ΤΟΠΙΚΕΣ ΕΙΔΗΣΕΙΣ

Αμετάκλητη η καταδίκη 61χρονου καθηγητή για κατάχρηση ανηλίκου κατ’ εξακολούθηση

Δαμιανός Αθανασίου 5 λεπτά ανάγνωση
παρενόχληση σεξουαλική σχολειο

Υπόθεση που συντά­ραξε την τοπική κοι­νω­νία απέ­κτησε ορι­στική δικα­στική κατά­ληξη. Με την υπ’ αριθ. 1066/4-8-2025 απόφαση το Ζ’ Ποινικό Τμήμα του Αρείου Πάγου απέρ­ριψε στο σύνολό της την αίτηση αναί­ρε­σης που είχε κατα­θέ­σει 61χρονος καθη­γη­τής θετικών επι­στη­μών, επι­κυ­ρώ­νο­ντας την εφε­τειακή κρίση για κατά­χρηση ανη­λί­κου κατ’ εξα­κο­λού­θηση και δια­τη­ρώ­ντας την ποινή φυλά­κι­σης 33 μηνών με ανα­στολή 3 ετών.

Η καταγ­γε­λία ανα­δύ­θηκε στην επι­φά­νεια την άνοιξη του 2022 όταν η ανήλικη, τότε μαθή­τρια, εκμυ­στη­ρεύ­τηκε σε εκπαι­δευ­τι­κούς ότι είχε υποστεί επα­νει­λημ­μέ­νες χει­ρο­νο­μίες γενε­τή­σιου χαρα­κτήρα από τον καθη­γητή που της παρέ­διδε ιδιαί­τερα στην οικία της. Η περι­γραφή της ανή­λι­κης, συνο­δευό­μενη από ειδική υπο­στή­ριξη, κατέ­γραψε ότι ο εκπαι­δευ­τι­κός ζητούσε οι γονείς να απου­σιά­ζουν από τον χώρο των μαθη­μά­των και προ­έ­βαινε σε αγγίγ­ματα στο στήθος και ανάμεσα στα πόδια της, επι­χει­ρώ­ντας επαφή με τα γεν­νη­τικά της όργανα και τρα­βώ­ντας την για να καθίσει πάνω του. Τα περι­στα­τικά τοπο­θε­τή­θη­καν χρονικά στην περίοδο 2018–2020. Οι παρα­δο­χές αυτές απο­τέ­λε­σαν τον σκελετό της εφε­τεια­κής από­φα­σης, την οποία έλεγξε αναι­ρε­τικά ο Άρειος Πάγος.

Τι έκρινε το Εφετείο και πώς θεμε­λιώ­θηκε η ενοχή

Το Τρι­με­λές Εφετείο Πλημ­με­λη­μά­των Δωδε­κα­νή­σου, με την υπ’ αριθ. 62/2024 απόφασή του, ανα­γνώ­ρισε την ενοχή του κατη­γο­ρου­μέ­νου και επέβαλε ποινή φυλά­κι­σης 33 μηνών με τριετή ανα­στολή. Η κρίση στήριξε τον πυρήνα της στην χωρίς αντι­φά­σεις και συνε­κτική κατά­θεση της ανή­λι­κης ενώπιον ειδικού, στις παρα­τη­ρή­σεις εκπαι­δευ­τι­κών για τη μετα­βολή της συμπε­ρι­φο­ράς της, καθώς και σε πλέγμα επι­στη­μο­νι­κών γνω­μα­τεύ­σεων από ψυχο­λό­γους και παι­δο­ψυ­χί­α­τρο που επι­βε­βαί­ω­ναν γενε­τή­σια προ­σβολή και ψυχική επι­βά­ρυνση.

Η αναι­ρε­τική προ­σβολή και οι κεντρι­κοί λόγοι

Στην αίτηση αναί­ρε­σης ο 61χρονος προ­έ­βαλε έλλειψη ειδικής και εμπε­ρι­στα­τω­μέ­νης αιτιο­λο­γίας, εσφαλ­μένη ερμη­νεία και εφαρ­μογή του άρθρου 342 παρ. 2 ΠΚ, καθώς και απόλυτη ακυ­ρό­τητα λόγω αξιο­ποί­η­σης προ­κα­ταρ­κτι­κής πραγ­μα­το­γνω­μο­σύ­νης χωρίς διο­ρι­σμό τακτι­κού πραγ­μα­το­γνώ­μονα. Αμφι­σβή­τησε επίσης την απο­δει­κτική αξία ηλε­κτρο­νι­κών επι­κοι­νω­νιών που εκτι­μή­θη­καν από το δικα­στή­ριο της ουσίας.

Ο Άρειος Πάγος εξέτασε έναν προς έναν τους ισχυ­ρι­σμούς, τοπο­θέ­τησε το νομικό πλαίσιο και κατέ­ληξε ότι οι αιτιά­σεις δεν πλήτ­τουν παρα­δε­κτώς το σκε­πτικό της κατα­δι­κα­στι­κής από­φα­σης.

Η αρχή της ειδικής και εμπε­ρι­στα­τω­μέ­νης αιτιο­λο­γίας

Το ανώτατο δικα­στή­ριο υπεν­θύ­μισε ότι η αιτιο­λο­γία είναι επαρκής όταν ανα­φέ­ρο­νται με σαφή­νεια τα πραγ­μα­τικά περι­στα­τικά που θεμε­λιώ­νουν την αντι­κει­με­νική και υπο­κει­με­νική υπό­σταση, γίνεται κατ’ είδος αναφορά στα απο­δει­κτικά μέσα και η συνο­λική συλ­λο­γι­στική είναι λογικά συνε­κτική. Δεν απαι­τεί­ται να εξει­δι­κεύ­ε­ται για κάθε παρα­δοχή από ποιο ακριβώς απο­δει­κτικό μέσο προήλθε.

Στην κρι­νό­μενη περί­πτωση, το εφετείο δια­τύ­πωσε πλήρες απο­δει­κτικό πορι­σμα­τικό σκε­πτικό που κάλυψε τις επι­τα­γές του άρθρου 93 παρ. 3 Σ και των άρθρων 139, 177 ΚΠΔ, επο­μέ­νως ο σχε­τι­κός λόγος αναί­ρε­σης απορ­ρί­φθηκε.

Η απο­τί­μηση των επι­στη­μο­νι­κών γνω­μα­τεύ­σεων

Ιδιαί­τερο βάρος απέδωσε ο Άρειος Πάγος στο πλέγμα ψυχο­λο­γι­κών και παι­δο­ψυ­χια­τρι­κών δια­γνώ­σεων που επι­βε­βαί­ω­ναν την ακρί­βεια των ισχυ­ρι­σμών της ανή­λι­κης. Τόνισε ότι η προ­κα­ταρ­κτική πραγ­μα­το­γνω­μο­σύνη, λόγω της φύσης της, διε­νερ­γεί­ται με ταχύ­τητα και δεν πάσχει από ακυ­ρό­τητα μόνο και μόνο επειδή δεν ακο­λού­θησε τακτική πραγ­μα­το­γνω­μο­σύνη. Τα πορί­σματά της εκτι­μώ­νται ελευ­θέ­ρως υπό την αρχή της ηθικής από­δει­ξης. Ως εκ τούτου ο αντί­θε­τος ισχυ­ρι­σμός περί από­λυ­της ακυ­ρό­τη­τας δεν ευδο­κί­μησε.

Παράλ­ληλα, η απόφαση είναι απο­λύ­τως σαφής ότι οι γνω­μα­τεύ­σεις των ειδικών που στή­ρι­ξαν τον κατη­γο­ρη­τή­ριο ισχυ­ρι­σμό κρί­θη­καν επι­στη­μο­νικά άρτιες, ενώ η ψυχια­τρική έκθεση που προ­σκο­μί­στηκε από την υπε­ρά­σπιση δεν στάθηκε πει­στική, καθώς η συντά­κτριά της δεν είχε εξε­τά­σει η ίδια το παιδί και μεγάλο μέρος του κει­μέ­νου της ανα­λώ­θηκε στην αντί­κρουση των προη­γού­με­νων πορι­σμά­των.

Το γράμμα του νόμου και ο ορισμός της  αξιό­ποι­νης πράξης

Το δικα­στή­ριο επα­νέ­λαβε το κανο­νι­στικό περιε­χό­μενο του άρθρου 342 παρ. 2 ΠΚ, όπως τρο­πο­ποι­ή­θηκε με τον ν. 4855/2021, επι­ση­μαί­νο­ντας ότι τιμω­ρεί­ται ο ενή­λι­κος που απευ­θύ­νει σε ανήλικο χει­ρο­νο­μίες ή προ­τά­σεις γενε­τή­σιου χαρα­κτήρα όταν ο ανή­λι­κος του έχει εμπι­στευ­θεί για επί­βλεψη ή φύλαξη.

Πρό­κει­ται για σύγ­χρονη τυπο­ποί­ηση που αντι­στοι­χεί στην προϊ­σχύ­σασα προ­σβολή της αιδούς ανη­λί­κου, με έμφαση στην ανι­σό­τητα ισχύος και την σχέση εμπι­στο­σύ­νης.

Η συνε­κτί­μηση των επι­κοι­νω­νιών και η συνοχή του απο­δει­κτι­κού υλικού

Στο σκέλος των ηλε­κτρο­νι­κών μηνυ­μά­των, ο Άρειος Πάγος δέχθηκε ότι το εφετείο τα συνε­κτί­μησε στο ευρύ­τερο απο­δει­κτικό παζλ, χωρίς να ανα­τρέ­πε­ται το συνο­λικό πορι­σμα­τικό συμπέ­ρα­σμα.

Χαρα­κτή­ρισε τις μαρ­τυ­ρίες υπε­ρά­σπι­σης αντι­φα­τι­κές και γενι­κό­λο­γες που δεν γέν­νη­σαν αμφι­βο­λίες ικανές να οδη­γή­σουν σε αθώωση. Η κρίση αυτή ερεί­δε­ται στην αρχή της ελεύ­θε­ρης εκτί­μη­σης και δεν προ­σφέ­ρε­ται για αναι­ρε­τική ανα­ψη­λά­φηση.

Η κρίσιμη αξιο­λό­γηση της κατά­θε­σης της ανή­λι­κης

Η ανήλικη περιέ­γραψε με λεπτο­μέ­ρειες τα περι­στα­τικά παρου­σία παι­δο­ψυ­χο­λό­γου. Η ακρί­βεια και ειλι­κρί­νεια των λεγο­μέ­νων της επι­βε­βαιώ­θη­καν από προ­κα­ταρ­κτική πραγ­μα­το­γνω­μο­σύνη ψυχο­λό­γου, μετα­γε­νέ­στερη γνω­μά­τευση άλλης ψυχο­λό­γου και ιατρική γνω­μά­τευση παι­δο­ψυ­χιά­τρου. Η αλλη­λου­χία αυτών των τεκ­μη­ρίων ερμη­νεύ­τηκε ως στέρεη ένδειξη βιω­μέ­νης εμπει­ρίας και όχι ως σύμ­πτωμα δευ­τε­ρο­γε­νών επιρ­ροών.

Τα ελα­φρυ­ντικά που προ­βλή­θη­καν και γιατί δεν έγιναν δεκτά

Ο κατη­γο­ρού­με­νος ζήτησε την ανα­γνώ­ριση των ελα­φρυ­ντι­κών του πρό­τε­ρου σύν­νο­μου βίου και της μετέ­πειτα καλής συμπε­ρι­φο­ράς. Η απόφαση ανα­πτύσ­σει τη νομο­λο­γιακή γραμμή για το περιε­χό­μενο των ελα­φρυ­ντι­κών του άρθρου 84 παρ. 2 ΠΚ, διευ­κρι­νί­ζο­ντας ότι ο σύν­νο­μος βίος δεν ταυ­τί­ζε­ται με την απλή απουσία ποι­νι­κών περι­πε­τειών και ότι η καλή συμπε­ρι­φορά πρέπει να είναι θετική, δια­κριτή και για σχετικά μεγάλο διά­στημα μετά την πράξη, ώστε να υπη­ρε­τεί την αρχή της ανα­λο­γι­κό­τη­τας. Κατά την επι­σκό­πηση των πρα­κτι­κών, οι ισχυ­ρι­σμοί προ­βλή­θη­καν μεν παρα­δε­κτά, όμως η αιτιο­λό­γηση της απόρ­ρι­ψης κρίθηκε επαρκής και σύμφωνη με το δίκαιο.

Η σημασία της από­φα­σης για την εκπαι­δευ­τική κοι­νό­τητα και την έννομη τάξη

Η κρίση του Αρείου Πάγου λει­τουρ­γεί ως σαφές μήνυμα ότι οι επα­νει­λημ­μέ­νες χει­ρο­νο­μίες και προ­τά­σεις γενε­τή­σιου χαρα­κτήρα προς ανήλικο, όταν εκδη­λώ­νο­νται σε συν­θή­κες εμπι­στο­σύ­νης και επί­βλε­ψης, απο­τε­λούν σοβαρή εγκλη­μα­τική προ­σβολή. Η απόφαση ενθαρ­ρύ­νει την έγκαιρη αναφορά περι­στα­τι­κών από μαθητές και εκπαι­δευ­τι­κούς, ανα­γνω­ρί­ζει την καίρια συμβολή των επι­στη­μο­νι­κών γνω­μα­τεύ­σεων όταν πλη­ρού­νται μεθο­δο­λο­γι­κές προ­ϋ­πο­θέ­σεις και απο­τυ­πώ­νει ότι η αναι­ρε­τική λει­τουρ­γία δεν ανα­σκα­λεύει την ουσια­στική στάθ­μιση των απο­δεί­ξεων όταν η αιτιο­λο­γία είναι πλήρης. Με αυτό το σκε­πτικό, η κατα­δίκη του 61χρονου καθί­στα­ται αμε­τά­κλητη και η ποινή φυλά­κι­σης 33 μηνών με τριετή ανα­στολή παρα­μέ­νει σε ισχύ.

Πέρα από την αυτο­νό­ητη δικαί­ωση του θύματος, η υπ’ αριθ. 1066/2025 απόφαση συστη­μα­το­ποιεί κρί­σι­μες έννοιες του ποι­νι­κού δικαίου για τα εγκλή­ματα κατά της γενε­τή­σιας ελευ­θε­ρίας σε βάρος ανη­λί­κων και θωρα­κί­ζει τη νομο­λο­γία για την απο­δει­κτική δύναμη της προ­κα­ταρ­κτι­κής πραγ­μα­το­γνω­μο­σύ­νης, όταν αυτή εντάσ­σε­ται σε ευρύ­τερο απο­δει­κτικό πλέγμα. Σε μια εποχή που η εκπαι­δευ­τική σχέση απαιτεί απόλυτη εμπι­στο­σύνη, το μήνυμα είναι καθαρό. Οι θεσμοί θα παρεμ­βαί­νουν απο­φα­σι­στικά και τελε­σί­δικα για την προ­στα­σία της αξιο­πρέ­πειας των παιδιών.

Την υπόθεση χει­ρί­στηκε ο δικη­γό­ρος κ. Σπύρος Σαλα­μα­στρά­κης για την υπο­στή­ριξη της κατη­γο­ρίας.

Πώς σας φάνηκε το άρθρο;

Ένα πάτημα, χωρίς λογαριασμό. Μία ψήφος ανά συσκευή.

Σχολιασμός άρθρου

Προσθέστε ένα σχόλιο

Εμφανίζεται μετά από έγκριση · το e-mail δεν δημοσιεύεται0 / 2000

Τα σχόλια εκφράζουν τον σχολιαστή, όχι τη Δημοκρατική. Όροι σχολιασμού

Τα σχόλια εκφράζουν αποκλειστικά τον εκάστοτε σχολιαστή. Η Δημοκρατική δεν υιοθετεί αυτές τις απόψεις. Διατηρούμε το δικαίωμα να διαγράψουμε όποια σχόλια θεωρούμε προσβλητικά ή περιέχουν ύβρεις, χωρίς καμία προειδοποίηση. Χρήστες που δεν τηρούν τους όρους χρήσης αποκλείονται. Τα σχόλια δημοσιεύονται μετά από έγκριση· το e-mail δεν δημοσιεύεται.

Γίνετε ο πρώτος που θα σχολιάσει.