Τοπικές Ειδήσεις

Γνωστοί δικηγόροι στο πλευρό συναδέλφου τους και της συζύγου του Δικαστή ως μάρτυρες σε αγωγή κατά του Δικηγορικού Συλλόγου Ρόδου

• Δηλώθηκαν ως μάρτυρες απόδειξης οι κ.κ. Στέλιος Κιουρτζής, Δήμος Μουτάφης, Μιχάλης Καντιδενός, Μανώλης Στάγκας, Κανδιούλα Πολυχρόνη και ο συνταξιούχος κ. Νίκος Παπανικήτας, καθώς η υπόθεση οδηγείται σε εκδίκαση στις 19 Μαρτίου 2026

Η αγωγή γνωστού δικηγόρου της Ρόδου και της συζύγου του Δικαστή κατά του Δικηγορικού Συλλόγου Ρόδου, που έχει προσδιοριστεί για την 19 Μαρτίου 2026 ενώπιον του 2ου Τμήματος της Μονομελούς σύνθεσης του Διοικητικού Πρωτοδικείου Ρόδου, απέκτησε νέα διάσταση, καθώς στο πλευρό των εναγόντων εμφανίζονται ως μάρτυρες απόδειξης γνωστά πρόσωπα της τοπικής δικηγορίας.
Οι μάρτυρες που δηλώθηκαν μέχρι στιγμής στον Δικηγορικό Σύλλογο Ρόδου ως μάρτυρες απόδειξης των ισχυρισμών των εναγόντων είναι οι κ.κ. Στέλιος Κιουρτζής, Δήμoς Μουτάφης, Μιχάλης Καντιδενός, Μανώλης Στάγκας και Κανδιούλα Πολυχρόνη, καθώς και ο συνταξιούχος δικηγόρος κ. Νίκος Παπανικήτας.
Η παρουσία τους στην αποδεικτική διαδικασία προστίθεται στο ήδη βαρύ ιστορικό που περιγράφεται στην αγωγή και αναμένεται να αναδειχθεί στην ακροαματική διαδικασία.
Οι ενάγοντες, μια δικαστική λειτουργός και ο δικηγόρος σύζυγός της, ζητούν να τους επιδικαστεί χρηματική ικανοποίηση 10.000 ευρώ στον καθένα για ηθική βλάβη, τονίζοντας ότι το ποσό έχει συμβολικό χαρακτήρα και ότι προέχει για τους ίδιους η δικαστική αναγνώριση προσβολής της προσωπικότητας και της επαγγελματικής τους υπόστασης.
Στο κέντρο της διαφοράς, όπως περιγράφεται, βρίσκονται ισχυρισμοί για έλλειψη προηγούμενης ενημέρωσης, για απουσία κλήσης και ακρόασης, καθώς και για το ότι δεν τους δόθηκε δυνατότητα να διατυπώσουν τις θέσεις τους πριν από τη λήψη απόφασης και την αποστολή επιστολής σε ανώτατη δικαστική αρχή.
Παράλληλα, αναδεικνύεται και ένα δεύτερο πεδίο αντιπαράθεσης, αυτό των ορίων θεσμικής αρμοδιότητας του Δικηγορικού Συλλόγου, όταν οι ενέργειες και οι κρίσεις του, κατά την περιγραφή της αγωγής, αφορούν πρόσωπα που δεν υπάγονται στην πειθαρχική του εξουσία.
Η επιλογή και η δήλωση των συγκεκριμένων μαρτύρων προσδίδει πρόσθετο ενδιαφέρον, καθώς πρόκειται για πρόσωπα με αναγνωρισιμότητα στον νομικό κόσμο της Ρόδου.
Η κατάθεσή τους αναμένεται να αξιοποιηθεί από τους ενάγοντες ως κρίσιμο στοιχείο για τη θεμελίωση των ισχυρισμών τους, σε μια υπόθεση όπου το πραγματικό υπόβαθρο συνδέεται με συνεδριάσεις, αποφάσεις και επικοινωνίες προς δικαστικές αρχές.
Με δεδομένο ότι στην αγωγή περιγράφεται προσβολή που, κατά τους ενάγοντες, εντάθηκε από το γεγονός ότι διατυπώσεις κοινοποιήθηκαν σε ανώτερους λειτουργούς της δικαιοσύνης και σε τρίτους, το αποδεικτικό σκέλος αποκτά ιδιαίτερη σημασία. Στην αγωγή αποτυπώνεται ότι ο Δικηγορικός Σύλλογος Ρόδου προχώρησε σε συνεδρίαση του διοικητικού του συμβουλίου και στη συνέχεια σε απόφαση και ενέργειες που, κατά τους ενάγοντες, τους αφορούσαν άμεσα. Περιγράφεται ότι διατυπώθηκαν κρίσεις και χαρακτηρισμοί εις βάρος τους χωρίς να προηγηθεί κλήση ή ακρόασή τους και χωρίς να τους δοθεί δυνατότητα να απαντήσουν σε όσα αποδίδονταν στο πρόσωπό τους.
Στο ίδιο πλαίσιο, τίθεται το ζήτημα της θεσμικής αρμοδιότητας και των ορίων παρέμβασης ενός Δικηγορικού Συλλόγου, ιδίως όταν το θέμα συνδέεται με τη συγκρότηση και τη διοίκηση δικαστηρίων και όταν απευθύνεται σε ανώτατες δικαστικές αρχές. Η αγωγή, όπως περιγράφεται, επιχειρεί να εντάξει το ερώτημα αυτό στο ευρύτερο σχήμα της θεσμικής λειτουργίας και της διαδικαστικής τάξης που οφείλει να διέπει τη λήψη αποφάσεων.


Σημαντικό μέρος της αγωγής αφορά το υπηρεσιακό ιστορικό της δικαστικής λειτουργού και τη μετάθεσή της. Αναφέρεται ότι υπηρετούσε στη δικαιοσύνη από το 2007 και ότι κατά τον χρόνο των γεγονότων είχε βαθμό Προέδρου Πρωτοδικών. Η μετάθεσή της στο Πρωτοδικείο Ρόδου, σύμφωνα με την περιγραφή, αποφασίστηκε από το Ανώτατο Δικαστικό Συμβούλιο στις 12.7.2024, κατόπιν αίτησής της, και ολοκληρώθηκε με την έκδοση Προεδρικού Διατάγματος στις 26.7.2024, μετά από πρόταση του υπουργού Δικαιοσύνης και δημοσίευση σε ΦΕΚ.
Οι ενάγοντες παραθέτουν στοιχεία για το εύρος των καθηκόντων της, υποστηρίζοντας ότι ως διευθύνουσα στο Πρωτοδικείο Ρόδου τα καθήκοντα έχουν κυρίως οργανωτικό και διοικητικό χαρακτήρα. Παράλληλα, εντάσσουν στο επιχείρημά τους αναφορά σε ειδική πρόβλεψη που, κατά τους ισχυρισμούς τους, αφορά την υπηρεσία δικαστικού λειτουργού σε πόλη όπου ο ή η σύζυγος ασκεί δικηγορία και σημειώνουν ότι για τη Ρόδο το συγκεκριμένο κώλυμα δεν εφαρμόζεται, όπως το συνδέουν με το άρθρο 49 του ν. 4938/2022.
Στην αγωγή περιγράφεται ότι στις 16.7.2024 συγκλήθηκε έκτακτη συνεδρίαση του διοικητικού συμβουλίου του Δικηγορικού Συλλόγου για την 17.7.2024, με μοναδικό θέμα ημερήσιας διάταξης την τοποθέτηση νέων δικαστών στο Πρωτοδικείο Ρόδου. Κατά τους ενάγοντες, παρότι το θέμα εμφανίστηκε ως γενικό, η συζήτηση επικεντρώθηκε στην πράξη στη συγκεκριμένη μετάθεση, με αναφορές στο νόμιμο και στο ηθικό της μετάθεσης και με τοποθετήσεις που, όπως υποστηρίζουν, αφορούσαν και τους δύο.
Ο δεύτερος ενάγων, που αναφέρεται ότι ήταν μέλος του διοικητικού συμβουλίου του Συλλόγου μέχρι την παραίτησή του στις 7.1.2025, φέρεται να κατέθεσε εισήγηση στη συνεδρίαση της 17.7.2024. Όπως περιγράφεται, υποστήριξε ότι δεν συντρέχει κώλυμα του άρθρου 49 για τη Ρόδο και ότι, εφόσον δεν υπάρχει σχετική νομοθετική πρόβλεψη, δεν μπορεί να στερηθεί το δικαίωμα οικογενειακής συμβίωσης μετά από πολυετή υπηρεσία της συζύγου του σε διαφορετικές περιοχές. Στο ίδιο τμήμα της αγωγής καταγράφονται, κατά τους ενάγοντες, στοιχεία που προσκομίστηκαν για το εύρος της δικηγορικής δραστηριότητας του δεύτερου ενάγοντος και του γραφείου του στα δικαστήρια της Ρόδου.

Η επιστολή προς την Πρόεδρο του Αρείου Πάγου και το σημείο τριβής
Κεντρικό στοιχείο της αγωγής αποτελεί επιστολή του Δικηγορικού Συλλόγου με ημερομηνία 22.7.2024, η οποία, όπως αναφέρεται, απεστάλη στις 26.7.2024 προς την Πρόεδρο του Αρείου Πάγου. Οι ενάγοντες υποστηρίζουν ότι με την επιστολή αυτή ζητήθηκε η ανάκληση της μετάθεσης της δικαστικής λειτουργού στη Ρόδο και ότι στο περιεχόμενό της περιλαμβάνονται διατυπώσεις που τους θίγουν προσωπικά και επαγγελματικά.
Στην αγωγή δίνεται έμφαση στο ότι, πριν από τη διατύπωση τέτοιων αναφορών, δεν ζητήθηκαν εξηγήσεις από τους ίδιους, ούτε υπήρξε διαδικασία ακρόασης, ενώ τα πρόσωπά τους αναφέρονται και κρίνονται στο σκεπτικό και στις διατυπώσεις που ακολούθησαν. Το σημείο αυτό παρουσιάζεται ως βασικός πυρήνας της διαφοράς, καθώς συνδέεται με τον τρόπο λήψης απόφασης και με τις συνέπειες που οι ενάγοντες αποδίδουν στην κοινοποίηση του περιεχομένου προς ανώτατη δικαστική αρχή.

Μεταγενέστερες εξελίξεις και εσωτερικές αντιδράσεις
Στο ιστορικό της αγωγής περιλαμβάνονται και οι μεταγενέστερες εξελίξεις. Αναφέρεται ότι η δικαστική λειτουργός ανέλαβε καθήκοντα στη Ρόδο στις 16.9.2024 και ότι η μετάθεσή της ανακλήθηκε στις 20.9.2024, με απόφαση του Ανώτατου Δικαστικού Συμβουλίου που έκανε δεκτή εισήγηση για αναγκαστική μετάθεση, η οποία πραγματοποιήθηκε στις 31.10.2024. Οι ενάγοντες συνδέουν τα γεγονότα αυτά με τις ενέργειες και την επιστολή του Συλλόγου, υποστηρίζοντας ότι υπάρχει αιτιώδης σχέση ως προς τη βλάβη που επικαλούνται.
Παράλληλα, στην αγωγή εντάσσονται αναφορές σε αντιδράσεις εντός του δικηγορικού σώματος, όπως δήλωση στις 12.9.2024 από δικηγόρο που είχε υπηρετήσει στο διοικητικό συμβούλιο στο παρελθόν, καθώς και ανοικτή επιστολή δήλωση στις 4.9.2024 από 58 ενεργά μέλη, που διατύπωσαν ότι η επίδικη επιστολή του Δικηγορικού Συλλόγου Ρόδου δεν τους εκφράζει. Οι ενάγοντες αξιοποιούν αυτά τα στοιχεία για να στηρίξουν τον ισχυρισμό ότι η επίκληση συλλογικής ανησυχίας, όπως παρουσιάστηκε τότε, δεν τεκμηριώνεται στο εύρος που αποδόθηκε.

Τα αιτήματα των εναγόντων και το διακύβευμα της απόφασης
Οι ενάγοντες ζητούν να καταδικαστεί ο Δικηγορικός Σύλλογος Ρόδου να καταβάλει στον καθένα 10.000 ευρώ, με τόκους από την επίδοση της αγωγής έως την πλήρη εξόφληση.
Συνδέουν το αίτημά τους με προσβολή της προσωπικότητας και με αμφισβήτηση της προσωπικής και επαγγελματικής τους εντιμότητας, όπως αποτυπώνουν. Παράλληλα, στο κείμενο της αγωγής γίνεται αναφορά στη βάση ευθύνης νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου και σε διατάξεις που επικαλούνται για την προστασία της προσωπικότητας και την ηθική βλάβη, ενώ προβάλλεται επίσης ο ισχυρισμός ότι παραβιάστηκαν εγγυήσεις που, κατά τους ενάγοντες, συνδέονται με το δικαίωμα προηγούμενης ακρόασης.

Σχολιασμός Άρθρου

Τα σχόλια εκφράζουν αποκλειστικά τον εκάστοτε σχολιαστή. Η Δημοκρατική δεν υιοθετεί αυτές τις απόψεις. Διατηρούμε το δικαίωμα να διαγράψουμε όποια σχόλια θεωρούμε προσβλητικά ή περιέχουν ύβρεις, χωρίς καμμία προειδοποίηση. Χρήστες που δεν τηρούν τους όρους χρήσης αποκλείονται.

Σχολιασμός άρθρου