- Ελεύθερος χωρίς περιοριστικούς όρους αφέθηκε ο 61χρονος που κατηγορείται για φοροδιαφυγή σε ναυτιλιακή επιχείρηση της Δωδεκανήσου.
- Η ποινική δίωξη προήλθε από μηνυτήρια αναφορά της Δημόσιας Οικονομικής Υπηρεσίας για μη απόδοση παρακρατούμενου φόρου ύψους 407.000 ευρώ για τα έτη 2016 και 2017.
- Η υπεράσπιση υποστήριξε ότι η ποινική δίωξη είναι νομικά απαράδεκτη λόγω παραγραφής και ότι η πραγματική εκμετάλλευση των πλοίων ανήκε σε θυγατρική εταιρεία.
- Ο κατηγορούμενος αρνήθηκε οποιαδήποτε μορφή δόλου, υποστηρίζοντας ότι δεν γνώριζε τις φορολογικές πράξεις και είχε αποχωρήσει από τη διοίκηση πριν δημιουργηθούν οι εκκρεμότητες.
Ελεύθερος χωρίς κανέναν περιοριστικό όρο αφέθηκε ο 61χρονος ημεδαπός που απολογήθηκε ενώπιον του αρμόδιου ανακριτή στο πλαίσιο της κύριας ανακρίσεως για υπόθεση φοροδιαφυγής μεγάλης κλίμακας που συνδέεται με γνωστή ναυτιλιακή επιχείρηση της Δωδεκανήσου. Η αρμόδια δικαστική αρχή έκρινε πως δεν συντρέχουν στο πρόσωπό του προϋποθέσεις επιβολής οποιουδήποτε μέτρου δικονομικού καταναγκασμού.
Σύμφωνα με πληροφορίες της «Δημοκρατικής», η ποινική δίωξη ξεκίνησε κατόπιν μηνυτήριας αναφοράς του προϊσταμένου της αρμόδιας Δημόσιας Οικονομικής Υπηρεσίας, η οποία υποβλήθηκε στις αρχές Φεβρουαρίου 2024. Στον κατηγορούμενο αποδίδεται το αδίκημα της μη απόδοσης παρακρατούμενου φόρου επί αμοιβών πληρωμάτων εμπορικού ναυτικού, για τα φορολογικά έτη 2016 και 2017, υπό την ιδιότητα που είχε ως πρόεδρος και διευθύνων σύμβουλος Ανώνυμης Ναυτιλιακής Εταιρείας δραστηριοποιούμενης στις ακτοπλοϊκές μεταφορές της περιοχής. Το συνολικό ποσό που φέρεται να μην αποδόθηκε στο Ελληνικό Δημόσιο ξεπερνά τα 407.000 ευρώ, αθροίζοντας τα ποσά που καθορίστηκαν για τα δύο επίδικα φορολογικά έτη μέσω οριστικών πράξεων διορθωτικού προσδιορισμού.
Την υπεράσπιση του κατηγορουμένου ανέλαβαν οι κ.κ. Γρηγόρης Μοράρης και Βασίλης Μπέης, οι οποίοι ανέπτυξαν μια συνεκτική γραμμή άμυνας σε πολλαπλά επίπεδα. Πρώτον, ισχυρίστηκαν ότι η ποινική δίωξη είναι νομικά απαράδεκτη, καθώς το δικαίωμα του Δημοσίου να επιβάλει τον επίμαχο φόρο έχει υποπέσει σε παραγραφή σύμφωνα με τον Κώδικα Φορολογικής Διαδικασίας, ενώ οι σχετικές πράξεις δεν κοινοποιήθηκαν ποτέ στον ίδιο τον κατηγορούμενο, παρά μόνο στην νέα διοίκηση της εταιρείας.
Δεύτερον, η υπεράσπιση αμφισβήτησε την ίδια την αντικειμενική υπόσταση του αδικήματος. Υποστηρίχθηκε ότι η εταιρεία του κατηγορουμένου είχε εκναυλώσει γυμνά τα πλοία σε θυγατρική επιχείρηση, η οποία ήταν εκείνη που ασκούσε την πραγματική εκμετάλλευση, προσλάμβανε και άμειβε τα πληρώματα και κατέβαλλε τις ασφαλιστικές εισφορές. Η ναυλώτρια εταιρεία είχε και την έγκριση του Υπουργείου Εμπορικής Ναυτιλίας για τα δρομολόγια, εξέδιδε εισιτήρια στο όνομά της και αποτελούσε, κατά τη νομική ορολογία, την «εταιρεία του πλοίου». Κατά συνέπεια, διατείνεται η υπεράσπιση, αυτή ήταν εκείνη που όφειλε να παρακρατεί και να αποδίδει τον επίμαχο φόρο, και όχι η μητρική εταιρεία.
Τρίτον, ακόμα και αν υποτεθεί η συνδρομή της αντικειμενικής υπόστασης, η υπεράσπιση αρνήθηκε κατηγορηματικά οποιαδήποτε μορφή δόλου στο πρόσωπο του κατηγορουμένου. Ο ίδιος φέρεται να αγνοούσε την ύπαρξη των φορολογικών πράξεων και να αποχώρησε από τη διοίκηση της εταιρείας τον Οκτώβριο του 2021, προτού δημιουργηθούν οι επίδικες εκκρεμότητες ως αποτέλεσμα της εγκατάλειψης ρυθμίσεων από τη νέα διοίκηση των μεγαλομετόχων.
Η υπόθεση αναπτύσσεται σε ένα περίπλοκο εταιρικό υπόβαθρο. Η ναυτιλιακή επιχείρηση στην οποία αναφέρεται η δίωξη πέρασε από οξεία οικονομική κρίση στις αρχές της δεκαετίας του 2010, εντάχθηκε σε διαδικασία προστατευτικών διατάξεων του πτωχευτικού κώδικα και κατέφυγε στην ενεργοποίηση της θυγατρικής της, μέσω της οποίας συνέχισε τις δραστηριότητές της. Ο κατηγορούμενος, κατά τους ισχυρισμούς του, ανέλαβε τη θέση του προέδρου το 2015 κατόπιν άτυπης πίεσης και αδυναμίας των μετόχων να βρουν κάποιον άλλον πρόθυμο να αναλάβει τις διοικητικές και νομικές ευθύνες. Υποστηρίζει ότι ουδέποτε διετέλεσε μέτοχος και ότι η ιδιότητά του ήταν ουσιαστικά εκτελεστική και όχι ιδιοκτησιακή.
Η ελεγκτική αρχή, κατά την υπεράσπιση, στήριξε τον καταλογισμό αποκλειστικά στα μητρώα του ΝΑΤ, τα οποία δεν αντικατοπτρίζουν την πραγματική εκμετάλλευση των πλοίων, αγνοώντας νομίμως κατατεθειμένες συμβάσεις ναύλωσης, εγκριτικές αποφάσεις του Υπουργείου Εμπορικής Ναυτιλίας και λογιστικά αρχεία που εμφανίζουν τη θυγατρική ως αποκλειστικό καταβάλλοντα μισθοδοσίας. Η ανακρίβεια αυτή αποτέλεσε το κεντρικό επιχείρημα της υπεράσπισης για την ακυρότητα του κατηγορητηρίου στο σύνολό του.
Δείτε περισσότερα άρθρα μας στα αποτελέσματα αναζήτησης
Add Dimokratiki.gr on Google ↗ Ακολουθήστε μας στο Google News ★ ↗Στο Google News πατήστε ★ Ακολουθήστε


.gif)













