- Οι οικονομικές υπηρεσίες του Δήμου Ρόδου εντόπισαν ενδείξεις ασυμβίβαστου σε τρεις δημοτικούς συμβούλους, δύο από την πλειοψηφία και έναν από τη μείζονα μειοψηφία.
- Η κύρια υπόθεση αφορά έναν σύμβουλο με οφειλές που ξεκινούν από το 2016 και έχουν σχεδόν διπλασιαστεί λόγω προσαυξήσεων.
- Οι δύο σύμβουλοι της πλειοψηφίας φέρονται να μην τήρησαν ρυθμίσεις που είχαν συναφθεί με τον Δήμο, ενώ ο σύμβουλος της μειοψηφίας έχει νέα οφειλή.
- Η νομολογία απαιτεί προσήκουσα ενημέρωση των αιρετών για τις οφειλές τους, προτού επέλθει έκπτωση, με όριο 300 ευρώ για την τρέχουσα αυτοδιοικητική περίοδο.
• Οι οικονομικές υπηρεσίες του Δήμου Ρόδου εντόπισαν ενδείξεις ασυμβίβαστου σε δύο δημοτικούς συμβούλους της πλειοψηφίας και σε έναν της μείζονος μειοψηφίας • Στο επίκεντρο βρίσκεται μια οφειλή που ξεκινά από το 2016, έχει σχεδόν διπλασιαστεί και συνδέεται με ρύθμιση που φέρεται να μην τηρήθηκε
Τα πρόσφατα δημοσιεύματα της «δημοκρατικής» για τις οφειλές αιρετών προς το δημοτικό ταμείο είχαν συνέχεια. Οι οικονομικές υπηρεσίες του Δήμου Ρόδου ενεργοποιήθηκαν και ξεκίνησαν τον έλεγχο που ο νόμος τούς επιβάλλει αυτεπαγγέλτως. Σύμφωνα με πληροφορίες, μέχρι στιγμής έχουν προκύψει ενδείξεις για ύπαρξη ασυμβίβαστου σε 3 περιπτώσεις.
Οι 2 αφορούν δημοτικούς συμβούλους που κατέχουν διακεκριμένες θέσεις στην πλειοψηφία. Η τρίτη αφορά δημοτικό σύμβουλο της μείζονος μειοψηφίας. Οι περιπτώσεις δεν είναι όμοιες και δεν θα κριθούν με τον ίδιο τρόπο.
Η μία από αυτές, ωστόσο, ξεχωρίζει τόσο για το ύψος της οφειλής όσο και για τα νομικά ερωτήματα που θέτει. Κατά πληροφορίες, πρόκειται για την πρώτη και μεγαλύτερη σε ύψος υπόθεση του είδους που θα απασχολήσει την Αποκεντρωμένη Διοίκηση Αιγαίου.
Τρεις περιπτώσεις με διαφορετική νομική διαδρομή
Για τους 2 συμβούλους της πλειοψηφίας, οι οφειλές εξετάζονται υπό το πρίσμα ρυθμίσεων που είχαν συναφθεί με τον Δήμο και στις οποίες οι ίδιοι φέρεται να μην υπήρξαν συνεπείς. Είναι η κατηγορία που είχε ήδη επισημανθεί: αιρετοί που γνώριζαν την οφειλή τους, είχαν φροντίσει να τη ρυθμίσουν ώστε να μη θιγεί η εκλογιμότητά τους και στη συνέχεια φέρονται να άφησαν τις δόσεις απλήρωτες.
Στην περίπτωση του συμβούλου της μείζονος μειοψηφίας η εικόνα είναι διαφορετική. Η οφειλή του, όπως προκύπτει, είναι νέα, δηλαδή γεννήθηκε μέσα στη θητεία. Εδώ εφαρμόζεται η διάταξη του άρθρου 11 του ν. 4804/2021, σύμφωνα με την οποία ο αιρετός έχει αποκλειστική προθεσμία 10 ημερών για να εξοφλήσει ή να ρυθμίσει, αφότου η βεβαίωση καταστεί οριστική και λάβει γνώση. Το κρίσιμο στοιχείο θα είναι επομένως πότε και πώς ενημερώθηκε. Η νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας, με τις αποφάσεις 183/2026 και 184/2026 του Γ΄ Τμήματος, απαιτεί προσήκουσα ενημέρωση του αιρετού για την ύπαρξη, το ύψος και την αιτία της οφειλής πριν επέλθει έκπτωση.
Και στις 3 περιπτώσεις ισχύει το όριο των 300 ευρώ που θέτει ο ν. 4804/2021 για την τρέχουσα αυτοδιοικητική περίοδο. Ο νέος Κώδικας Τοπικής Αυτοδιοίκησης θα εφαρμοστεί από την περίοδο 2029 έως 2033.
Μια οφειλή που ξεκίνησε το 2016 και σχεδόν διπλασιάστηκε
Το μεγάλο ζήτημα που έχει ανακύψει αφορά δημοτικό σύμβουλο του οποίου οι οφειλές προς τον Δήμο ανέρχονται πλέον σε εξαψήφιο ποσό. Σύμφωνα με τις πληροφορίες της «δημοκρατικής», οι οφειλές του ξεκινούν από το έτος 2016 και έχουν σχεδόν διπλασιαστεί από τότε, κυρίως λόγω των προσαυξήσεων που συσσωρεύονταν χρόνο με τον χρόνο.
Λίγες ημέρες πριν από τις αυτοδιοικητικές εκλογές του 2023, ο σύμβουλος φέρεται να είχε ρυθμίσει τις οφειλές του. Η κίνηση αυτή, τη δεδομένη χρονική στιγμή, είχε σαφές αποτέλεσμα: όσο η ρύθμιση τηρείται, ο νόμος εξομοιώνει τον οφειλέτη με αυτόν που έχει εξοφλήσει και ασυμβίβαστο δεν υφίσταται. Σύμφωνα με τις πληροφορίες, ωστόσο, ο ίδιος δεν υπήρξε συνεπής στη ρύθμιση, η οποία χάθηκε.
Η υπόθεση δεν σταματά εκεί. Εδώ εμπλέκεται η νομοθετική αλλαγή του 2023 για την παραγραφή των οφειλών προς τους δήμους, και ο τρόπος με τον οποίο ο αιρετός φέρεται να επιχείρησε να την αξιοποιήσει.

Τι άλλαξε με τον ν. 5027/2023
Με το άρθρο 39 του ν. 5027/2023 προστέθηκε στον Κώδικα Δήμων και Κοινοτήτων το άρθρο 166Α, που ρύθμισε ενιαία το θέμα της βεβαίωσης και της είσπραξης των δημοτικών εσόδων. Οι δήμοι οφείλουν πλέον να βεβαιώνουν ταμειακά κάθε οφειλόμενο ποσό μέσα σε αποσβεστική προθεσμία 5 ετών, που αρχίζει το επόμενο έτος από τη γένεση της οφειλής. Αντίστοιχα, πρέπει να εξασφαλίζουν την είσπραξη των βεβαιωμένων εσόδων μέσα σε αποσβεστική προθεσμία 5 ετών από τη λήξη του έτους της ταμειακής βεβαίωσης.
Η διατύπωση δεν είναι τυχαία. Η προθεσμία χαρακτηρίζεται αποσβεστική και όχι απλώς προθεσμία παραγραφής, κάτι που σημαίνει ότι με την άπρακτη πάροδό της η αξίωση του Δήμου χάνεται. Ο νόμος προβλέπει παράταση για ίσο διάστημα, δηλαδή έως άλλα 5 έτη, είτε με την κοινοποίηση πράξης βεβαίωσης ή ατομικής ειδοποίησης προς τον υπόχρεο είτε όταν συντρέχει κάποια από τις περιπτώσεις διακοπής της παραγραφής που προβλέπει η παράγραφος 1 του άρθρου 138 του ν. 4270/2014.
Το Υπουργείο Εσωτερικών, με εγκύκλιο, ήταν σαφές ότι η παράταση αποτελεί εξαίρεση. Οι δήμοι δεν μπορούν να παρατείνουν επ’ αόριστον την προθεσμία με επαναλαμβανόμενες ειδοποιήσεις, ενώ η παράταση δεν δικαιολογείται από την αδράνεια της υπηρεσίας αλλά πρέπει να στηρίζεται σε συγκεκριμένους σοβαρούς λόγους.
Γιατί η 2α Μαρτίου 2025 ήταν ορόσημο
Για τις παλαιές οφειλές ο νομοθέτης έδωσε μεταβατικό περιθώριο. Κατά το άρθρο 72 του ν. 5027/2023, οι οφειλές που γεννήθηκαν μέχρι και τις 31 Δεκεμβρίου 2018 εξακολουθούσαν να αναζητούνται και να βεβαιώνονται με το προηγούμενο καθεστώς για 2 έτη από την έναρξη ισχύος του νόμου, δηλαδή μέχρι τις 2 Μαρτίου 2025. Μετά την ημερομηνία αυτή όλες οι οφειλές, ανεξαρτήτως του χρόνου γένεσής τους, εντάχθηκαν στον πάγιο κανόνα της πενταετίας.
Στην πράξη, οι δήμοι που επί χρόνια δεν είχαν φροντίσει να εισπράξουν τις απαιτήσεις τους ενημερώθηκαν ότι έπρεπε να κινηθούν άμεσα, διαφορετικά οι οφειλές άνω της πενταετίας θα χάνονταν οριστικά. Η ευθύνη για όσα δεν εισπράχθηκαν δεν σβήνει μαζί με την αξίωση. Η παράγραφος 4 του άρθρου 166Α υποχρεώνει τον προϊστάμενο της οικονομικής υπηρεσίας να συντάσσει κάθε χρόνο, μέσα στον πρώτο μήνα του έτους, έκθεση για τους λόγους της μη βεβαίωσης και της μη είσπραξης. Η έκθεση υποβάλλεται στο Υπουργείο Εσωτερικών και αποστέλλεται στο αρμόδιο κλιμάκιο του Ελεγκτικού Συνεδρίου. Με άλλα λόγια, για κάθε οφειλή που χάθηκε, η υπηρεσία πρέπει να εξηγήσει γιατί χάθηκε και τι έπραξε για να το αποτρέψει.
Η επιλεκτική ρύθμιση
Στο πλαίσιο αυτό κινήθηκε, κατά πληροφορίες, και ο δημοτικός σύμβουλος με την εξαψήφια οφειλή. Μετά την απώλεια της προεκλογικής ρύθμισης προχώρησε σε νέα ρύθμιση, η οποία όμως φέρεται να κάλυψε μόνο εκείνες τις οφειλές που έκρινε ότι δεν έχουν παραγραφεί. Τα παλαιότερα χρέη τα άφησε εκτός, θεωρώντας προφανώς ότι είχαν αποσβεστεί με βάση το νέο πλαίσιο.
Η εκτίμηση αυτή, ωστόσο, έχει κι άλλη ανάγνωση. Για τα παλαιά χρέη δεν εκδόθηκε ποτέ απόφαση του δημοτικού συμβουλίου που να τα διαγράφει. Σύμφωνα με όσα προκύπτουν, η οφειλή παρέμεινε και τυπικά και ουσιαστικά αυτούσια στα βιβλία του Δήμου, ενώ οι προσαυξήσεις συνέχισαν να τρέχουν.
Αξίζει εδώ μια διευκρίνιση. Το Υπουργείο Εσωτερικών, με το έγγραφο 30070 της 29ης Μαρτίου 2024, έχει ξεκαθαρίσει ότι η απόσβεση μιας αξίωσης λόγω παρέλευσης της προθεσμίας δεν ταυτίζεται με τη διαγραφή του άρθρου 174 του Δημοτικού Κώδικα και δεν απαιτεί απόφαση του δημοτικού συμβουλίου. Απαιτεί όμως διαπίστωση από την αρμόδια υπηρεσία ότι η προθεσμία πέρασε άπρακτη. Αν η υπηρεσία εξακολουθεί να θεωρεί την οφειλή ενεργή, αυτό σημαίνει ότι κατά την κρίση της η προθεσμία δεν έχει συμπληρωθεί.
Γιατί η υπηρεσία θεωρεί ότι η παραγραφή δεν μπορούσε να επέλθει
Το κρίσιμο νομικό σημείο είναι ότι οι συγκεκριμένες οφειλές δεν μπορούσαν καν να παραγραφούν, επειδή εμπίπτουν σε ρητές εξαιρέσεις. Και ο λόγος είναι ακριβώς η ύπαρξη ρύθμισης.
Για τις απαιτήσεις των δήμων, ελλείψει ειδικών διατάξεων, εφαρμόζονται αναλογικά οι κανόνες του δημόσιου λογιστικού για την αναστολή και τη διακοπή της παραγραφής. Κατά το άρθρο 137 παράγραφος 2 του ν. 4270/2014, η παραγραφή αναστέλλεται για χρονικό διάστημα ίσο με εκείνο για το οποίο είχε χορηγηθεί στον υπόχρεο, κατά την τελευταία διετία της παραγραφής, διευκόλυνση τμηματικής καταβολής ύστερα από αίτησή του. Η αναστολή ισχύει ανεξάρτητα από το αν ο οφειλέτης συμμορφώθηκε εν όλω ή εν μέρει. Επιπλέον, η παραγραφή σε καμία περίπτωση δεν συμπληρώνεται πριν περάσει 1 έτος από την παραβίαση της υποχρέωσης τμηματικής καταβολής. Με απλά λόγια, όποιος χάνει μια ρύθμιση δεν κερδίζει χρόνο παραγραφής από την ασυνέπειά του.
Υπάρχει και δεύτερο, ίσως ισχυρότερο, επιχείρημα. Κατά το άρθρο 138 παράγραφος 4 του ίδιου νόμου, οι γενικοί λόγοι διακοπής της παραγραφής του Αστικού Κώδικα ισχύουν και για τις απαιτήσεις του Δημοσίου. Το άρθρο 260 του Αστικού Κώδικα ορίζει ότι την παραγραφή διακόπτει η αναγνώριση της αξίωσης από τον υπόχρεο με οποιονδήποτε τρόπο, και ως αναγνώριση λογίζεται και η καταβολή έναντι της οφειλής. Η διακοπή δεν απλώς παγώνει τον χρόνο. Τον μηδενίζει, και από την περάτωσή της αρχίζει νέα παραγραφή.
Η αίτηση ρύθμισης προϋποθέτει ότι ο οφειλέτης αποδέχεται την οφειλή, το ύψος της και τους όρους της. Η ρύθμιση που φέρεται να υπεγράφη λίγο πριν από τις εκλογές του 2023, καθώς και οι όποιες δόσεις καταβλήθηκαν στη συνέχεια, θα μπορούσαν επομένως να θεωρηθούν πράξεις αναγνώρισης που διέκοψαν την παραγραφή και έβαλαν το ρολόι ξανά στο μηδέν. Προς την ίδια κατεύθυνση κινείται και το άρθρο 272 του Αστικού Κώδικα, σύμφωνα με το οποίο ό,τι καταβλήθηκε χωρίς γνώση της παραγραφής δεν αναζητείται, ενώ η έγγραφη αναγνώριση αξίωσης που έχει παραγραφεί είναι έγκυρη αν έγινε χωρίς γνώση της παραγραφής.
Αν η ανάγνωση αυτή γίνει δεκτή, η οφειλή του 2016 δεν σβήστηκε ποτέ. Και εφόσον η νέα ρύθμιση κάλυψε μόνο ένα μέρος της, το υπόλοιπο παραμένει ληξιπρόθεσμο και αρρύθμιστο, σε ύψος που υπερβαίνει κατά πολύ το όριο των 300 ευρώ.
Ο σύμβουλος πρέπει μάλιστα να πείσθηκε ότι οι παλαιότερες οφειλές έχουν αποσβεστεί με βάση τον νέο κανόνα της πενταετίας και ότι για όσες εξακολουθούν να είναι απαιτητές έχει συνάψει ρύθμιση. Με τη λογική αυτή, ασυμβίβαστο δεν υφίσταται, αφού το τμήμα της οφειλής που κατά την άποψή του μπορεί νόμιμα να αναζητηθεί είναι ρυθμισμένο.
Σύμφωνα με τις πληροφορίες, ο ίδιος πρόκειται να εξαντλήσει όλα τα νόμιμα μέσα, φτάνοντας έως το Συμβούλιο της Επικρατείας.
Το ζήτημα δεν έχει κριθεί νομολογιακά με αυτή την ακριβή μορφή. Δεν έχει εντοπιστεί απόφαση του ανώτατου ακυρωτικού δικαστηρίου που να εξετάζει συνδυαστικά την απώλεια ρύθμισης, τον νέο κανόνα της πενταετίας και το ασυμβίβαστο αιρετού. Γι’ αυτό και η υπόθεση αναμένεται να έχει ενδιαφέρον που ξεπερνά τα όρια του Δήμου Ρόδου.
Ο δρόμος προς την Αποκεντρωμένη Διοίκηση
Η διαδικασία, σύμφωνα με τις πληροφορίες, έχει ήδη ξεκινήσει. Η οικονομική υπηρεσία καλείται να καταγράψει για κάθε περίπτωση πότε γεννήθηκε και πότε βεβαιώθηκε η οφειλή, πότε ρυθμίστηκε, πότε χάθηκε η ρύθμιση, ποιες καταβολές έγιναν και αν ο αιρετός ειδοποιήθηκε νομίμως. Τα στοιχεία διαβιβάζονται στην Αποκεντρωμένη Διοίκηση Αιγαίου, όπου ο γραμματέας έχει 15 ημέρες από τη στιγμή που θα λάβει γνώση για να εκδώσει, εφόσον συντρέχουν οι προϋποθέσεις, διαπιστωτική πράξη έκπτωσης.
Η πράξη αυτή δεν δημιουργεί την έκπτωση. Βεβαιώνει ότι έχει ήδη επέλθει αυτοδικαίως. Για τα χρέη που προϋπήρχαν της εκλογής, το κρίσιμο χρονικό σημείο παραμένει, κατά την εγκύκλιο 1334 του Υπουργείου Εσωτερικών, η 2α Ιανουαρίου 2024, ημέρα εγκατάστασης των νέων δημοτικών αρχών. Για τις οφειλές που γεννήθηκαν στη θητεία, μετράει η προθεσμία των 10 ημερών.
Στην περίπτωση των 2 συμβούλων της πλειοψηφίας, το βάρος θα πέσει στο αν η απώλεια της ρύθμισης τούς γνωστοποιήθηκε και πότε. Το επιχείρημα της άγνοιας, πάντως, είναι δυσχερές για όποιον ο ίδιος ζήτησε και υπέγραψε ρύθμιση, αποδεχόμενος και τον όρο ότι η μη καταβολή δόσεων οδηγεί σε απώλειά της.








Σχολιασμός Άρθρου
Τα σχόλια εκφράζουν αποκλειστικά τον εκάστοτε σχολιαστή. Η Δημοκρατική δεν υιοθετεί αυτές τις απόψεις. Διατηρούμε το δικαίωμα να διαγράψουμε όποια σχόλια θεωρούμε προσβλητικά ή περιέχουν ύβρεις, χωρίς καμμία προειδοποίηση. Χρήστες που δεν τηρούν τους όρους χρήσης αποκλείονται.
Υπενθύμιση:
Για την μερική αναπαραγωγή της είδησης από άλλες ιστοσελίδες είναι απαραίτητη η χρήση του παρακάτω παρεχόμενου συνδέσμου παραπομπής προς το άρθρο της Δημοκρατικής.