατά του συμ­βού­λου, της εται­ρεί­ας δια­χεί­ρι­σης, της ασφα­λι­στι­κής, του ταμία, της τρά­πε­ζας που τον απα­σχο­λού­σε και της τρά­πε­ζας που πλή­ρω­σε τις επι­τα­γές. Το δι­κα­στή­ριο ανέ­στει­λε το 2018 την έκ­δο­ση ορι­στι­κής από­φα­σης μέχρι την πε­ρά­τω­ση της ποι­νι­κής δια­δι­κα­σί­ας.

Ο σύμ­βου­λος και ο τα­μί­ας κη­ρύ­χθη­καν ένο­χοι σε πρώτο βαθμό από το Τρι­με­λές Εφε­τείο Κα­κουρ­γη­μά­των το 2016 για κα­κουρ­γη­μα­τι­κή υπε­ξαί­ρε­ση και άμεση συ­νέρ­γεια αντί­στοι­χα. Το 2019, όμως, το Πε­ντα­με­λές Εφε­τείο έπαυ­σε ορι­στι­κά την ποι­νι­κή δίωξη λόγω πα­ρα­γρα­φής, χωρίς να κρί­νει επί της ου­σί­ας. Ακο­λού­θη­σε η ορι­στι­κή από­φα­ση του Πρω­το­δι­κεί­ου το 2022 και, μετά από εφέ­σεις όλων των πλευ­ρών, η από­φα­ση 115/2024 του Τρι­με­λούς Εφε­τεί­ου, που υπο­χρέ­ω­σε τον ταμία και την τρά­πε­ζα να κα­τα­βά­λουν εις ολό­κλη­ρον 42.100 ευρώ ως απο­ζη­μί­ω­ση και 7.000 ευρώ για ηθική βλάβη, ανα­γνω­ρί­ζο­ντας πα­ράλ­λη­λα την ευ­θύ­νη της εται­ρεί­ας δια­χεί­ρι­σης για τις πρά­ξεις του συμ­βού­λου.

Το τεκ­μή­ριο αθω­ό­τη­τας και η απά­ντη­ση του Αρεί­ου Πάγου

Η τρά­πε­ζα και ο πρώην τα­μί­ας της υπο­στή­ρι­ξαν ενώ­πιον του Αρεί­ου Πάγου ότι η παύση της δί­ω­ξης λόγω πα­ρα­γρα­φής ισο­δυ­να­μεί με αθώ­ω­ση και ότι το πο­λι­τι­κό δι­κα­στή­ριο, χα­ρα­κτη­ρί­ζο­ντας τον ταμία συ­νερ­γό, πα­ρα­βί­α­σε το τεκ­μή­ριο αθω­ό­τη­τας. Το Ανώ­τα­το Δι­κα­στή­ριο απέρ­ρι­ψε τον ισχυ­ρι­σμό, κρί­νο­ντας ότι η απο­ζη­μί­ω­ση δεν απο­τε­λεί ποινή, ότι το πο­λι­τι­κό δι­κα­στή­ριο δεν δε­σμεύ­ε­ται από την ποι­νι­κή κρίση, αν και οφεί­λει να τη συ­νε­κτι­μά, και ότι το Εφε­τείο πα­ρέ­μει­νε εντός των ορίων της πο­λι­τι­κής δίκης χωρίς να αμ­φι­σβη­τή­σει την ποι­νι­κή από­φα­ση. Απορ­ρί­φθη­καν επί­σης οι αι­τιά­σεις για την αξιο­πι­στία της συ­ζύ­γου ως μάρ­τυ­ρα, δε­δο­μέ­νου ότι η ίδια είχε ήδη δι­καιω­θεί εν μέρει με δική της αγωγή το 2021.

Από την άλλη πλευ­ρά, ο επεν­δυ­τής ζή­τη­σε ανα­γνώ­ρι­ση με­γα­λύ­τε­ρης ζη­μί­ας από τη δεύ­τε­ρη μέ­θο­δο και ευ­θύ­νη της τρά­πε­ζας που πλή­ρω­σε τις δί­γραμ­μες επι­τα­γές. Ο Άρειος Πάγος έκρι­νε ότι το ύψος της ζη­μί­ας απο­τε­λεί ζή­τη­μα εκτί­μη­σης απο­δεί­ξε­ων που δεν ελέγ­χε­ται αναι­ρε­τι­κά, ενώ η αγωγή κατά της πλη­ρώ­τριας τρά­πε­ζας ορθώς απορ­ρί­φθη­κε ως αό­ρι­στη, αφού δεν ανέ­φε­ρε αν ο ει­σπρά­ξας ήταν πε­λά­της της. Ο ασφα­λι­στι­κός σύμ­βου­λος δεν εμ­φα­νί­στη­κε κα­θό­λου στη δίκη του Αρεί­ου Πάγου.

Και οι 2 αναι­ρέ­σεις απορ­ρί­φθη­καν, με επι­βο­λή δι­κα­στι­κής δα­πά­νης 2.700 ευρώ σε κάθε ητ­τη­μέ­νη πλευ­ρά. Οι απο­φά­σεις του Ανω­τά­του Δι­κα­στη­ρί­ου, κλεί­νουν ορι­στι­κά μια υπό­θε­ση της οποί­ας τα πραγ­μα­τι­κά πε­ρι­στα­τι­κά ανά­γο­νται σε πε­ρισ­σό­τε­ρα από 20 χρό­νια πριν.

Σχολιασμός Άρθρου

Τα σχόλια εκφράζουν αποκλειστικά τον εκάστοτε σχολιαστή. Η Δημοκρατική δεν υιοθετεί αυτές τις απόψεις. Διατηρούμε το δικαίωμα να διαγράψουμε όποια σχόλια θεωρούμε προσβλητικά ή περιέχουν ύβρεις, χωρίς καμμία προειδοποίηση. Χρήστες που δεν τηρούν τους όρους χρήσης αποκλείονται.

Προσθέστε ένα σχόλιο

Το E-mail δεν θα δημοσιευτεί.
Πρέπει να συμπληρωθούν όλα τα πεδία για την υποβολή του σχολίου.