•Ο 49χρονος Ουκρανός που συνελήφθη στο Μόναχο για ανθρωποκτονία με πρόθεση εμφανίζεται ταυτόχρονα ως κατηγορούμενος σε δίκη του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Ρόδου στις 13 Μαρτίου 2026 για απάτη ιδιαίτερα μεγάλης αξίας κατ’ εξακολούθηση και για οργάνωση προς διάπραξη πλημμελήματος με οικονομικό όφελος
Η Ρόδος βρίσκεται μπροστά σε μια ιδιότυπη δικαστική συνθήκη, όπου δύο σοβαρές δικογραφίες που αφορούν στο ίδιο πρόσωπο κινούνται σε παράλληλες τροχιές με διαφορετικούς χρόνους και διαφορετικές διαδικαστικές απαιτήσεις. Από τη μία, η Ελληνική Δικαιοσύνη αναμένει την έκδοση του 49χρονου Ουκρανού, που συνελήφθη στο Μόναχο στις 22 Ιανουαρίου 2026 ως δράστη της δολοφονίας του ξενοδόχου Κωνσταντίνου Τσιαντή. Από την άλλη, ενώ βρίσκεται σε εξέλιξη το κεφάλαιο της ευρωπαϊκής δικαστικής συνεργασίας για την επιστροφή του, μία άλλη υπόθεση με κατηγορούμενο τον ίδιο άνθρωπο εισήχθη προς εκδίκαση στο ακροατήριο του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Ρόδου για τις 13 Μαρτίου 2026.
Η δίκη που προσδιορίστηκε ενώ η έκδοση παραμένει σε αναμονή
Σύμφωνα με τα στοιχεία της υπόθεσης που έχει προσδιοριστεί στο Τριμελές Πλημμελειοδικείο Ρόδου, ο 49χρονος Ουκρανός είναι κατηγορούμενος για απάτη ιδιαίτερα μεγάλης αξίας κατ’ εξακολούθηση και για οργάνωση για τη διάπραξη πλημμελήματος με οικονομικό όφελος, δηλαδή για συμμετοχή σε συμμορία. Πρόκειται για δικογραφία που συνδέεται με τηλεφωνικές απάτες σε βάρος ηλικιωμένων γυναικών, με τη μέθοδο της υποτιθέμενης επείγουσας νοσηλείας συγγενικού τους προσώπου μετά από τροχαίο, μια πρακτική που βασίζεται σε πίεση, φόβο και ψυχολογική χειραγώγηση των θυμάτων.
Η υπόθεση που αποτέλεσε τη βάση για το κατηγορητήριο της απάτης περιγράφει δράση συμμορίας τουλάχιστον από τις 2 Δεκεμβρίου 2024. Το σχήμα που αποτυπώνεται στη δικογραφία είναι γνώριμο στην πρακτική των τηλεφωνικών απατών. Ένα πρόσωπο εμφανίζεται ως αρχηγικό μέλος, τηλεφωνεί σε ανυποψίαστους πολίτες, υποδύεται τον ιατρό, παρουσιάζει ψευδή γεγονότα ως αληθινά και ζητά χρήματα για δήθεν νοσηλεία συγγενικού προσώπου που δήθεν έχει τραυματιστεί. Για να γίνει πειστικότερο το αφήγημα, περιγράφεται ότι άλλα μέλη προσποιούνται συγγενείς με λυγμούς, κραυγές ή κλάματα, ώστε να ενισχύεται η πίεση στο θύμα και να επιταχύνεται η παράδοση χρημάτων ή τιμαλφών.
Στο πρακτικό σκέλος, ο 49χρονος Ουκρανός εμφανίζεται ως ο παραλαβών, ο λεγόμενος «εισπράκτορας» των χρημάτων ή των χρυσαφικών. Η δικογραφία περιγράφει ότι, έπειτα από ανάλυση βιντεοληπτικού υλικού και στοιχεία που οδήγησαν σε ενοικιαζόμενο όχημα διαφυγής, οι αστυνομικοί τον εντόπισαν στις 6 Δεκεμβρίου 2024 στα Μαριτσά. Τη στιγμή που έμπαινε στο όχημα ακινητοποιήθηκε και, κατά την αρχική εξέταση, φέρεται να παραδέχτηκε τις πράξεις του, οδηγώντας στη συνέχεια αστυνομικούς σε υπαίθριο χώρο πλησίον της οικίας του, όπου είχε αποκρύψει χρήματα και κοσμήματα, τα οποία κατασχέθηκαν. Αναφέρεται ότι βρέθηκαν 800 ευρώ και κοσμήματα, ενώ κατασχέθηκαν και αντικείμενα που συνδέονται με την υπόθεση, όπως μπουφάν που φέρεται να φορούσε κατά την παραλαβή και 2 κινητά τηλέφωνα.
Τα θύματα που αναφέρονται στο συγκεκριμένο χρονικό διάστημα είναι 87χρονη ημεδαπή, από την οποία αποσπάστηκαν χρυσαφικά, και 64χρονη Βουλγάρα, από την οποία αποσπάστηκε το ποσό των 2.100 ευρώ.

Το ποινικό αποτύπωμα πριν από τη δολοφονία και οι περιοριστικοί όροι
Το κρίσιμο στοιχείο που επανέρχεται ως υπόβαθρο είναι ότι ο 49χρονος Ουκρανός δεν εμφανίζεται για πρώτη φορά στις δικαστικές και αστυνομικές αρχές τον Δεκέμβριο του 2024. Τα διαθέσιμα στοιχεία που έχουν καταγραφεί για το ποινικό του παρελθόν εκτείνονται από το 2018 έως τις αρχές του 2026, με υποθέσεις που περιλαμβάνουν καταδίκη για μεταφορά μη νόμιμων μεταναστών, δικογραφίες για ενδοοικογενειακή βία, εμπλοκή σε απάτες και παραβίαση περιοριστικών όρων.
Στις 27 Μαρτίου 2018 καταγράφεται βαριά εμπλοκή με τη Δικαιοσύνη για διακίνηση και παράνομη είσοδο στη χώρα σε υπόθεση μεταφοράς μεταναστών με σκάφος, με αναφορά ότι ακολούθησε κράτηση και έκτιση ποινής φυλάκισης από τον Μάρτιο του 2018 έως τον Οκτώβριο του 2021. Μετά την αποφυλάκιση, στις 26 Αυγούστου 2023 καταγράφονται αναφορές για σωματική βλάβη και ενδοοικογενειακή βία, ενώ στις 1 Νοεμβρίου 2023 υπάρχει νέα αναφορά για μεταφορά μη νόμιμων μεταναστών.
Ιδιαίτερη βαρύτητα έχει το σκέλος των περιοριστικών όρων. Στη δικογραφία των τηλεφωνικών απατών γίνεται μνεία ότι για τον 49χρονο είχε σχηματισθεί δικογραφία στις 1 Νοεμβρίου 2023 και του είχαν επιβληθεί όροι, ανάμεσά τους απαγόρευση εξόδου από τη χώρα και υποχρέωση εμφάνισης στην αστυνομική υπηρεσία του τόπου κατοικίας του. Σύμφωνα με τα στοιχεία οι περιοριστικοί όροι φέρεται να παραβιάστηκαν τον Δεκέμβριο του 2025 και τον Ιανουάριο του 2026, ενώ καταγράφεται και μετακίνησή του από την Κω προς τον Πειραιά στις 13 Νοεμβρίου 2025, με αναχώρηση με πλοίο, από σημείο και μετά τα ίχνη του χάθηκαν.

Η δολοφονία του Κωνσταντίνου Τσιαντή και η «σκηνοθεσία» τροχαίου
Στον πυρήνα της υπόθεσης που κινητοποίησε τη διεθνή συνεργασία βρίσκεται η δολοφονία του ξενοδόχου Κωνσταντίνου Τσιαντή στη Ρόδο. Τα γεγονότα τοποθετούνται στην 1η Μαΐου 2025, μια ημέρα που, σύμφωνα με τα στοιχεία, εξελίχθηκε σε χρονικό κλειδί. Η υπόθεση ξεκίνησε ως εξαφάνιση και εξελίχθηκε σε δικογραφία ανθρωποκτονίας με πρόθεση, με την έρευνα να αποδίδει ιδιαίτερη σημασία σε βιντεοληπτικά δεδομένα, ύποπτες μετακινήσεις, τηλεπικοινωνιακά ίχνη και κινήσεις που, κατά την αξιολόγηση των αρχών, δεν παραπέμπουν σε ατύχημα.
Σύμφωνα με τα στοιχεία, ο 49χρονος Ουκρανός εργαζόταν και συνεργαζόταν με τον ξενοδόχο περίπου 3 έως 4 χρόνια, εκτελώντας εργασίες τόσο στην επιχείρηση όσο και στην οικία του. Υπήρχε καθημερινή επαφή και πρακτικές διευκολύνσεις, ακόμη και χρήση οχήματος. Ωστόσο, τον Απρίλιο του 2025 καταγράφονται 2 περιστατικά διάρρηξης και βανδαλισμών στο σπίτι του ξενοδόχου, με το θύμα να κατονομάζει 2 Ουκρανούς εργάτες ως εμπλεκόμενους. Εκτός από την κλοπή μετρητών και αντικειμένων αξίας, ιδιαίτερη φόρτιση προσδίδεται στα συνθήματα στους τοίχους με χαρακτηρισμούς όπως «απατεώνας» και «κλέφτης», που παραπέμπουν σε προσωπική αντιπαράθεση και τιμωρητική διάθεση.
Η 1η Μαΐου 2025 περιγράφεται ως ημέρα κατά την οποία θύμα και κατηγορούμενος δείπνησαν σε μεζεδοπωλείο στην Παστίδα Ρόδου για περίπου 40 λεπτά. Περίπου 3 ώρες μετά, ο ξενοδόχος βρέθηκε νεκρός σε γκρεμό, με τη μηχανή να τον έχει καταπλακώσει και το κεφάλι του σφηνωμένο ανάμεσα σε βράχους, εικόνα που αρχικά επιχειρήθηκε να παρουσιαστεί ως τροχαίο.
Η σορός εντοπίστηκε στις 20:00 της 7ης Μαΐου 2025 σε γκρεμό στην περιοχή της Παστίδας. Σημαντική θέση στη δικογραφία έχει και ο τρόπος με τον οποίο οι αρχές οδηγήθηκαν στο σημείο, με αναφορά σε άγνωστο ρωσόφωνο άνδρα που ζήτησε τη χρήση τηλεφώνου σε πάγκο πώλησης εισιτηρίων εκδρομών στην οδό 7ης Μαρτίου στις 18:10 περίπου της 7ης Μαΐου 2025 και πραγματοποίησε κλήση αναφέροντας ότι μοτοσικλέτα έπεσε σε γκρεμό κοντά στη Μελισσοκομική Δωδεκανήσου. Προγενέστερα καταγράφεται και άλλη επικοινωνία στις 5 Μαΐου 2025 στις 07:47, επίσης από άγνωστο ρωσόφωνο άτομο, που ενημέρωσε για άνθρωπο και μοτοσικλέτα πεσμένα κοντά σε σημείο που περιγράφεται ως πλησίον μουσείου Μέλισσας και τερμάτισε την κλήση όταν ζητήθηκαν στοιχεία.
Η σύλληψη στο Μόναχο και το ένταλμα
Η υπόθεση πέρασε σε νέα φάση με τη σύλληψη του 49χρονου Ουκρανού στο Μόναχο στο πλαίσιο συντονισμένης επιχείρησης των γερμανικών αρχών με την Ελληνική Αστυνομία. Προηγήθηκε έκδοση εντάλματος σύλληψης στη Ρόδο στις 21 Ιανουαρίου 2026 και ενεργοποίηση των εργαλείων ευρωπαϊκής δικαστικής συνεργασίας. Στο ένταλμα αποτυπώνεται η κρίση ότι το κίνητρο συνδέεται με οικονομικό όφελος και οικονομικές διαφορές με τον θανόντα, στοιχείο που συνδέεται με τη συνολική εικόνα της σχέσης τους, τις οικονομικές εκκρεμότητες και τη διαφωνία για επιχειρηματικές κινήσεις γύρω από το ξενοδοχείο.
Η δικογραφία που περιγράφεται για τη δολοφονία εντάσσει τη σχέση σε ένα πλαίσιο στενής συνεργασίας και πρόσβασης, με αναφορές ότι ο κατηγορούμενος γνώριζε λεπτομέρειες για εισπράξεις, συμφωνίες και κινήσεις του θύματος, ενώ καταγράφονται και εντάσεις λίγο πριν την εξαφάνιση.












